19 βιβλια για τους φιλους και τις παρεες

Ένα από τα βασικά πράγματα που μας έχουν λείψει στην καραντίνα είναι οι παρέες και οι φίλοι μας, γι’ αυτό η λέσχη ανάγνωσης του Ιανουαρίου είναι αφιερωμένη σε βιβλία με ιστορικές, κλασικές και διάσημες φιλίες, άσπονδους φίλους και παρέες κάθε είδους που έχουν ξεχωρίσει στη λογοτεχνία.

Λέσχη Ανάγνωσης

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

11.63

Από τον Αλέξανδρο Διακοσάββα

Έχοντας την τύχη σχεδόν να συμπέσω ηλικιακά με τον ήρωα της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ και την εξέλιξή του μέσα από τα επτά βιβλία της αρχικής σειράς, έχω να πω με βεβαιότητα ότι δεν μπορώ να φανταστώ παιδί/έφηβο εκείνης της γενιάς που να τα διάβαζε τότε και να μη ζήλεψε το πρόγραμμα σπουδών στο Χόγκουαρτς, την καθημερινότητα των μάγων και φυσικά τη φιλία του Χάρι Πότερ με τον Ρον Ουέσλι και την Ερμιόνη Γκρέιντζερ. Καθώς το χρυσωρυχείο της Ρόουλινγκ αναδείχθηκε στο απόλυτο εφηβικό ανάγνωσμα των millennials, αυτή η τριάδα έγινε το απόλυτο μοντέλο σχολικής παρέας: ο ορφανός και παρά τη θέλησή του διάσημος Χάρι, ο ανασφαλής, κάπως παραμελημένος και μονίμως στη σκιά των συγκρίσεων μικρότερος αδερφός μιας πολύτεκνης οικογένειας, Ρον, και η nerdy, με καταγωγή από οικογένεια κανονικών ανθρώπων, Ερμιόνη έδωσαν ο ένας στον άλλον αυτά που τους έλειπαν: ο πρώτος το θάρρος του, ο δεύτερος τη σταθερότητα και η τρίτη τις γνώσεις και το κοφτερό μυαλό της. Ο συνδυασμός ακαταμάχητος. Από την πρώτη στιγμή που ο Χάρι κάθεται δίπλα στον Ρον, στο τρένο που τους οδηγεί στο σχολείο των μάγων, μπορούμε να αναπολήσουμε την τυχαιότητα των σχολικών χρόνων που μας έφερε στο ίδιο θρανίο, στην ίδια γωνιά του προαύλιου με εκείνους που έμελλε να γίνουν οι καλύτεροί μας φίλοι. Η Ερμιόνη μπορεί να καθυστέρησε λίγο να κερδίσει την εκτίμηση των δύο αγοριών (και να τους εκτιμήσει και η ίδια), αλλά τελικά κατάφερε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ομάδας – όσο κι αν, εντελώς στερεοτυπικά, boys will be boys.

Ο Χάρι, ο Ρον και η Ερμιόνη είναι όμως, πάνω απ’ όλα, τρεις misfits σε έναν κόσμο που, για διαφορετικούς λόγους τον καθένα, θέλει να τους δυσκολέψει. Πέρα απ’ αυτό, και οι τρεις, όπως συμβαίνει σε κάθε peer group, έχουν ένα κοινό που τους ενώνει στέρεα και σταθερά: την ανάγκη για αποδοχή. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται και σκοτεινιάζει, οι καταστάσεις γίνονται πιο επικίνδυνες και οι ήρωες εγκαταλείπουν την παιδική αθωότητα για χάρη της πιο περίπλοκης εφηβείας, η φιλία τους είναι το μόνο πράγμα που μένει όρθιο, παρότι δεν είναι πάντα ανέφελη και χωρίς τριγμούς – και τελικά ο καθένας καλείται να σηκώσει τον δικό του σταυρό και να δώσει τις προσωπικές τους μάχες, ακόμα και αν η στήριξη της παρέας είναι αμέριστη και πάντα ανιδιοτελής. Άλλωστε, μπορεί η παρέα να είναι δύναμη, αλλά, όπως σοφά αναφέρει ο σεβάσμιος Άλμπους Ντάμπλντορ στη Φιλοσοφική Λίθο, «χρειάζεται πολύ κουράγιο για να ορθώσεις ανάστημα στους εχθρούς σου, αλλά και για να σταθείς στους φίλους σου». Διδακτισμός, αλλά με το πιο συναρπαστικό περιτύλιγμα που θα μπορούσε ποτέ να ζητήσει η εφηβική λογοτεχνία.

 

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος (μτφρ.: Μάια Ρούτσου), Ο Χάρι Πότερ και η κάμαρα με τα μυστικά (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο αιχμάλωτος του Αζκαμπάν (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το κύπελλο της φωτιάς (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο ημίαιμος πρίγκιψ (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και οι κλήροι του θανάτου (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου)

Εκδόσεις Ψυχογιός

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

11.63

Από τον Αλέξανδρο Διακοσάββα

Έχοντας την τύχη σχεδόν να συμπέσω ηλικιακά με τον ήρωα της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ και την εξέλιξή του μέσα από τα επτά βιβλία της αρχικής σειράς, έχω να πω με βεβαιότητα ότι δεν μπορώ να φανταστώ παιδί/έφηβο εκείνης της γενιάς που να τα διάβαζε τότε και να μη ζήλεψε το πρόγραμμα σπουδών στο Χόγκουαρτς, την καθημερινότητα των μάγων και φυσικά τη φιλία του Χάρι Πότερ με τον Ρον Ουέσλι και την Ερμιόνη Γκρέιντζερ. Καθώς το χρυσωρυχείο της Ρόουλινγκ αναδείχθηκε στο απόλυτο εφηβικό ανάγνωσμα των millennials, αυτή η τριάδα έγινε το απόλυτο μοντέλο σχολικής παρέας: ο ορφανός και παρά τη θέλησή του διάσημος Χάρι, ο ανασφαλής, κάπως παραμελημένος και μονίμως στη σκιά των συγκρίσεων μικρότερος αδερφός μιας πολύτεκνης οικογένειας, Ρον, και η nerdy, με καταγωγή από οικογένεια κανονικών ανθρώπων, Ερμιόνη έδωσαν ο ένας στον άλλον αυτά που τους έλειπαν: ο πρώτος το θάρρος του, ο δεύτερος τη σταθερότητα και η τρίτη τις γνώσεις και το κοφτερό μυαλό της. Ο συνδυασμός ακαταμάχητος. Από την πρώτη στιγμή που ο Χάρι κάθεται δίπλα στον Ρον, στο τρένο που τους οδηγεί στο σχολείο των μάγων, μπορούμε να αναπολήσουμε την τυχαιότητα των σχολικών χρόνων που μας έφερε στο ίδιο θρανίο, στην ίδια γωνιά του προαύλιου με εκείνους που έμελλε να γίνουν οι καλύτεροί μας φίλοι. Η Ερμιόνη μπορεί να καθυστέρησε λίγο να κερδίσει την εκτίμηση των δύο αγοριών (και να τους εκτιμήσει και η ίδια), αλλά τελικά κατάφερε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ομάδας – όσο κι αν, εντελώς στερεοτυπικά, boys will be boys.

Ο Χάρι, ο Ρον και η Ερμιόνη είναι όμως, πάνω απ’ όλα, τρεις misfits σε έναν κόσμο που, για διαφορετικούς λόγους τον καθένα, θέλει να τους δυσκολέψει. Πέρα απ’ αυτό, και οι τρεις, όπως συμβαίνει σε κάθε peer group, έχουν ένα κοινό που τους ενώνει στέρεα και σταθερά: την ανάγκη για αποδοχή. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται και σκοτεινιάζει, οι καταστάσεις γίνονται πιο επικίνδυνες και οι ήρωες εγκαταλείπουν την παιδική αθωότητα για χάρη της πιο περίπλοκης εφηβείας, η φιλία τους είναι το μόνο πράγμα που μένει όρθιο, παρότι δεν είναι πάντα ανέφελη και χωρίς τριγμούς – και τελικά ο καθένας καλείται να σηκώσει τον δικό του σταυρό και να δώσει τις προσωπικές τους μάχες, ακόμα και αν η στήριξη της παρέας είναι αμέριστη και πάντα ανιδιοτελής. Άλλωστε, μπορεί η παρέα να είναι δύναμη, αλλά, όπως σοφά αναφέρει ο σεβάσμιος Άλμπους Ντάμπλντορ στη Φιλοσοφική Λίθο, «χρειάζεται πολύ κουράγιο για να ορθώσεις ανάστημα στους εχθρούς σου, αλλά και για να σταθείς στους φίλους σου». Διδακτισμός, αλλά με το πιο συναρπαστικό περιτύλιγμα που θα μπορούσε ποτέ να ζητήσει η εφηβική λογοτεχνία.

 

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος (μτφρ.: Μάια Ρούτσου), Ο Χάρι Πότερ και η κάμαρα με τα μυστικά (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο αιχμάλωτος του Αζκαμπάν (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το κύπελλο της φωτιάς (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο ημίαιμος πρίγκιψ (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και οι κλήροι του θανάτου (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου)

Εκδόσεις Ψυχογιός

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

12.45

Από τον Αλέξανδρο Διακοσάββα

Έχοντας την τύχη σχεδόν να συμπέσω ηλικιακά με τον ήρωα της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ και την εξέλιξή του μέσα από τα επτά βιβλία της αρχικής σειράς, έχω να πω με βεβαιότητα ότι δεν μπορώ να φανταστώ παιδί/έφηβο εκείνης της γενιάς που να τα διάβαζε τότε και να μη ζήλεψε το πρόγραμμα σπουδών στο Χόγκουαρτς, την καθημερινότητα των μάγων και φυσικά τη φιλία του Χάρι Πότερ με τον Ρον Ουέσλι και την Ερμιόνη Γκρέιντζερ. Καθώς το χρυσωρυχείο της Ρόουλινγκ αναδείχθηκε στο απόλυτο εφηβικό ανάγνωσμα των millennials, αυτή η τριάδα έγινε το απόλυτο μοντέλο σχολικής παρέας: ο ορφανός και παρά τη θέλησή του διάσημος Χάρι, ο ανασφαλής, κάπως παραμελημένος και μονίμως στη σκιά των συγκρίσεων μικρότερος αδερφός μιας πολύτεκνης οικογένειας, Ρον, και η nerdy, με καταγωγή από οικογένεια κανονικών ανθρώπων, Ερμιόνη έδωσαν ο ένας στον άλλον αυτά που τους έλειπαν: ο πρώτος το θάρρος του, ο δεύτερος τη σταθερότητα και η τρίτη τις γνώσεις και το κοφτερό μυαλό της. Ο συνδυασμός ακαταμάχητος. Από την πρώτη στιγμή που ο Χάρι κάθεται δίπλα στον Ρον, στο τρένο που τους οδηγεί στο σχολείο των μάγων, μπορούμε να αναπολήσουμε την τυχαιότητα των σχολικών χρόνων που μας έφερε στο ίδιο θρανίο, στην ίδια γωνιά του προαύλιου με εκείνους που έμελλε να γίνουν οι καλύτεροί μας φίλοι. Η Ερμιόνη μπορεί να καθυστέρησε λίγο να κερδίσει την εκτίμηση των δύο αγοριών (και να τους εκτιμήσει και η ίδια), αλλά τελικά κατάφερε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ομάδας – όσο κι αν, εντελώς στερεοτυπικά, boys will be boys.

Ο Χάρι, ο Ρον και η Ερμιόνη είναι όμως, πάνω απ’ όλα, τρεις misfits σε έναν κόσμο που, για διαφορετικούς λόγους τον καθένα, θέλει να τους δυσκολέψει. Πέρα απ’ αυτό, και οι τρεις, όπως συμβαίνει σε κάθε peer group, έχουν ένα κοινό που τους ενώνει στέρεα και σταθερά: την ανάγκη για αποδοχή. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται και σκοτεινιάζει, οι καταστάσεις γίνονται πιο επικίνδυνες και οι ήρωες εγκαταλείπουν την παιδική αθωότητα για χάρη της πιο περίπλοκης εφηβείας, η φιλία τους είναι το μόνο πράγμα που μένει όρθιο, παρότι δεν είναι πάντα ανέφελη και χωρίς τριγμούς – και τελικά ο καθένας καλείται να σηκώσει τον δικό του σταυρό και να δώσει τις προσωπικές τους μάχες, ακόμα και αν η στήριξη της παρέας είναι αμέριστη και πάντα ανιδιοτελής. Άλλωστε, μπορεί η παρέα να είναι δύναμη, αλλά, όπως σοφά αναφέρει ο σεβάσμιος Άλμπους Ντάμπλντορ στη Φιλοσοφική Λίθο, «χρειάζεται πολύ κουράγιο για να ορθώσεις ανάστημα στους εχθρούς σου, αλλά και για να σταθείς στους φίλους σου». Διδακτισμός, αλλά με το πιο συναρπαστικό περιτύλιγμα που θα μπορούσε ποτέ να ζητήσει η εφηβική λογοτεχνία.

 

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος (μτφρ.: Μάια Ρούτσου), Ο Χάρι Πότερ και η κάμαρα με τα μυστικά (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο αιχμάλωτος του Αζκαμπάν (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το κύπελλο της φωτιάς (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο ημίαιμος πρίγκιψ (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και οι κλήροι του θανάτου (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου)

Εκδόσεις Ψυχογιός

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

11.63

Από τον Αλέξανδρο Διακοσάββα

Έχοντας την τύχη σχεδόν να συμπέσω ηλικιακά με τον ήρωα της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ και την εξέλιξή του μέσα από τα επτά βιβλία της αρχικής σειράς, έχω να πω με βεβαιότητα ότι δεν μπορώ να φανταστώ παιδί/έφηβο εκείνης της γενιάς που να τα διάβαζε τότε και να μη ζήλεψε το πρόγραμμα σπουδών στο Χόγκουαρτς, την καθημερινότητα των μάγων και φυσικά τη φιλία του Χάρι Πότερ με τον Ρον Ουέσλι και την Ερμιόνη Γκρέιντζερ. Καθώς το χρυσωρυχείο της Ρόουλινγκ αναδείχθηκε στο απόλυτο εφηβικό ανάγνωσμα των millennials, αυτή η τριάδα έγινε το απόλυτο μοντέλο σχολικής παρέας: ο ορφανός και παρά τη θέλησή του διάσημος Χάρι, ο ανασφαλής, κάπως παραμελημένος και μονίμως στη σκιά των συγκρίσεων μικρότερος αδερφός μιας πολύτεκνης οικογένειας, Ρον, και η nerdy, με καταγωγή από οικογένεια κανονικών ανθρώπων, Ερμιόνη έδωσαν ο ένας στον άλλον αυτά που τους έλειπαν: ο πρώτος το θάρρος του, ο δεύτερος τη σταθερότητα και η τρίτη τις γνώσεις και το κοφτερό μυαλό της. Ο συνδυασμός ακαταμάχητος. Από την πρώτη στιγμή που ο Χάρι κάθεται δίπλα στον Ρον, στο τρένο που τους οδηγεί στο σχολείο των μάγων, μπορούμε να αναπολήσουμε την τυχαιότητα των σχολικών χρόνων που μας έφερε στο ίδιο θρανίο, στην ίδια γωνιά του προαύλιου με εκείνους που έμελλε να γίνουν οι καλύτεροί μας φίλοι. Η Ερμιόνη μπορεί να καθυστέρησε λίγο να κερδίσει την εκτίμηση των δύο αγοριών (και να τους εκτιμήσει και η ίδια), αλλά τελικά κατάφερε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ομάδας – όσο κι αν, εντελώς στερεοτυπικά, boys will be boys.

Ο Χάρι, ο Ρον και η Ερμιόνη είναι όμως, πάνω απ’ όλα, τρεις misfits σε έναν κόσμο που, για διαφορετικούς λόγους τον καθένα, θέλει να τους δυσκολέψει. Πέρα απ’ αυτό, και οι τρεις, όπως συμβαίνει σε κάθε peer group, έχουν ένα κοινό που τους ενώνει στέρεα και σταθερά: την ανάγκη για αποδοχή. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται και σκοτεινιάζει, οι καταστάσεις γίνονται πιο επικίνδυνες και οι ήρωες εγκαταλείπουν την παιδική αθωότητα για χάρη της πιο περίπλοκης εφηβείας, η φιλία τους είναι το μόνο πράγμα που μένει όρθιο, παρότι δεν είναι πάντα ανέφελη και χωρίς τριγμούς – και τελικά ο καθένας καλείται να σηκώσει τον δικό του σταυρό και να δώσει τις προσωπικές τους μάχες, ακόμα και αν η στήριξη της παρέας είναι αμέριστη και πάντα ανιδιοτελής. Άλλωστε, μπορεί η παρέα να είναι δύναμη, αλλά, όπως σοφά αναφέρει ο σεβάσμιος Άλμπους Ντάμπλντορ στη Φιλοσοφική Λίθο, «χρειάζεται πολύ κουράγιο για να ορθώσεις ανάστημα στους εχθρούς σου, αλλά και για να σταθείς στους φίλους σου». Διδακτισμός, αλλά με το πιο συναρπαστικό περιτύλιγμα που θα μπορούσε ποτέ να ζητήσει η εφηβική λογοτεχνία.

 

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος (μτφρ.: Μάια Ρούτσου), Ο Χάρι Πότερ και η κάμαρα με τα μυστικά (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο αιχμάλωτος του Αζκαμπάν (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το κύπελλο της φωτιάς (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο ημίαιμος πρίγκιψ (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και οι κλήροι του θανάτου (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου)

Εκδόσεις Ψυχογιός

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

11.63

Από τον Αλέξανδρο Διακοσάββα

Έχοντας την τύχη σχεδόν να συμπέσω ηλικιακά με τον ήρωα της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ και την εξέλιξή του μέσα από τα επτά βιβλία της αρχικής σειράς, έχω να πω με βεβαιότητα ότι δεν μπορώ να φανταστώ παιδί/έφηβο εκείνης της γενιάς που να τα διάβαζε τότε και να μη ζήλεψε το πρόγραμμα σπουδών στο Χόγκουαρτς, την καθημερινότητα των μάγων και φυσικά τη φιλία του Χάρι Πότερ με τον Ρον Ουέσλι και την Ερμιόνη Γκρέιντζερ. Καθώς το χρυσωρυχείο της Ρόουλινγκ αναδείχθηκε στο απόλυτο εφηβικό ανάγνωσμα των millennials, αυτή η τριάδα έγινε το απόλυτο μοντέλο σχολικής παρέας: ο ορφανός και παρά τη θέλησή του διάσημος Χάρι, ο ανασφαλής, κάπως παραμελημένος και μονίμως στη σκιά των συγκρίσεων μικρότερος αδερφός μιας πολύτεκνης οικογένειας, Ρον, και η nerdy, με καταγωγή από οικογένεια κανονικών ανθρώπων, Ερμιόνη έδωσαν ο ένας στον άλλον αυτά που τους έλειπαν: ο πρώτος το θάρρος του, ο δεύτερος τη σταθερότητα και η τρίτη τις γνώσεις και το κοφτερό μυαλό της. Ο συνδυασμός ακαταμάχητος. Από την πρώτη στιγμή που ο Χάρι κάθεται δίπλα στον Ρον, στο τρένο που τους οδηγεί στο σχολείο των μάγων, μπορούμε να αναπολήσουμε την τυχαιότητα των σχολικών χρόνων που μας έφερε στο ίδιο θρανίο, στην ίδια γωνιά του προαύλιου με εκείνους που έμελλε να γίνουν οι καλύτεροί μας φίλοι. Η Ερμιόνη μπορεί να καθυστέρησε λίγο να κερδίσει την εκτίμηση των δύο αγοριών (και να τους εκτιμήσει και η ίδια), αλλά τελικά κατάφερε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ομάδας – όσο κι αν, εντελώς στερεοτυπικά, boys will be boys.

Ο Χάρι, ο Ρον και η Ερμιόνη είναι όμως, πάνω απ’ όλα, τρεις misfits σε έναν κόσμο που, για διαφορετικούς λόγους τον καθένα, θέλει να τους δυσκολέψει. Πέρα απ’ αυτό, και οι τρεις, όπως συμβαίνει σε κάθε peer group, έχουν ένα κοινό που τους ενώνει στέρεα και σταθερά: την ανάγκη για αποδοχή. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται και σκοτεινιάζει, οι καταστάσεις γίνονται πιο επικίνδυνες και οι ήρωες εγκαταλείπουν την παιδική αθωότητα για χάρη της πιο περίπλοκης εφηβείας, η φιλία τους είναι το μόνο πράγμα που μένει όρθιο, παρότι δεν είναι πάντα ανέφελη και χωρίς τριγμούς – και τελικά ο καθένας καλείται να σηκώσει τον δικό του σταυρό και να δώσει τις προσωπικές τους μάχες, ακόμα και αν η στήριξη της παρέας είναι αμέριστη και πάντα ανιδιοτελής. Άλλωστε, μπορεί η παρέα να είναι δύναμη, αλλά, όπως σοφά αναφέρει ο σεβάσμιος Άλμπους Ντάμπλντορ στη Φιλοσοφική Λίθο, «χρειάζεται πολύ κουράγιο για να ορθώσεις ανάστημα στους εχθρούς σου, αλλά και για να σταθείς στους φίλους σου». Διδακτισμός, αλλά με το πιο συναρπαστικό περιτύλιγμα που θα μπορούσε ποτέ να ζητήσει η εφηβική λογοτεχνία.

 

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος (μτφρ.: Μάια Ρούτσου), Ο Χάρι Πότερ και η κάμαρα με τα μυστικά (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο αιχμάλωτος του Αζκαμπάν (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το κύπελλο της φωτιάς (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο ημίαιμος πρίγκιψ (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και οι κλήροι του θανάτου (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου)

Εκδόσεις Ψυχογιός

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

10.80

Από τον Αλέξανδρο Διακοσάββα

Έχοντας την τύχη σχεδόν να συμπέσω ηλικιακά με τον ήρωα της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ και την εξέλιξή του μέσα από τα επτά βιβλία της αρχικής σειράς, έχω να πω με βεβαιότητα ότι δεν μπορώ να φανταστώ παιδί/έφηβο εκείνης της γενιάς που να τα διάβαζε τότε και να μη ζήλεψε το πρόγραμμα σπουδών στο Χόγκουαρτς, την καθημερινότητα των μάγων και φυσικά τη φιλία του Χάρι Πότερ με τον Ρον Ουέσλι και την Ερμιόνη Γκρέιντζερ. Καθώς το χρυσωρυχείο της Ρόουλινγκ αναδείχθηκε στο απόλυτο εφηβικό ανάγνωσμα των millennials, αυτή η τριάδα έγινε το απόλυτο μοντέλο σχολικής παρέας: ο ορφανός και παρά τη θέλησή του διάσημος Χάρι, ο ανασφαλής, κάπως παραμελημένος και μονίμως στη σκιά των συγκρίσεων μικρότερος αδερφός μιας πολύτεκνης οικογένειας, Ρον, και η nerdy, με καταγωγή από οικογένεια κανονικών ανθρώπων, Ερμιόνη έδωσαν ο ένας στον άλλον αυτά που τους έλειπαν: ο πρώτος το θάρρος του, ο δεύτερος τη σταθερότητα και η τρίτη τις γνώσεις και το κοφτερό μυαλό της. Ο συνδυασμός ακαταμάχητος. Από την πρώτη στιγμή που ο Χάρι κάθεται δίπλα στον Ρον, στο τρένο που τους οδηγεί στο σχολείο των μάγων, μπορούμε να αναπολήσουμε την τυχαιότητα των σχολικών χρόνων που μας έφερε στο ίδιο θρανίο, στην ίδια γωνιά του προαύλιου με εκείνους που έμελλε να γίνουν οι καλύτεροί μας φίλοι. Η Ερμιόνη μπορεί να καθυστέρησε λίγο να κερδίσει την εκτίμηση των δύο αγοριών (και να τους εκτιμήσει και η ίδια), αλλά τελικά κατάφερε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ομάδας – όσο κι αν, εντελώς στερεοτυπικά, boys will be boys.

Ο Χάρι, ο Ρον και η Ερμιόνη είναι όμως, πάνω απ’ όλα, τρεις misfits σε έναν κόσμο που, για διαφορετικούς λόγους τον καθένα, θέλει να τους δυσκολέψει. Πέρα απ’ αυτό, και οι τρεις, όπως συμβαίνει σε κάθε peer group, έχουν ένα κοινό που τους ενώνει στέρεα και σταθερά: την ανάγκη για αποδοχή. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται και σκοτεινιάζει, οι καταστάσεις γίνονται πιο επικίνδυνες και οι ήρωες εγκαταλείπουν την παιδική αθωότητα για χάρη της πιο περίπλοκης εφηβείας, η φιλία τους είναι το μόνο πράγμα που μένει όρθιο, παρότι δεν είναι πάντα ανέφελη και χωρίς τριγμούς – και τελικά ο καθένας καλείται να σηκώσει τον δικό του σταυρό και να δώσει τις προσωπικές τους μάχες, ακόμα και αν η στήριξη της παρέας είναι αμέριστη και πάντα ανιδιοτελής. Άλλωστε, μπορεί η παρέα να είναι δύναμη, αλλά, όπως σοφά αναφέρει ο σεβάσμιος Άλμπους Ντάμπλντορ στη Φιλοσοφική Λίθο, «χρειάζεται πολύ κουράγιο για να ορθώσεις ανάστημα στους εχθρούς σου, αλλά και για να σταθείς στους φίλους σου». Διδακτισμός, αλλά με το πιο συναρπαστικό περιτύλιγμα που θα μπορούσε ποτέ να ζητήσει η εφηβική λογοτεχνία.

 

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος (μτφρ.: Μάια Ρούτσου), Ο Χάρι Πότερ και η κάμαρα με τα μυστικά (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο αιχμάλωτος του Αζκαμπάν (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το κύπελλο της φωτιάς (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο ημίαιμος πρίγκιψ (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και οι κλήροι του θανάτου (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου)

Εκδόσεις Ψυχογιός

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

7.43

Από τον Αλέξανδρο Διακοσάββα

Έχοντας την τύχη σχεδόν να συμπέσω ηλικιακά με τον ήρωα της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ και την εξέλιξή του μέσα από τα επτά βιβλία της αρχικής σειράς, έχω να πω με βεβαιότητα ότι δεν μπορώ να φανταστώ παιδί/έφηβο εκείνης της γενιάς που να τα διάβαζε τότε και να μη ζήλεψε το πρόγραμμα σπουδών στο Χόγκουαρτς, την καθημερινότητα των μάγων και φυσικά τη φιλία του Χάρι Πότερ με τον Ρον Ουέσλι και την Ερμιόνη Γκρέιντζερ. Καθώς το χρυσωρυχείο της Ρόουλινγκ αναδείχθηκε στο απόλυτο εφηβικό ανάγνωσμα των millennials, αυτή η τριάδα έγινε το απόλυτο μοντέλο σχολικής παρέας: ο ορφανός και παρά τη θέλησή του διάσημος Χάρι, ο ανασφαλής, κάπως παραμελημένος και μονίμως στη σκιά των συγκρίσεων μικρότερος αδερφός μιας πολύτεκνης οικογένειας, Ρον, και η nerdy, με καταγωγή από οικογένεια κανονικών ανθρώπων, Ερμιόνη έδωσαν ο ένας στον άλλον αυτά που τους έλειπαν: ο πρώτος το θάρρος του, ο δεύτερος τη σταθερότητα και η τρίτη τις γνώσεις και το κοφτερό μυαλό της. Ο συνδυασμός ακαταμάχητος. Από την πρώτη στιγμή που ο Χάρι κάθεται δίπλα στον Ρον, στο τρένο που τους οδηγεί στο σχολείο των μάγων, μπορούμε να αναπολήσουμε την τυχαιότητα των σχολικών χρόνων που μας έφερε στο ίδιο θρανίο, στην ίδια γωνιά του προαύλιου με εκείνους που έμελλε να γίνουν οι καλύτεροί μας φίλοι. Η Ερμιόνη μπορεί να καθυστέρησε λίγο να κερδίσει την εκτίμηση των δύο αγοριών (και να τους εκτιμήσει και η ίδια), αλλά τελικά κατάφερε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ομάδας – όσο κι αν, εντελώς στερεοτυπικά, boys will be boys.

Ο Χάρι, ο Ρον και η Ερμιόνη είναι όμως, πάνω απ’ όλα, τρεις misfits σε έναν κόσμο που, για διαφορετικούς λόγους τον καθένα, θέλει να τους δυσκολέψει. Πέρα απ’ αυτό, και οι τρεις, όπως συμβαίνει σε κάθε peer group, έχουν ένα κοινό που τους ενώνει στέρεα και σταθερά: την ανάγκη για αποδοχή. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται και σκοτεινιάζει, οι καταστάσεις γίνονται πιο επικίνδυνες και οι ήρωες εγκαταλείπουν την παιδική αθωότητα για χάρη της πιο περίπλοκης εφηβείας, η φιλία τους είναι το μόνο πράγμα που μένει όρθιο, παρότι δεν είναι πάντα ανέφελη και χωρίς τριγμούς – και τελικά ο καθένας καλείται να σηκώσει τον δικό του σταυρό και να δώσει τις προσωπικές τους μάχες, ακόμα και αν η στήριξη της παρέας είναι αμέριστη και πάντα ανιδιοτελής. Άλλωστε, μπορεί η παρέα να είναι δύναμη, αλλά, όπως σοφά αναφέρει ο σεβάσμιος Άλμπους Ντάμπλντορ στη Φιλοσοφική Λίθο, «χρειάζεται πολύ κουράγιο για να ορθώσεις ανάστημα στους εχθρούς σου, αλλά και για να σταθείς στους φίλους σου». Διδακτισμός, αλλά με το πιο συναρπαστικό περιτύλιγμα που θα μπορούσε ποτέ να ζητήσει η εφηβική λογοτεχνία.

 

Τζ. Κ. Ρόουλινγκ

Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος (μτφρ.: Μάια Ρούτσου), Ο Χάρι Πότερ και η κάμαρα με τα μυστικά (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο αιχμάλωτος του Αζκαμπάν (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το κύπελλο της φωτιάς (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και ο ημίαιμος πρίγκιψ (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου), Ο Χάρι Πότερ και οι κλήροι του θανάτου (μτφρ.: Καίτη Οικονόμου)

Εκδόσεις Ψυχογιός

Βιβλία

Η Καρδερίνα

Ντόνα Ταρτ

15.48

Οι αμφίρροπες δυνάμεις της οικογένειας και του κοινωνικού περιβάλλοντος, ο θρήνος της απώλειας, οι θεραπευτικές ιδιότητες της τέχνης, ο εθισμός, η καθοριστική δύναμη της στιγμής, η παρακμή του αμερικανικού ονείρου τη μετά την 9/11 εποχή: είναι πολλά τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η Ντόνα Ταρτ στο μνημειώδες, βραβευμένο με Πούλιτζερ το 2014, τρίτο μυθιστόρημά της. Μέσα στις σχεδόν 1.000 σελίδες του, όμως, είναι η έννοια της φιλίας και οι διαφορετικές της εκφάνσεις που διαπερνούν τη ραχοκοκαλιά του. Ο κεντρικός χαρακτήρας του, Θίο Ντέκερ, αναπτύσσει, όπως όλοι μας, φιλίες διαφορετικού ειδικού βάρους κατά τη διάρκεια της εφηβείας και της νεότητάς του. Όλες αυτές οι όψεις της φιλίας παρουσιάζονται εντελώς αρχετυπικά από την Ταρτ, και μάλιστα όχι σαν απλά υποκατάστατα του οικογενειακού ελλείμματος, αλλά ως αυθύπαρκτες σχέσεις που συνδέουν ετερόκλητους ανθρώπους. Η αγνή, σχολική φιλία του με τον Άντι Μπάρμπουρ είναι αυτή που θα του δώσει την πρώτη του κοινωνική ώθηση, μετά τον αιφνίδιο θάνατο της μητέρας του. Το βραχύβιο μητρικό υποκατάστατο της αγέρωχης κυρίας Μπάρμπουρ σχεδόν θα αντιστραφεί στη συνέχεια, μετά τον θάνατο του Άντι, που θα φέρει στην επιφάνεια την ευάλωτη πλευρά της. Η γνωριμία του με τον Χόμπι θα τον εμπνεύσει επαγγελματικά, καθώς ο αντικέρ θα λειτουργήσει ως μέντορας για το μέλλον του. Τα συναισθήματά του για την Πίπα, που τον στοιχειώνουν επί σειρά ετών, δεν θα μπορέσουν τελικά, λόγω του κοινού τραυματικού βιώματος, να εξελιχθούν σε ερωτική σχέση.

Είναι όμως η αδελφική, περίπλοκη, βαθιά φιλία του Θίο με τον Μπόρις που μας έρχεται πρώτη στο μυαλό όταν ανατρέχουμε ξανά στην Καρδερίνα. Όπως είχε γράψει και η κορυφαία κριτικός των «New York Times», Μιτσίκο Κακουτάνι, χαρακτηρίζοντάς την «ντικενσιανό μυθιστόρημα», «ο Μπόρις είναι ο Artful Dodger στον Όλιβερ Τουίστ του Θίο […], [δύο χαρακτήρες που] θα λάβουν τη θέση τους στο πάνθεον των κλασικών σχέσεων φιλίας, δίπλα στον Λόρελ και τον Χάρντι, τον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν (σ.σ. από το Περιμένοντας τον Γκοντό του Μπέκετ), τον Μέισον και τον Ντίξον του Πίντσον». Κι αν ο Μπόρις μπορεί σε μια πρώτη, εύκολη ανάγνωση να φαντάζει ως η «κακή επιρροή» που οδηγεί τον Θίο σταδιακά στον εθισμό και στο έγκλημα, το κλασικό αντίβαρο, δηλαδή, στην έλλειψη οικογενειακής προσοχής και στο τραύμα, η αλήθεια είναι ότι μάλλον τον βοηθά να επιβιώσει και λειτουργεί ως το έναυσμα για απελευθέρωση, καθώς η σχέση τους θεμελιώνεται σταδιακά από βαθιά αγάπη και ανάγκη για επαφή. Ακόμα και όταν προκύπτει η προδοσία του Μπόρις, είναι τόσο ισχυρά θεμελιωμένο αυτό που έχουν, τόσο άνευ όρων η αγάπη που τους συνδέει, που δεν θα μπορούσε παρά να ακολουθήσει μια ιδιότυπη, επεισοδιακή κάθαρση, παρά το στερεότυπο που θέλει τις φιλίες να διαλύονται πιο εύκολα από τις οικογενειακές σχέσεις.

 

Αλέξανδρος Διακοσάββας

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

11.45

Τις ημέρες που βρέχει, σε κάποια παλαιοβιβλιοπωλεία της οδού Άστιγγος, στο Μοναστηράκι, όταν το νερό μπαίνει στο μαγαζί με τις ομπρέλες των πελατών, στρώνουν το δάπεδο με θεατρικά έργα για να το απορροφήσουν. Είναι πια τόσο αζήτητα, που η αξία τους έχει πέσει πιο κάτω και από του πριονιδιού. Κι όμως, κάποτε ο κόσμος αγόραζε θεατρικά έργα και τα διάβαζε, χωρίς να είναι ηθοποιός ή σκηνοθέτης, απλώς επειδή απολάμβανε την ανάγνωσή τους, όπως εκείνη ενός μυθιστορήματος. Και μόνο όταν τα διαβάζει κάποιος ‒και όχι όταν τα βλέπει στη σκηνή‒ ανακαλύπτει τον πλούτο και τις διαστάσεις των επιμέρους ιστοριών τους, όπως και τον ρυθμιστικό για την κύρια υπόθεση ρόλο τους. Διαφορετικά, όλα αυτά τα στοιχεία γίνονται φευγαλέα στραφταλίσματα που παρασύρει η ροή μιας παράστασης, χωρίς ο θεατής να προλαβαίνει να συλλαμβάνει το πλήρες βάθος τους.

Από τον Έμπορο της Βενετίας, που κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν είναι τραγωδία, κομεντί, κωμωδία ή παρωδία, όλοι συγκρατούν την τρομερή φιγούρα του Εβραίου τοκογλύφου Σάιλοκ ως υπόδειγμα του χειρίστου είδους εκδικητικού απάνθρωπου. Άλλοι, πάλι, θεωρούν το έργο μια ποιητική διατριβή φιλοσοφίας του δικαίου με κύριο αντικείμενο την παράδοξη και μεγαλειώδη συνύφανση της έννοιας του δικαίου με εκείνην του ελέους, όπως την περιγράφει άψογα στον συγκινητικό μονόλογό της η μεταμφιεσμένη σε δικαστή αξιέραστη Πόρσια.

Κι όμως, τίποτε από αυτά δεν θα συνέβαινε αν ο έμπορος της Βενετίας, δηλαδή ο Αντόνιο, δεν είχε έναν φίλο με το όνομα Μπασάνιο. Αυτή η φιλία συνιστά το «ρινγκ» που φιλοξενεί όλες τις συγκλονιστικές συγκρούσεις που παρέχει το έργο. Ο Αντόνιο, ως αληθινός φίλος που είναι, εγγυάται το δάνειο που ο Μπασάνιο παίρνει από τον Σάιλοκ, προκειμένου να αγοράσει όμορφα ρούχα και να καλύψει περαιτέρω έξοδα παραστάσεως στην προσπάθειά του να γοητεύσει την Πόρσια. Ο Μπασάνιο ‒που είναι καλό παιδί‒ κερδίζει την Πόρσια. Όμως ο Αντόνιο δεν καταφέρνει να εξοφλήσει τον Σάιλοκ. Και ο τελευταίος σέρνει τον έμπορο της Βενετίας στο δικαστήριο, απαιτώντας να του αποδοθεί το προβλεπόμενο από την ποινική ρήτρα του συμβολαίου τους, δηλαδή ένα κομμάτι κρέας από το σώμα του Αντόνιο, βάρους ίσου με εκείνο των χρυσών νομισμάτων που ο Σάιλοκ δάνεισε στον Μπασάνιο.

Δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη φιλίας από το να αποδέχεσαι να δικαστείς για λογαριασμό φίλου σου. Αλλά και αυτό δεν αρκεί για να ορίσει τι εστί φιλία. Η λέξη δεν προσφέρει «πρόγνωση» του τι σημαίνει. Όλοι την καταλαβαίνουν εμπειρικά, χωρίς απαραίτητα να συμφωνούν σε έναν ορισμό της. Η ουσία της τελικά μπερδεύεται και χάνεται στην αοριστία που προκαλούν οι πολυάριθμοι και ετερόκλητοι προσδιορισμοί της. Ωστόσο, είναι η κορωνίδα των εξευγενισμένων ανθρώπινων δεσμών. Είναι μια αγάπη που διαπερνά τα οχυρωματικά τείχη κάθε «εγώ», χωρίς να χρειάζεται την ερωτική έλξη ως εμπροσθοφυλακή που θα τα γκρεμίσει για να διευκολύνει την επέλασή της. Αυτή της η δύναμη, η αυτάρκειά της, καθιστά τη φιλία ένα αίνιγμα.

Σήμερα, περισσότερο από οποτεδήποτε στο παρελθόν, όλοι θέλουν να είναι άτομα ελεύθερα, γνήσια, ανεξάρτητα και αυθεντικά. Και το πετυχαίνουν εις βάρος της δύναμης των δεσμών τους με τους άλλους. Έτσι, αντί να νιώθουμε έρωτα ή φιλία, καταλήγουμε σε κάτι χλιαρότερο, όπως είναι οι «σεξουαλικές σχέσεις» και οι «φιλικές σχέσεις». Χάθηκαν η περιπλοκότητα, οι θρίαμβοι και οι ήττες του κοινωνικού δεσμού – τα τρία στοιχεία που πάντα θεωρούνταν η αλήθεια και η ουσία του.

Στη σχέση των Αντόνιο και Μπασάνιο αντικρίζει κάποιος ένα σπάνιο και μάλλον ξεχασμένο πρότυπο φιλίας, που είναι το πιο θαυμαστό, το πιο ικανοποιητικό και ταυτόχρονα το πιο ενοχλητικό. Συχνά η φιλία τους οδηγεί στην καχυποψία ότι συντρέχει και μια ασυνείδητη, εντελώς λανθάνουσα έλξη ομοερωτικού χαρακτήρα. Η μετάφραση του Μίνου Βολανάκη χαίρεται να «παίζει» με αυτή την εκδοχή. Αλλά είναι και πιστή στον Σαίξπηρ, ο οποίος ίσως να χαιρόταν κι εκείνος με το ίδιο παιχνίδι, αλλά είχε επίσης φροντίσει να τοποθετήσει ως «ενθέματα» στα λόγια των δύο χαρακτήρων μερικά ακλόνητα πειστήρια του ότι η μεταξύ τους φιλία δεν φέρει τα σημάδια της παραφοράς που θα ταίριαζαν σε έναν κρυφό έρωτα.

Αυτό που συμβαίνει στον Αντόνιο και στον Μπασάνιο είναι το περίφημο αριστοτελικό «ο έτερος γαρ αυτός» ‒ ο ένας βλέπει στον άλλο ένα είδωλο του εαυτού του. Είναι μια αίσθηση αγαλλίασης τόσο δυνατή, που επιτρέπει εύκολα να πάρει ο ένας τη θέση του άλλου και στις πιο δύσκολες περιστάσεις.

 

Γιάννης Κωνσταντινίδης

Λ. Φρανκ Μπάουμ

17.02

Είναι έργο της ώριμης συγγραφικής περιόδου του Λάιμαν Φρανκ Μπάουμ. Εικονογραφήθηκε υπέροχα από τον Ουίλιαμ Ουάλας Ντένσλοου και εκδόθηκε πρώτη φορά το 1900 στο Σικάγο και στη Νέα Υόρκη, για να κατακτήσει τελικά ολόκληρο τον κόσμο.

Στα ελληνικά κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μετάφραση του Σωτήρη Κακίση και με την αρχική εικονογράφηση του Ντένσλοου, σε έναν υπέροχο τόμο που γοητεύει και ενήλικες.

Η ηρωίδα Ντόροθι ζούσε κάπου εν μέσω των μεγάλων λιβαδιών του Κάνσας, με τον αγρότη θείο της Ερρίκο και τη θεία Έμα, τη σύζυγό του. Το ξύλινο σπιτάκι τους είχε γκριζάρει, όπως τα πάντα γύρω τους, άψυχα και έμψυχα. Ο μόνος που έκανε τη μικρούλα να γελά ήταν ο σκυλάκος της, ο Τοτός. Μέχρι που ένας κυκλώνας παρέσυρε την Ντόροθι, τον Τοτό και το σπιτάκι, προσγειώνοντάς τους μεν σε μια πανέμορφη χώρα, αλλά καταπλακώνοντας και σκοτώνοντας την Κακιά Μάγισσα της Ανατολής. Έτσι, απελευθερώθηκε από την τυραννία της η Χώρα των Λαιμαργάκηδων και, παρότι άθελά της προκάλεσε ένα τραγικό ατύχημα, η Ντόροθι αποθεώνεται. Αποκτά επίσης, ως μπόνους, τα μαγικά ασημένια γοβάκια της θανούσης και, φυσικά, τα θερμά συγχαρητήρια για το ξεπάστρεμά της από την ευγενική Καλή Μάγισσα του Βορρά, που τη συμβουλεύει να απευθυνθεί για βοήθεια σχετικά με το πώς να επιστρέψει στο Κάνσας στον ισχυρότατο Μάγο του Οζ. Θα χρειαστεί, λοιπόν, να πάει ως την Πόλη των Σμαραγδιών, όπου βρίσκεται αυτός, ακολουθώντας έναν δρόμο στρωμένο με κίτρινες πλάκες. Στην πορεία της συναντά ένα σκιάχτρο που παραπονιέται ότι δεν έχει μυαλό, έναν τενεκεδένιο ξυλοκόπο που στενοχωριέται επειδή δεν έχει καρδιά και ένα λιοντάρι που υποφέρει από τη δειλία του. Έτσι δημιουργείται αυτό το απίθανο «παρεάκι» που, με τα πολλά, φτάνει στον Μάγο του Οζ. Εκείνος δέχεται να τους προσφέρει ό,τι λείπει στον καθένα, με αντάλλαγμα να εξολοθρεύσουν την Κακιά Μάγισσα της Δύσης. Η θανατοπολιτική του και η απόδοση του ρόλου μισθοφορικού τάγματος στην παρέα δεν ταράζει κανέναν από τους εμπλεκόμενους και, τελικά, η Ντόροθι καταφέρνει να ξεκάνει και δεύτερη μάγισσα ολκής, περιλούζοντάς την με έναν κουβά νερό. Κι όλα αυτά τα φοβερά, για να ανακαλύψουν στο τέλος ότι ο Μάγος του Οζ είναι ένας τσαρλατάνος.

Καθένας στην παρέα κατέκτησε αυτό που νόμιζε ότι του έλειπε απλώς ανασύροντάς το από μέσα του – αναλαμβάνοντας ήρεμα, ψύχραιμα και σταθερά την ευθύνη του εαυτού του. Κάτι που μάλλον δεν θα συνέβαινε ποτέ αν δεν βρίσκονταν μέσα σε αυτήν την «κάψουλα προστασίας» που συνιστά η μεταξύ τους φιλία.

Κατά τα άλλα, στο μυθιστόρημα του Θαυμάσιου Μάγου του Οζ είναι τόσο έξυπνα μοιρασμένη η πίστη στη μαγεία και στην ανυπαρξία της, που τα παιδιά (κάθε ηλικίας) καταπίνουν εύκολα και αφομοιώνουν αδιαμαρτύρητα την πιθανότητα το σύμπαν μας να καθορίζεται περισσότερο από μια πλήρη (αλά Στίβεν Χόκινγκ) απομάγευσή του παρά από μεταφυσικές και μαγικές δυνάμεις, οι οποίες επιδίδονται αποκλειστικά και μόνο στο να επιφέρουν το καλό και το δίκαιο.

Επίσης, το κείμενο πείθει ότι η φιλία που γεννιέται μεταξύ όσων μπλέκονται κατά τυχαίο τρόπο σε μια πιεστική περιπέτεια, η οποία απαιτεί ένωση δυνάμεων και γρήγορη εξοικείωση με τον άλλο, είναι πολύ σταθερή και ποτέ προδοτική. Το μυθιστόρημα του Λ. Φρανκ Μπάουμ συχνά περιγράφεται ως κρυπτογραφημένη αλληγορία σχετικά με πρόσωπα και καταστάσεις που εμπλέκονταν στις πολιτικές εξελίξεις που δρομολόγησαν το τέλος της Χρυσής Εποχής της Αμερικής κατά το πέρασμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα. Ένα τέλος που επέφερε την οικονομική καταστροφή των επιχειρήσεων του ίδιου του Μπάουμ αλλά και την εξανέμιση της τεράστιας περιουσίας που είχε δημιουργήσει ο πατέρας του.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο εκείθεν του Ατλαντικού ο χαρακτηρισμός «Μάγος του Οζ» αποδίδεται συχνά σε πολιτικούς για τους οποίους κανείς δεν μπορεί να σταθμίσει με τίνος το μέρος συντάσσονται, ενόσω εκείνοι προσπαθούν να υπερασπιστούν τη δόλια επιθυμία τους να επωφελούνται καιροσκοπικά επί όσο το δυνατόν περισσότερο.

Γιάννης Κωνσταντινίδης

Nαθάνιελ Χόθορν

17.42

Η βαθιά φιλία της νεαρής Αμερικανίδας ζωγράφου Χίλντα και της αγγλικής και εβραϊκής καταγωγής Μίριαμ, που τις συνδέουν με έναν τρόπο μεταφυσικό η έννοια της ενοχής, της μεταμέλειας και της κάθαρσης με φόντο τη Ρώμη και τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς της, είναι το βασικό μοτίβο του αριστουργήματος του Nathaniel Hawthorne, πάνω στο οποίο χτίζεται με περίτεχνο τρόπο η σχέση τους με τους άλλους δύο χαρακτήρες του βιβλίου, τον Αμερικανό γλύπτη Κένιον και τον νεαρό Ιταλό κόμη Ντονατέλο. Ο Κένιον είναι ερωτευμένος με τη Χίλντα και ο νεαρός κόμης του Μόντε Μπένο με την Μίριαμ, η οποία γίνεται ηθική αυτουργός του φόνου που διαπράττει o Ντονατέλο. Ο Hawthorneτοποθετεί την παρέα των τεσσάρων εξαιρετικά καλλιεργημένων καλλιτεχνών σε μια πόλη με πλήθος έργων τέχνης και σε σκηνικό έντονα ατμοσφαιρικό, γεμάτο συμβολισμούς, που γίνεται η αφορμή να αποκαλύψει, μέσω των ηρώων του, τις απόψεις του για την τέχνη, τη θρησκεία και τον έρωτα. Οι ηθικές μεταπτώσεις κάθε χαρακτήρα αποδίδονται αριστοτεχνικά μέσα από περιγραφές έργων ζωγραφικής και γλυπτικής που σχολιάζουν τα ήθη τις εποχής ή τις κοσμοθεωρίες των ηρώων και δείχνουν τη διαφορά μεταξύ του παλιού (Ιταλία) και του νέου κόσμου (Αμερική). Η φιλία θριαμβεύει, αλλά η αθωότητα και η ανεμελιά θα χαθούν όσο οι τέσσερις φίλοι βυθίζονται στην ενοχή και τη σκιά. «Καμία ελπίδα δεν θα τους παρασταθεί αρκετά. Μόνοι τους θα βρουν τον δύσκολο δρόμο τους σ’ έναν κόσμο όπου “η αμαρτία –που τη θεωρούμε τόσο τρομακτική, όσο το αβυσσαλέο σκοτάδι του σύμπαντος‒” μπορεί να είναι “απλώς ένα στοιχείο ανθρώπινης καλλιέργειας, μέσω του οποίου αγωνιζόμαστε για μια υψηλότερη και καθαρότερη κατάσταση απ’ αυτή που θα μπορούσαμε να κατακτήσουμε με οποιοδήποτε άλλο μέσο”». Ωστόσο, προσπαθούν να υπερβούν την τραγωδία και να προσφέρουν όση ανακούφιση μπορούν στον διπλανό τους, «άξιο θανάτου, αλλά όχι ανάξιο αγάπης», έστω και χωρίς να καταφέρουν να βρουν πραγματική παρηγοριά. Ποτέ δεν κατορθώνουν να διαχειριστούν τα γεγονότα και να αποβάλουν αυτό που «έπεσε σαν σκιά» στην ψυχή τους στη Ρώμη.

M. Hulot

Γιάννης Ρίτσος

20.85

Μια ζωή επιστήθια φίλη του Γιάννη Ρίτσου και σύντροφος του Άρη Αλεξάνδρου από το 1959, η ποιήτρια και δημοσιογράφος Καίτη Δρόσου (1924-2016), λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό της, εμπιστεύτηκε στην πανεπιστημιακό Λίζυ Τσιριμώκου έναν μικρό θησαυρό: τα δελτάρια του Ρίτσου από τόπους εξορίας –τη Λήμνο, τη Μακρόνησο, τον Αϊ-Στράτη– προς την ίδια, καθώς και τα γράμματά του προς εκείνη και τον Αλεξάνδρου επί δικτατορίας, όσο ζούσαν αυτοεξόριστοι στο Παρίσι, τα οποία βρίσκονται από το 2008 συγκεντρωμένα στον τόμο Τροχιές σε διασταύρωση (εκδ. Άγρα).

Η Καίτη Δρόσου υπήρξε αποδέκτης της αστείρευτης θετικής ενέργειας του Ρίτσου από τα 16 της, επί Κατοχής, όταν οι ερασιτεχνικοί καλλιτεχνικοί κύκλοι λειτουργούσαν σαν συγκοινωνούντα δοχεία με τους επαγγελματικούς. Ο Αλεξάνδρου βρέθηκε στην παρέα του Ρίτσου, ανεξάρτητα από εκείνη, χάρη στον συμμαθητή του από το Βαρβάκειο Ανδρέα Φραγκιά. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία αλλά η δουλειά τους στον Γκοβόστη ήταν που τους έφερε κοντά – ώρες ατέλειωτες σκυμμένοι πάνω από τυπογραφικά δοκίμια, ο Αλεξάνδρου μετέφραζε από τα ρωσικά και ο Ρίτσος τα ξανακοίταζε με έναν ρωσόφωνο ακόμη, για να μην ξεφύγει λάθος πουθενά…

Ακράδαντα πειστήρια του ήθους, της πληθωρικής προσωπικότητας και των ποιητικών ανησυχιών του Ρίτσου, τα γράμματα που απλώνονται στο Τροχιές σε διασταύρωση πιστοποιούν τη φιλία που ένωσε τους τρεις ομοτέχνους σε πολύ δύσκολους καιρούς, τότε που οι διώξεις και τα βασανιστήρια των αριστερών βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη και τα συντροφικά μαχαιρώματα έρχονταν να προκαλέσουν κι άλλες, συχνά ανεπούλωτες πληγές. Κι ακόμα, φανερώνουν τις «ωδίνες τοκετού» ενός από τα σπουδαιότερα έργα της μεταπολεμικής λογοτεχνίας, του Κιβωτίου.

Ο Αλεξάνδρου, έχοντας παραδεχτεί μέσα του την ήττα του εμφυλίου, διέσχισε τα χρόνια της εξορίας του απομονωμένος από τους συντρόφους του, κι ας είχε σπεύσει ο Ρίτσος να εγγυηθεί γι’ αυτόν ότι είναι τίμιος και ότι δεν θα βλάψει το Κόμμα ποτέ. Ωστόσο, οι δρόμοι τους χώρισαν. Έπρεπε να φτάσει το ’58, οπότε επέστρεψε και ο Αλεξάνδρου από τη Γυάρο στην Αθήνα, για να μιλήσουν ξανά. Επί χούντας, πιάνουν και πάλι να αλληλογραφούν. Ο Ρίτσος, κάθε φορά που λαμβάνει αποσπάσματα του Κιβωτίου από το Παρίσι, εγκαρδιώνει τον φίλο του και τον επικροτεί. «Είναι ένα όργιο φαντασίας», θα του γράψει όταν το διαβάσει ολοκληρωμένο, «που καλύπτει την ιστορική πραγματικότητα κι αποκαλύπτει την άλλη πραγματικότητα της πιο πειστικής φαντασίας, της γεννημένης απ’ τους καθημερινούς εφιάλτες της ασυνεννοησίας, της καταπίεσης, της υποχρεωτικής συγκατάβασης».

Σύμφωνα με τη Δρόσου, το θέμα με τον Ρίτσο και τον Αλεξάνδρου δεν ήταν να τα βρουν στα ιδεολογικά. Το θέμα ήταν ποιος θα κάνει πρώτος την κίνηση να βγάλει το χαρτί από την τσέπη, ποιος, δηλαδή, θα προκαλέσει ξανά συζήτηση πάνω σε ένα γραπτό, όπως θα μιλούσε στον δάσκαλό του…

 

Σταυρούλα Παπασπύρου

Γκυστάβ Φλωμπέρ

20.85

Δεν είναι ηλίθιοι!

Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, διαβάζοντας (για να γράψει) και γράφοντας το Μπουβάρ και ο Πεκυσέ. Το ότι δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει (πέθανε από εγκεφαλικό το 1880) δεν επηρεάζει την πρόσληψή του, αφού είχε προχωρήσει ήδη την ιστορία τόσο, ώστε με τα σχέδια που άφησε για την κατάληξή της να ολοκληρώνεται με τον τρόπο που ταιριάζει καλύτερα στην πρωτοποριακή σύλληψή του: δεν υπάρχει τέλος (σκοπός), τα βιβλία είναι άπειρα, η Γνώση απροσπέλαστη.

Ο Μπουβάρ και ο Πεκυσέ συναντήθηκαν τυχαία μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα στο έρημο παρισινό βουλεβάρτο. Ένα ασήμαντο γεγονός, το ότι και οι δύο έχουν γράψει τα ονόματά τους στο εσωτερικό του καπέλου τους, λειτουργεί σαν σημείο αναγνώρισης. Όλως τυχαίως είναι συνομήλικοι, 47 χρονών, και κάνουν την ίδια δουλειά: είναι αντιγραφείς. Ενώ ασχολούνται, δηλαδή, με τη γραφή, με τις λέξεις, η σχέση τους μ’ αυτές είναι νεκρή ‒ περιορίζεται στη μηχανική αναπαραγωγή εγγράφων. Γρήγορα γίνονται φίλοι, περνούν μαζί όλο τον ελεύθερο χρόνο τους με ατελείωτες βόλτες και συζητήσεις. Ώσπου μια απρόσμενη κληρονομιά επιτρέπει τη ριζική αλλαγή που και οι δύο επιθυμούσαν, να ζήσουν μαζί στην εξοχή.

Η ζωή τους στο αγρόκτημα που αγοράζουν είναι μια διαρκής περιπέτεια, γεμάτη καινούργιες γνώσεις, χαρές και απογοητεύσεις. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Φλωμπέρ, έχοντας ζήσει τις μεγάλες κοινωνικοπολιτικές ταραχές/αλλαγές του 19ου αιώνα, αμφισβητεί ευθέως την «αισιοδοξία» των φιλοσόφων του Φώτων, την πίστη τους στην πρόοδο που θα εξασφαλίσει η γνώση. Αν ο Καντίντ και η παρέα του (από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Βολταίρου, 1761), μετά από απίθανες περιπέτειες από τη μια άκρη της γης στην άλλη, καταλήγουν ότι «πρέπει να καλλιεργούμε τον κήπο μας» για να μπορούμε να απολαμβάνουμε «ζαχαρωτά, κυδώνια και φιστίκια», ο Μπουβάρ και ο Πεκυσέ ξεκινούν αντίστροφα. Η νέα ζωή τους αρχίζει καλλιεργώντας τον κήπο και το κτήμα τους. Αποτυγχάνουν, αλλά μικρό το κακό, αφού, ασχολούμενοι με την κηπουρική και τη γεωργία, οδηγούνται σε νέα πεδία γνώσης, τη χημεία, την ιατρική, την αστρονομία, την αρχαιολογία, την ιστορία, τη λογοτεχνία. Ο ένας τομέας τους οδηγεί στον άλλο, ανοίγουν βιβλία, δοκιμάζουν εμπράκτως τις νέες γνώσεις, αποτυγχάνουν ξανά και ξανά, αλλά είναι τόσο γοητευμένοι από τη διαδικασία της ανακάλυψης, που αδιαφορούν για την «αντικειμενική» αποτυχία του αρχικού στόχου τους. «Ξάνοιγε ο νους τους». Και «διασκέδαζαν τρομερά». Μαζί.

Μόνο μετά την επανάσταση του 1848 η σχέση τους αλλάζει, απογοητεύονται από τις πολιτικές εξελίξεις, αναζητούν ταίρι (χωρίς επιτυχία), απελπίζονται από τον περιορισμένο ορίζοντα, την πονηριά και την εκμετάλλευση των γύρω τους και αποφασίζουν να ξαναγυρίσουν στην πρώτη δουλειά τους. Ναι, να αντιγράφουν, αλλά πλέον ό,τι τους κάνει κέφι.

Κανένα από τα κείμενα που έχω διαβάσει για το Μπουβάρ και Πεκυσέ δεν απαντά ικανοποιητικά στο τι είναι, ποιο είναι το θέμα αυτού του παράδοξου «μυθιστορήματος μαθητείας» (Bildungsroman) που δεν ξεκινά από την αρχή αλλά στο μέσον της ζωής των δύο πρωταγωνιστών. Αν βάζαμε σήμερα υπότιτλο στο τελευταίο αριστούργημα του Φλωμπέρ, δεν θα ήταν αυτός που πρότεινε ο Γκι ντε Μοπασάν, Περί της απουσίας μεθόδου στη μελέτη των ανθρωπίνων γνώσεων». Και σίγουρα οι δύο άνδρες δεν είναι ηλίθιοι, ούτε το βιβλίο διαπραγματεύεται το ζήτημα της ανθρώπινης βλακείας (άλλωστε, κάποιας μορφής ευήθεια/αναπηρία πάει πακέτο με την πιο υψηλή ευφυΐα). Οι ήρωες εξελίσσονται, μαθαίνουν, προσπαθούν να καταλάβουν, κατανοούν και επιχειρηματολογούν. «Η φιλοσοφία μεγάλωνε την αυτοεκτίμησή τους» και την απόσταση από τους ανίδεους γύρω τους. «Και τότε μια λυπηρή ιδιότητα αναπτύχθηκε στον νου τους: αυτή του να βλέπουν τη βλακεία και να μην μπορούν να την ανεχθούν. Ασήμαντα πράγματα τους κατέθλιβαν: οι διαφημίσεις στις εφημερίδες, το προφίλ ενός αστού, μια ηλίθια σκέψη που άκουγαν τυχαία».

Καινοτόμο από κάθε πλευρά, αιρετικό, ειρωνικό, ευφυές, κωμικό, το Μπουβάρ και Πεκυσέ «μιλάει» καλύτερα στην εποχή μας, τη χαοτική, εξειδικευμένη/κατακερματισμένη, techno-εγκυκλοπαιδική, παρά στα τέλη του 19ου αιώνα. Μεταξύ άλλων, για τη σημασία της φιλίας δύο ή περισσότερων ανθρώπων που συμπορεύονται επειδή συμπληρώνει ο ένας τον άλλον, επειδή αγαπούν τα ίδια πράγματα, επειδή το να μοιράζεσαι είναι αξία ανεξάντλητη.

Ματίνα Καλτάκη

Βιβλία

Περί Φιλίας

Αλέξανδρος Νεχαμάς

6.19

O Αλέξανδρος Νεχαμάς, ελληνικής καταγωγής Αμερικανός στοχαστής, δεν μας παραδίδει απλώς έναν ύμνο στη φιλία ή μια φιλοσοφική πραγματεία γι’ αυτήν. Στήνει λεπταίσθητες συνομιλίες με ορισμένους από τους ήρωές του, τον Αριστοτέλη, τον Μονταίνιο ή τον Νίτσε, για να πάει όμως μακρύτερα από το «σχόλιο» σε έργα της σκέψης ή στιγμιότυπα της τέχνης. Το δοκίμιό του ψάχνει τα ίχνη της φιλίας σε κείμενα, ταινίες ή μυθιστορήματα, για να εκφράσει μια κατάφαση: ο Νεχαμάς δεξιώνεται τη φιλία σαν μια εμπειρία που μεταμορφώνει τους φίλους, είτε προς το καλύτερο είτε και προς το χειρότερο. Η φιλία εδώ δεν είναι ηθική αρετή όσο μια κατά βάση αισθητική αξία με αμφίβολη έκβαση. Μπορεί, δηλαδή, να εμπλουτίσει ή να μαραζώσει μια ζωή, να την κάνει πιο ανοιχτή σε πλούσια ερεθίσματα ή να τη βυθίσει σε εμμονές. Μόνη βεβαιότητα είναι πως η φιλία διαμορφώνει όσους πιάνονται στα δίχτυα της. Εκεί που αποκτά βαρύτητα για τη ζωή σου, υπερβαίνει το «όφελος» που τυχόν προσκομίζεις ή τις ηδονές που ίσως αντλείς. Η φιλία είναι, με άλλα λόγια, εμπειρία πιο περίπλοκη από τη συνηθισμένη της ηθική εξιδανίκευση ή τη μετατροπή της σε στυλοβάτη των υποθετικά «υγιών» ανθρώπινων σχέσεων. Αυτό που μας λέει ο Νεχαμάς είναι ότι κάθε μοναδική φιλία έχει τη δυνατότητα να μας προσθέσει κάτι, να «συνεισφέρει ένα στοιχείο ατομικότητας». Ο φίλος έτσι με δημιουργεί με τον τρόπο του κι εγώ με τη σειρά μου τον πλάθω. Γι’ αυτό, άλλωστε, το «περιεχόμενο» μιας φιλίας δεν μετράει τόσο, όσο η ίδια της η ύπαρξη και η ανθοφορία της. Αυτό που κάνουν οι φίλοι μαζί είναι λιγότερο σημαντικό από το γεγονός ότι το κάνουν μαζί και ο χρόνος που περνούν δεν είναι σκοτωμένος χρόνος.

Ο Νεχαμάς γράφει με παραδείγματα και πολλές πολιτισμικές αναφορές. Από τον Δον Κιχώτη κάνει ένα άλμα στη Θέλμα και Λουίζ και από το Art της Γιασμίνα Ρεζά σε μια φράση του Καντ. Σε όλες τις σύντομες στάσεις της, όμως, η γραφή του θέλει να απαντήσει στο ερώτημα «γιατί αγαπάμε τους φίλους μας», ενώ την ίδια στιγμή διαπιστώνει την αδυναμία για «πλήρη εξήγηση» του μυστηρίου αυτού. Στην προοπτική αυτού του βιβλίου οι άνθρωποι ως φίλοι δεν είναι σύνολα από ιδιότητες που αλληλοσυμπληρώνονται, ούτε όντα που αποζητούν ολοκλήρωση ή έξοδο από τη μοναχικότητα. Όλες αυτές οι γνωστές ηθικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις στη φιλία δεν ικανοποιούν τον ανήσυχο στοχαστή που ψάχνει τη φιλία «πέραν του καλού και του κακού». Η φιλία είναι, εν τέλει, αυτοσκοπός και όχι μέσο ή εργαλείο. Βρίσκεται μακριά από τα tips κοινωνικότητας και ευεξίας που την έχουν μετασκευάσει κι αυτήν σε διάκοσμο μιας καθωσπρέπει προσωπικότητας.

Στο τέλος ο Νεχαμάς προσεγγίζει την οικεία σε αυτόν κατάφαση σε μια τέχνη του βίου όπου ακόμα και η ασημαντολογία μιας κουβέντας για ασήμαντα πράγματα, ακόμα και το «χάσιμο χρόνου» με τον φίλο δεν είναι ποτέ απώλεια αλλά πλούτος. Το λέει εξαιρετικά και εδώ νομίζω πως ο συγγραφέας θυμίζει περισσότερο τον Κωστή Παπαγιώργη, παρά τον πανεπιστημιακό των Ηνωμένων  Πολιτειών:

Όπως η αλχημεία, έτσι και η φιλία συχνά δεν παράγει τίποτε παρά απορρίμματα· ωστόσο, σε αντίθεση με αυτήν, μερικές φορές φτάνει στον χρυσό.

Η φιλία σώζει, αλλά εντός της μπορεί να φιλοξενείται και η ασωτία. Κάπως έτσι ο Νεχαμάς μας παραδίδει ένα ανοιχτό μάθημα για τη φιλία, δίχως να διαστρέφει τον τόνο του για να τον προσαρμόσει στο ακαδημαϊκό ύφος.

Νικόλας Σεβαστάκης

Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν

13.13

Το αριστούργημα του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, εκδόθηκε για πρώτη φορά σε τρεις τόμους το 1954 και το 1955. Αρχικά η ιστορία επρόκειτο να είναι η συνέχεια του Χόμπιτ, αλλά το τρίτομο έργο του Τόλκιν έγινε η πιο φιλόδοξη δουλειά του, ένα επικό μυθιστόρημα που σημάδεψε το είδος του fantasy και, εν τέλει, απευθυνόταν περισσότερο σε ενήλικες παρά σε παιδιά. Πέρα από το γλωσσικό ενδιαφέρον, τους ολοκληρωμένους χαρακτήρες και τα θέματα που θίγονταν και ήταν αρκετά πρωτότυπα για μυθιστόρημα που γράφτηκε μέσα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ‒η αρχετυπική ιστορία του Καλού ενάντια στο Κακό π.χ.‒, αυτό που κάνει το έργο του Τόλκιν μοναδικό είναι το θέμα της φιλίας, η βασική σχέση ανάμεσα στους ήρωες. Η φιλία και η αγάπη είναι τα συναισθήματα που κυριαρχούν και δίνουν την απαραίτητη ώθηση για να κυλήσει η ιστορία. Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών η αφοσίωση είναι αυτή που σφραγίζει τη σχέση του Φρόντο και του Σαμ και δημιουργεί την απόλυτη φιλία (μέχρι παρεξηγήσεως) που τους ακολουθεί σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους, όπως και τη σχέση του Μέρι και του Θέοντεν. Οι κοινοί στόχοι δημιουργούν στενούς δεσμούς φιλίας ανάμεσα σε πρόσωπα που δεν έχουν τίποτα κοινό. Ο αγώνας για την εκπλήρωσή τους φέρνει σε επαφή τον Λέγκολας και τον Γκίμλι και επιτρέπει στη φιλία τους να αναπτυχθεί. Έτσι, από εντελώς ξένοι γίνονται οι καλύτεροι φίλοι. Οι ιστορίες της τριλογίας είναι εμπνευσμένες από τις προσωπικές εμπειρίες του Τόλκιν κατά τη διάρκεια του πολέμου και ο βασικός τους κορμός είναι ο αγώνας των εννέα ηρώων να αντιμετωπίσουν το Κακό που μαστίζει τη Μέση Γη και την απειλεί με το απόλυτο σκοτάδι. Ο φανταστικός κόσμος τους, που κατοικείται από διάφορες ανθρωποειδείς φυλές (Χόμπιτ, Ξωτικά, Ανθρώπους, Νάνους και Ορκ), μπορεί να καταστραφεί από ένα Δαχτυλίδι, το οποίο κατασκεύασε ο Σκοτεινός Άρχοντας Σάουρον κατά τη Δεύτερη Εποχή. Ξεκινώντας από το ήσυχο Σάιρ, η ιστορία εξελίσσεται στο βορειοδυτικό τμήμα της Μέσης Γης και ακολουθεί την πορεία του Πολέμου του Δαχτυλιδιού. Ο πραγματικός ήρωας της ιστορίας είναι ο Σαμ, το σύμβολο αυτοθυσίας και αληθινής φιλίας στα βιβλία, ο οποίος βοηθάει τον Φρόντο να ολοκληρώσει το ταξίδι και να καταστρέψει το δαχτυλίδι. Ακόμα και όταν ο Φρόντο τον θεωρούσε κακό ή ήθελε να τα παρατήσουν, αυτός παρέμενε πιστός του φίλος και του έδινε κουράγιο να συνεχίσουν.

 

Μαρία Παππά

Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν

13.13

Το αριστούργημα του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, εκδόθηκε για πρώτη φορά σε τρεις τόμους το 1954 και το 1955. Αρχικά η ιστορία επρόκειτο να είναι η συνέχεια του Χόμπιτ, αλλά το τρίτομο έργο του Τόλκιν έγινε η πιο φιλόδοξη δουλειά του, ένα επικό μυθιστόρημα που σημάδεψε το είδος του fantasy και, εν τέλει, απευθυνόταν περισσότερο σε ενήλικες παρά σε παιδιά. Πέρα από το γλωσσικό ενδιαφέρον, τους ολοκληρωμένους χαρακτήρες και τα θέματα που θίγονταν και ήταν αρκετά πρωτότυπα για μυθιστόρημα που γράφτηκε μέσα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ‒η αρχετυπική ιστορία του Καλού ενάντια στο Κακό π.χ.‒, αυτό που κάνει το έργο του Τόλκιν μοναδικό είναι το θέμα της φιλίας, η βασική σχέση ανάμεσα στους ήρωες. Η φιλία και η αγάπη είναι τα συναισθήματα που κυριαρχούν και δίνουν την απαραίτητη ώθηση για να κυλήσει η ιστορία. Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών η αφοσίωση είναι αυτή που σφραγίζει τη σχέση του Φρόντο και του Σαμ και δημιουργεί την απόλυτη φιλία (μέχρι παρεξηγήσεως) που τους ακολουθεί σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους, όπως και τη σχέση του Μέρι και του Θέοντεν. Οι κοινοί στόχοι δημιουργούν στενούς δεσμούς φιλίας ανάμεσα σε πρόσωπα που δεν έχουν τίποτα κοινό. Ο αγώνας για την εκπλήρωσή τους φέρνει σε επαφή τον Λέγκολας και τον Γκίμλι και επιτρέπει στη φιλία τους να αναπτυχθεί. Έτσι, από εντελώς ξένοι γίνονται οι καλύτεροι φίλοι. Οι ιστορίες της τριλογίας είναι εμπνευσμένες από τις προσωπικές εμπειρίες του Τόλκιν κατά τη διάρκεια του πολέμου και ο βασικός τους κορμός είναι ο αγώνας των εννέα ηρώων να αντιμετωπίσουν το Κακό που μαστίζει τη Μέση Γη και την απειλεί με το απόλυτο σκοτάδι. Ο φανταστικός κόσμος τους, που κατοικείται από διάφορες ανθρωποειδείς φυλές (Χόμπιτ, Ξωτικά, Ανθρώπους, Νάνους και Ορκ), μπορεί να καταστραφεί από ένα Δαχτυλίδι, το οποίο κατασκεύασε ο Σκοτεινός Άρχοντας Σάουρον κατά τη Δεύτερη Εποχή. Ξεκινώντας από το ήσυχο Σάιρ, η ιστορία εξελίσσεται στο βορειοδυτικό τμήμα της Μέσης Γης και ακολουθεί την πορεία του Πολέμου του Δαχτυλιδιού. Ο πραγματικός ήρωας της ιστορίας είναι ο Σαμ, το σύμβολο αυτοθυσίας και αληθινής φιλίας στα βιβλία, ο οποίος βοηθάει τον Φρόντο να ολοκληρώσει το ταξίδι και να καταστρέψει το δαχτυλίδι. Ακόμα και όταν ο Φρόντο τον θεωρούσε κακό ή ήθελε να τα παρατήσουν, αυτός παρέμενε πιστός του φίλος και του έδινε κουράγιο να συνεχίσουν.

 

Μαρία Παππά

Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν

13.13

Το αριστούργημα του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, εκδόθηκε για πρώτη φορά σε τρεις τόμους το 1954 και το 1955. Αρχικά η ιστορία επρόκειτο να είναι η συνέχεια του Χόμπιτ, αλλά το τρίτομο έργο του Τόλκιν έγινε η πιο φιλόδοξη δουλειά του, ένα επικό μυθιστόρημα που σημάδεψε το είδος του fantasy και, εν τέλει, απευθυνόταν περισσότερο σε ενήλικες παρά σε παιδιά. Πέρα από το γλωσσικό ενδιαφέρον, τους ολοκληρωμένους χαρακτήρες και τα θέματα που θίγονταν και ήταν αρκετά πρωτότυπα για μυθιστόρημα που γράφτηκε μέσα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ‒η αρχετυπική ιστορία του Καλού ενάντια στο Κακό π.χ.‒, αυτό που κάνει το έργο του Τόλκιν μοναδικό είναι το θέμα της φιλίας, η βασική σχέση ανάμεσα στους ήρωες. Η φιλία και η αγάπη είναι τα συναισθήματα που κυριαρχούν και δίνουν την απαραίτητη ώθηση για να κυλήσει η ιστορία. Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών η αφοσίωση είναι αυτή που σφραγίζει τη σχέση του Φρόντο και του Σαμ και δημιουργεί την απόλυτη φιλία (μέχρι παρεξηγήσεως) που τους ακολουθεί σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους, όπως και τη σχέση του Μέρι και του Θέοντεν. Οι κοινοί στόχοι δημιουργούν στενούς δεσμούς φιλίας ανάμεσα σε πρόσωπα που δεν έχουν τίποτα κοινό. Ο αγώνας για την εκπλήρωσή τους φέρνει σε επαφή τον Λέγκολας και τον Γκίμλι και επιτρέπει στη φιλία τους να αναπτυχθεί. Έτσι, από εντελώς ξένοι γίνονται οι καλύτεροι φίλοι. Οι ιστορίες της τριλογίας είναι εμπνευσμένες από τις προσωπικές εμπειρίες του Τόλκιν κατά τη διάρκεια του πολέμου και ο βασικός τους κορμός είναι ο αγώνας των εννέα ηρώων να αντιμετωπίσουν το Κακό που μαστίζει τη Μέση Γη και την απειλεί με το απόλυτο σκοτάδι. Ο φανταστικός κόσμος τους, που κατοικείται από διάφορες ανθρωποειδείς φυλές (Χόμπιτ, Ξωτικά, Ανθρώπους, Νάνους και Ορκ), μπορεί να καταστραφεί από ένα Δαχτυλίδι, το οποίο κατασκεύασε ο Σκοτεινός Άρχοντας Σάουρον κατά τη Δεύτερη Εποχή. Ξεκινώντας από το ήσυχο Σάιρ, η ιστορία εξελίσσεται στο βορειοδυτικό τμήμα της Μέσης Γης και ακολουθεί την πορεία του Πολέμου του Δαχτυλιδιού. Ο πραγματικός ήρωας της ιστορίας είναι ο Σαμ, το σύμβολο αυτοθυσίας και αληθινής φιλίας στα βιβλία, ο οποίος βοηθάει τον Φρόντο να ολοκληρώσει το ταξίδι και να καταστρέψει το δαχτυλίδι. Ακόμα και όταν ο Φρόντο τον θεωρούσε κακό ή ήθελε να τα παρατήσουν, αυτός παρέμενε πιστός του φίλος και του έδινε κουράγιο να συνεχίσουν.

 

Μαρία Παππά

Μαρκ Τουέιν

12.17

Ο σκανταλιάρης Τομ Σόγιερ διαθέτει όλα τα ζηλευτά χαρακτηριστικά ενός νεαρού αγοριού: είναι πολύ έξυπνος αν και καθόλου σπασίκλας, έχει λάβει την ανατροφή πολιτισμένου παιδιού αλλά ενδόμυχα θέλει να περνά τις μέρες του χωρίς δεσμεύσεις και περιορισμούς, θυσιάζεται για τα μάτια της αγαπημένης του Μπέκι και αφήνει τον μισητό του δάσκαλο να τον σαπίσει στις ξυλιές, είναι σκράπας στα θρησκευτικά και κάτι παραπάνω από αδιάφορος στο κατηχητικό (απηχώντας τον αθεϊσμό του Μαρκ Τουέιν), διέπεται από μια χαριτωμένη ηθική ανομία που οδηγεί το βλέμμα του προς τον ανοιχτό ορίζοντα, ζώντας σε ένα αιώνιο καλοκαίρι, σε ένα χωριό του Μισισιπή. Μαζί με τον κολλητό του, τον Χάκλμπερι Φιν, βρίσκει το ατρόμητο στοιχείο που του λείπει για να ξεχυθεί στις περιπέτειές του. Στο πρόσωπο του αλητάκου γιου του μπεκρή, του απροσάρμοστου και πιο μπρούτου της παρέας, που τα υπόλοιπα παιδιά θαυμάζουν και φοβούνται, κατά κάποιον τρόπο προπάτορα του Χόλντεν Κόλφιλντ του Σάλιντζερ, ανακαλύπτει την απόδραση που ο συγγραφέας ονόμαζε την ευκαιρία που αν δεν αδράξεις θα μετανιώνεις για το υπόλοιπο της ζωής σου. Αν ο Τουέιν δεν συνέχιζε με το σίκουελ Οι περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν, ο ξυπόλυτος συνοδοιπόρος του ήρωα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο φανταστικός του φίλος, ένα επινοημένο alter ego που διαμορφώνει τον χαρακτήρα του, ενισχύει το αγωνιστικό του πνεύμα, εξάπτει την ήδη ζωηρή περιέργειά του για το τι άλλο υπάρχει εκεί έξω και καταρρίπτει τη δειλία του. Οι αποκοτιές τους στα στοιχειωμένα σπίτια και στις σπηλιές παραμένουν θρυλικές, ένα χάρμα ανάγνωσης, γραμμένες σε ντοπιολαλιά, απλά και σταράτα, σαν να έχουν βγει από την καρδιά ενός 13χρονου που επιτέλους ξυπνάει, γιατί θέλει να τρομάξει, να ερωτευτεί, να μάθει – χωρίς η αφήγηση να βαραίνει από τον καταναγκασμό της ιστορίας ενηλικίωσης, καθώς ο Σόγιερ μαρκάρει την ηλικία του, σαν να προτιμά να την κρατήσει για πάντα. Η αβίαστη συνεννόηση των δύο αγοριών, όποτε τα βρίσκουν σκούρα αλλά και όταν απλώς χαζεύουν αποχαυνωμένα, τόσο χαρούμενα που δεν έχουν τίποτε ιδιαίτερο να κάνουν, συνιστά την ουτοπία της εφηβικής φιλίας, εκεί όπου ο αλλεργικός στις ευθύνες Χακ τραβάει από το χέρι τον εχέφρονα Τομ. Τους Αμερικανούς λογοτεχνικούς αναλυτές ακόμη απασχολούν τα ρατσιστικά θέματα που διατρέχουν το βιβλίο, αλλά ο υπόλοιπος κόσμος κρατά το ατόφιο πνεύμα της συνενοχής.

 

Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος

Βιβλία

Τα κύματα

Βιρτζίνια Γουλφ

8.60

Πόσοι άνθρωποι κατοικούν ανά πάσα στιγμή μέσα μας;

Οι γονείς μας, οι φίλοι μας, όλοι όσοι θαυμάσαμε, όσοι αγαπήσαμε, όσοι μας έβαλαν τρικλοποδιές, αλλά και τόσοι άλλοι που ποτέ δεν γνωρίσαμε προσωπικά, λατρεμένα φαντάσματα του παρελθόντος, ποιητές ή συγγραφείς που αναδύθηκαν μια δύσκολη ώρα της νύχτας στο γραφείο, δίπλα στον υπολογιστή μας, για να μας πουν ότι αξίζει τον κόπο και να είμαστε πείσμονες. Αλλά και άλλοι πολλοί, πλήθος συνωστίζεται στο στήθος μας, το πρόσωπο που φοράω όταν πηγαίνω στο γραφείο, το άλλο που ξεπηδάει όταν μιλάω στον σερβιτόρο, το τρίτο όταν θέλω να γίνω πειστική, ατέλειωτα πράγματι, και δεν είναι μόνο αυτά, δεν είναι μόνο όσα χρησιμοποιώ τις μέρες και τις νύχτες, είναι και όλα όσα ονειρεύτηκα, «σκιές ανθρώπων που θα μπορούσαμε να είχαμε γίνει, οι αγέννητοι εαυτοί μας», όπως λέει η Γουλφ.

«Ο καθένας είναι ο άλλος και κανένας δεν είναι ο εαυτός του» υποστήριζε ο Χάιντεγκερ. Τα Κύματα –το άκρως πειραματικό και ποιητικό μυθιστόρημα της Γουλφ, γραμμένο λίγα χρόνια μετά το Είναι και χρόνος του Χάιντεγκερ– μοιάζουν να εξερευνούν αυτήν ακριβώς την παράδοξη ρήση του Γερμανού φιλοσόφου. Το ζήτημα της ταυτότητας απασχολούσε σφόδρα τους συγγραφείς της ακμής του μοντερνισμού και η Γουλφ –ο πατέρας της οποίας ήταν επιφανής βιογράφος– μοιάζει να περιστρέφεται σχεδόν εμμονικά γύρω από το ερώτημα «πώς μπορούμε να αφηγηθούμε τη ζωή ενός ανθρώπου;». Όταν τα όρια είναι τόσο ρευστά, όταν δεν μπορούμε ποτέ να ξέρουμε πού τελειώνουμε και πού αρχίζουμε, πόσους ανθρώπους κουβαλάμε μέσα μας, ζωντανούς, νεκρούς ή αποκυήματα της φαντασίας μας, πώς μπορούμε να γνωρίσουμε ολοκληρωτικά τον άλλον; Πώς μπορούμε με βεβαιότητα να αποφανθούμε ή να αξιολογήσουμε τη ζωή του, να πούμε «ήταν αυτό» ή «ήταν εκείνο» και να κλείσουμε περισπούδαστα το θέμα;

Στα Κύματα η Γουλφ αναδεικνύει τη θαυμαστή πολυπλοκότητα του ψυχισμού μας και την πολλαπλότητα που κατοικεί μέσα μας (το ίδιο έκανε και στον/στην Ορλάντο, εκεί όμως ακολούθησε μια πιο ανάλαφρη οδό). «Και τώρα αναρωτιέμαι “Ποιος είμαι;”» λέει προς το τέλος του μυθιστορήματος ο Μπέρναρντ, ένας από την παρέα των έξι φίλων που παρακολουθούμε στην πορεία ενηλικίωσής τους. «Σας μιλούσα για τον Μπέρναρντ, τον Νέβιλ, την Τζίνη, τη Σούζαν, τη Ρόντα και τον Λούις. Είμαι άραγε όλοι αυτοί; Είμαι ένας και διακριτός; Δεν γνωρίζω. Καθίσαμε κάποτε εδώ όλοι μαζί. Αλλά τώρα ο Πέρσιβαλ είναι νεκρός και η Ρόντα είναι νεκρή‧ χωριστήκαμε‧ δεν είμαστε εδώ. Κι όμως δεν μπορώ να βρω κάποιο εμπόδιο που να μας χωρίζει. Δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε μένα και σε κείνους […]. Αυτή η διαφορά που την ανάγουμε σε τόσο μεγάλο ζήτημα, αυτή η ταυτότητα που με τόσο ζήλο περιθάλπουμε, έχει ξεπεραστεί».

Είναι, λοιπόν, οι φίλοι μας διάφορες εκδοχές μας, που τις αγαπήσαμε και τις απωθήσαμε, ανάλογα την ώρα και πόσα νεύρα είχαμε. Είναι αυτοί που μέσα στα χρόνια μάς πότισαν με τα όνειρα, τις αγωνίες, τις ζήλιες και τους ενθουσιασμούς τους. Είναι αυτοί που διαπέρασαν σταδιακά το δέρμα μας και χώθηκαν βαθιά, πολύ βαθιά, και τώρα πια δεν μπορούμε να χωριστούμε, επειδή οι φλέβες μας έχουν μπερδευτεί, «επειδή αυτή δεν είναι μία ζωή‧ ούτε πάντοτε γνωρίζω εάν είμαι άνδρας ή γυναίκα, ο Μπέρναρντ ή ο Νέβιλ, ο Λούις, η Σούζαν, η Τζίνη, ή η Ρόντα – τόσο παράξενη είναι η επαφή του ενός με τον άλλο».

Έλενα Φερράντε

12.53

Η Τετραλογία της Νάπολης αποτελεί αναμφισβήτητα ένα εκδοτικό φαινόμενο, έχοντας δημιουργήσει ένα πραγματικά φανατικό κοινό που από τόμο σε τόμο όχι μόνο δεν έχανε το ενδιαφέρον του, αλλά περίμενε τη συνέχεια της ιστορίας πριν ακόμα τελειώσει το βιβλίο που είχε ανά χείρας. Περισσότερο και από τον μύθο που έχει δημιουργηθεί γύρω από την πραγματική ταυτότητα της Φεράντε, είναι ενδιαφέρον να βλέπεις από τη μια το ενοχικό ύφος διαφόρων βιβλιόφιλων όταν εκμυστηρεύονταν το «κόλλημά» τους με την Τετραλογία και από την άλλη αρκετούς «διαβασμένους» να παραδέχονται ότι τελικά δεν πρόκειται για μια ελαφριά, πιασάρικη ιστοριούλα, αλλά για ένα μυθιστόρημα με λογοτεχνικές αξιώσεις, που ουδεμία σχέση έχει με «ροζ λογοτεχνία».

Προς τι, λοιπόν, όλο αυτός ο ντόρος; Πρόκειται για την ιστορία της φιλίας δύο κοριτσιών, της Έλενας και της Λίλας, που μεγαλώνουν στην ίδια φτωχική γειτονιά τη δεκαετία του ’50 και η πορεία τους τούς φέρνει μέχρι τις μέρες μας, διατρέχοντας παράλληλα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που βιώνει η Ιταλία στο πέρασμα αυτών των δεκαετιών. Και ενώ θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα βιβλίο με πρωταγωνίστριες δυο φίλες, η συγγραφέας πετυχαίνει να φέρει στο επίκεντρο το γενικότερα παραγνωρισμένο στη λογοτεχνία θέμα της γυναικείας φιλίας, μιλώντας για τον τρόπο που σχετίζονται οι γυναίκες, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την πολυπλοκότητά της ψυχοσύνθεσής τους μέσα από τη δυναμική της σχέσης των δύο ηρωίδων και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά τους όχι μόνο στον ιδιωτικό αλλά και στον δημόσιο βίο.

Σίγουρα η σχέση τους είναι πολυκύμαντη, μεγαλώνουν, στην προσπάθειά τους να ανεξαρτητοποιηθούν και να αποκτήσουν δική τους φωνή ακολουθούν διαφορετικές πορείες, ξαναβρίσκονται, τα συναισθήματα τις ενώνουν και τις χωρίζουν, τα θεμέλια της σχέσης τους όμως είναι γερά. Η ίδια η Φεράντε είχε εξηγήσει σε συνέντευξή της: «Ο γυναικείος ανταγωνισμός είναι χρήσιμος μόνο όταν δεν επικρατεί∙ δηλαδή αν συνυπάρχει με την εγγύτητα, την οικειότητα, την επίγνωση του πόσο απαραίτητη είναι η μία στην άλλη, με ξαφνικές εξάρσεις αλληλεγγύης, παρά τη ζήλια, τον φθόνο και όλη την κακοδαιμονία που μπορεί να προκύψει».

Η Τετραλογία της Νάπολης καταφέρνει να καταρρίψει την άποψη που θέλει τις γυναίκες ανίκανες να δημιουργήσουν μια φιλία βασισμένη στη διαφάνεια, στην πίστη. Ίσως, μάλιστα, να μπορούσαμε να πούμε πως βλέπει πέρα από το στερεότυπο της ατελούς γυναικείας φιλίας, αποδεχόμενη τη μειονεκτική της πλευρά της ως συστατικό και όχι ως καθοριστικό της γνώρισμα. Η λέξη για τη φιλία στα ιταλικά είναι «amicizia» και προέρχεται από το ρήμα «amare», που σημαίνει «αγαπώ». Και η Φεράντε, με τον λιτό και ρεαλιστικό της λόγο, περιγράφει την πορεία των δύο γυναικών προς αυτήν.

Μαρία Δρουκοπούλου

Έλενα Φερράντε

13.09

Η Τετραλογία της Νάπολης αποτελεί αναμφισβήτητα ένα εκδοτικό φαινόμενο, έχοντας δημιουργήσει ένα πραγματικά φανατικό κοινό που από τόμο σε τόμο όχι μόνο δεν έχανε το ενδιαφέρον του, αλλά περίμενε τη συνέχεια της ιστορίας πριν ακόμα τελειώσει το βιβλίο που είχε ανά χείρας. Περισσότερο και από τον μύθο που έχει δημιουργηθεί γύρω από την πραγματική ταυτότητα της Φεράντε, είναι ενδιαφέρον να βλέπεις από τη μια το ενοχικό ύφος διαφόρων βιβλιόφιλων όταν εκμυστηρεύονταν το «κόλλημά» τους με την Τετραλογία και από την άλλη αρκετούς «διαβασμένους» να παραδέχονται ότι τελικά δεν πρόκειται για μια ελαφριά, πιασάρικη ιστοριούλα, αλλά για ένα μυθιστόρημα με λογοτεχνικές αξιώσεις, που ουδεμία σχέση έχει με «ροζ λογοτεχνία».

Προς τι, λοιπόν, όλο αυτός ο ντόρος; Πρόκειται για την ιστορία της φιλίας δύο κοριτσιών, της Έλενας και της Λίλας, που μεγαλώνουν στην ίδια φτωχική γειτονιά τη δεκαετία του ’50 και η πορεία τους τούς φέρνει μέχρι τις μέρες μας, διατρέχοντας παράλληλα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που βιώνει η Ιταλία στο πέρασμα αυτών των δεκαετιών. Και ενώ θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα βιβλίο με πρωταγωνίστριες δυο φίλες, η συγγραφέας πετυχαίνει να φέρει στο επίκεντρο το γενικότερα παραγνωρισμένο στη λογοτεχνία θέμα της γυναικείας φιλίας, μιλώντας για τον τρόπο που σχετίζονται οι γυναίκες, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την πολυπλοκότητά της ψυχοσύνθεσής τους μέσα από τη δυναμική της σχέσης των δύο ηρωίδων και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά τους όχι μόνο στον ιδιωτικό αλλά και στον δημόσιο βίο.

Σίγουρα η σχέση τους είναι πολυκύμαντη, μεγαλώνουν, στην προσπάθειά τους να ανεξαρτητοποιηθούν και να αποκτήσουν δική τους φωνή ακολουθούν διαφορετικές πορείες, ξαναβρίσκονται, τα συναισθήματα τις ενώνουν και τις χωρίζουν, τα θεμέλια της σχέσης τους όμως είναι γερά. Η ίδια η Φεράντε είχε εξηγήσει σε συνέντευξή της: «Ο γυναικείος ανταγωνισμός είναι χρήσιμος μόνο όταν δεν επικρατεί∙ δηλαδή αν συνυπάρχει με την εγγύτητα, την οικειότητα, την επίγνωση του πόσο απαραίτητη είναι η μία στην άλλη, με ξαφνικές εξάρσεις αλληλεγγύης, παρά τη ζήλια, τον φθόνο και όλη την κακοδαιμονία που μπορεί να προκύψει».

Η Τετραλογία της Νάπολης καταφέρνει να καταρρίψει την άποψη που θέλει τις γυναίκες ανίκανες να δημιουργήσουν μια φιλία βασισμένη στη διαφάνεια, στην πίστη. Ίσως, μάλιστα, να μπορούσαμε να πούμε πως βλέπει πέρα από το στερεότυπο της ατελούς γυναικείας φιλίας, αποδεχόμενη τη μειονεκτική της πλευρά της ως συστατικό και όχι ως καθοριστικό της γνώρισμα. Η λέξη για τη φιλία στα ιταλικά είναι «amicizia» και προέρχεται από το ρήμα «amare», που σημαίνει «αγαπώ». Και η Φεράντε, με τον λιτό και ρεαλιστικό της λόγο, περιγράφει την πορεία των δύο γυναικών προς αυτήν.

Μαρία Δρουκοπούλου

Έλενα Φερράντε

13.09

Η Τετραλογία της Νάπολης αποτελεί αναμφισβήτητα ένα εκδοτικό φαινόμενο, έχοντας δημιουργήσει ένα πραγματικά φανατικό κοινό που από τόμο σε τόμο όχι μόνο δεν έχανε το ενδιαφέρον του, αλλά περίμενε τη συνέχεια της ιστορίας πριν ακόμα τελειώσει το βιβλίο που είχε ανά χείρας. Περισσότερο και από τον μύθο που έχει δημιουργηθεί γύρω από την πραγματική ταυτότητα της Φεράντε, είναι ενδιαφέρον να βλέπεις από τη μια το ενοχικό ύφος διαφόρων βιβλιόφιλων όταν εκμυστηρεύονταν το «κόλλημά» τους με την Τετραλογία και από την άλλη αρκετούς «διαβασμένους» να παραδέχονται ότι τελικά δεν πρόκειται για μια ελαφριά, πιασάρικη ιστοριούλα, αλλά για ένα μυθιστόρημα με λογοτεχνικές αξιώσεις, που ουδεμία σχέση έχει με «ροζ λογοτεχνία».

Προς τι, λοιπόν, όλο αυτός ο ντόρος; Πρόκειται για την ιστορία της φιλίας δύο κοριτσιών, της Έλενας και της Λίλας, που μεγαλώνουν στην ίδια φτωχική γειτονιά τη δεκαετία του ’50 και η πορεία τους τούς φέρνει μέχρι τις μέρες μας, διατρέχοντας παράλληλα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που βιώνει η Ιταλία στο πέρασμα αυτών των δεκαετιών. Και ενώ θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα βιβλίο με πρωταγωνίστριες δυο φίλες, η συγγραφέας πετυχαίνει να φέρει στο επίκεντρο το γενικότερα παραγνωρισμένο στη λογοτεχνία θέμα της γυναικείας φιλίας, μιλώντας για τον τρόπο που σχετίζονται οι γυναίκες, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την πολυπλοκότητά της ψυχοσύνθεσής τους μέσα από τη δυναμική της σχέσης των δύο ηρωίδων και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά τους όχι μόνο στον ιδιωτικό αλλά και στον δημόσιο βίο.

Σίγουρα η σχέση τους είναι πολυκύμαντη, μεγαλώνουν, στην προσπάθειά τους να ανεξαρτητοποιηθούν και να αποκτήσουν δική τους φωνή ακολουθούν διαφορετικές πορείες, ξαναβρίσκονται, τα συναισθήματα τις ενώνουν και τις χωρίζουν, τα θεμέλια της σχέσης τους όμως είναι γερά. Η ίδια η Φεράντε είχε εξηγήσει σε συνέντευξή της: «Ο γυναικείος ανταγωνισμός είναι χρήσιμος μόνο όταν δεν επικρατεί∙ δηλαδή αν συνυπάρχει με την εγγύτητα, την οικειότητα, την επίγνωση του πόσο απαραίτητη είναι η μία στην άλλη, με ξαφνικές εξάρσεις αλληλεγγύης, παρά τη ζήλια, τον φθόνο και όλη την κακοδαιμονία που μπορεί να προκύψει».

Η Τετραλογία της Νάπολης καταφέρνει να καταρρίψει την άποψη που θέλει τις γυναίκες ανίκανες να δημιουργήσουν μια φιλία βασισμένη στη διαφάνεια, στην πίστη. Ίσως, μάλιστα, να μπορούσαμε να πούμε πως βλέπει πέρα από το στερεότυπο της ατελούς γυναικείας φιλίας, αποδεχόμενη τη μειονεκτική της πλευρά της ως συστατικό και όχι ως καθοριστικό της γνώρισμα. Η λέξη για τη φιλία στα ιταλικά είναι «amicizia» και προέρχεται από το ρήμα «amare», που σημαίνει «αγαπώ». Και η Φεράντε, με τον λιτό και ρεαλιστικό της λόγο, περιγράφει την πορεία των δύο γυναικών προς αυτήν.

Μαρία Δρουκοπούλου

Έλενα Φερράντε

12.39

Η Τετραλογία της Νάπολης αποτελεί αναμφισβήτητα ένα εκδοτικό φαινόμενο, έχοντας δημιουργήσει ένα πραγματικά φανατικό κοινό που από τόμο σε τόμο όχι μόνο δεν έχανε το ενδιαφέρον του, αλλά περίμενε τη συνέχεια της ιστορίας πριν ακόμα τελειώσει το βιβλίο που είχε ανά χείρας. Περισσότερο και από τον μύθο που έχει δημιουργηθεί γύρω από την πραγματική ταυτότητα της Φεράντε, είναι ενδιαφέρον να βλέπεις από τη μια το ενοχικό ύφος διαφόρων βιβλιόφιλων όταν εκμυστηρεύονταν το «κόλλημά» τους με την Τετραλογία και από την άλλη αρκετούς «διαβασμένους» να παραδέχονται ότι τελικά δεν πρόκειται για μια ελαφριά, πιασάρικη ιστοριούλα, αλλά για ένα μυθιστόρημα με λογοτεχνικές αξιώσεις, που ουδεμία σχέση έχει με «ροζ λογοτεχνία».

Προς τι, λοιπόν, όλο αυτός ο ντόρος; Πρόκειται για την ιστορία της φιλίας δύο κοριτσιών, της Έλενας και της Λίλας, που μεγαλώνουν στην ίδια φτωχική γειτονιά τη δεκαετία του ’50 και η πορεία τους τούς φέρνει μέχρι τις μέρες μας, διατρέχοντας παράλληλα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που βιώνει η Ιταλία στο πέρασμα αυτών των δεκαετιών. Και ενώ θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα βιβλίο με πρωταγωνίστριες δυο φίλες, η συγγραφέας πετυχαίνει να φέρει στο επίκεντρο το γενικότερα παραγνωρισμένο στη λογοτεχνία θέμα της γυναικείας φιλίας, μιλώντας για τον τρόπο που σχετίζονται οι γυναίκες, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την πολυπλοκότητά της ψυχοσύνθεσής τους μέσα από τη δυναμική της σχέσης των δύο ηρωίδων και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά τους όχι μόνο στον ιδιωτικό αλλά και στον δημόσιο βίο.

Σίγουρα η σχέση τους είναι πολυκύμαντη, μεγαλώνουν, στην προσπάθειά τους να ανεξαρτητοποιηθούν και να αποκτήσουν δική τους φωνή ακολουθούν διαφορετικές πορείες, ξαναβρίσκονται, τα συναισθήματα τις ενώνουν και τις χωρίζουν, τα θεμέλια της σχέσης τους όμως είναι γερά. Η ίδια η Φεράντε είχε εξηγήσει σε συνέντευξή της: «Ο γυναικείος ανταγωνισμός είναι χρήσιμος μόνο όταν δεν επικρατεί∙ δηλαδή αν συνυπάρχει με την εγγύτητα, την οικειότητα, την επίγνωση του πόσο απαραίτητη είναι η μία στην άλλη, με ξαφνικές εξάρσεις αλληλεγγύης, παρά τη ζήλια, τον φθόνο και όλη την κακοδαιμονία που μπορεί να προκύψει».

Η Τετραλογία της Νάπολης καταφέρνει να καταρρίψει την άποψη που θέλει τις γυναίκες ανίκανες να δημιουργήσουν μια φιλία βασισμένη στη διαφάνεια, στην πίστη. Ίσως, μάλιστα, να μπορούσαμε να πούμε πως βλέπει πέρα από το στερεότυπο της ατελούς γυναικείας φιλίας, αποδεχόμενη τη μειονεκτική της πλευρά της ως συστατικό και όχι ως καθοριστικό της γνώρισμα. Η λέξη για τη φιλία στα ιταλικά είναι «amicizia» και προέρχεται από το ρήμα «amare», που σημαίνει «αγαπώ». Και η Φεράντε, με τον λιτό και ρεαλιστικό της λόγο, περιγράφει την πορεία των δύο γυναικών προς αυτήν.

Μαρία Δρουκοπούλου

Σώτη Τριανταφύλλου

13.85

Το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης κυκλοφόρησε το 1996 και συγκαταλέγεται στα πιο διαβασμένα μυθιστορήματα της δεκαετίας του ’90. Η ιστορία διαδραματίζεται στις αρχές της δεκαετίας του ’80, έχοντας ως φόντο τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα εκείνης της εποχής. Όλα εκτυλίσσονται στη διάρκεια επτά ετών. Οι νέοι, ηλικιακά, ήρωες ανακαλύπτουν την αληθινή φιλία, μυούνται σε έναν ροκ τρόπο ζωής και αντικρίζουν το δυσάρεστο πρόσωπο του θανάτου. Κάποιοι θα μεγαλώσουν, άλλοι θα χαθούν για πάντα και μερικοί θα γίνουν «εκστατικά ευτυχισμένοι». Μιλάμε για ήρωες που συναντιούνται, χωρίζουν, αγαπούν, απογοητεύονται, φοβούνται, χορεύουν, πίνουν, γελούν, κλαίνε και ονειρεύονται. Εφήμερες νύχτες, ανέμελες μέρες, αγορά παλιών δίσκων, πικάπ στη διαπασών, ταξίδια με το αυτοκίνητο και πρόσωπα που βρίσκονται σε έκσταση αλλά και σε μια κατάσταση υπέρτατης ευδαιμονίας, χωρίς, όμως, να γίνεται κάτι συγκεκριμένο.

Η ανώνυμη αφηγήτρια του μυθιστορήματος είναι µια νεαρή Ελληνίδα από την Αθήνα που ζει στη Νέα Υόρκη λόγω σπουδών. Μένει μαζί µε την Μπίµπι, που ήρθε από το Σουάν Λέικ του Άρκανσο, και τον Νίκυ, τον οποίο η πρωταγωνίστρια γνωρίζει από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Ανάμεσα σ’ αυτούς γνωρίζουμε και τον Ζαχαρία, το αγόρι της Μπίµπι, που παίζει κρουστά µε διάφορα συγκροτήματα της πόλης και που αργότερα µπλέκει µε την ηρωίνη. Επίσης, διαβάζουμε για την εθισμένη στα χάπια Νάνσυ Χόγκαν και τη Χόλλυ Γουίλµερ, η οποία κατοικεί στο γκέτο και συγχρόνως θέλει να δουλέψει στο Μπρόντγουεϊ.

Το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης είναι μια ιστορία φίλων που εξελίσσεται στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης. Η Σώτη Τριανταφύλλου επιχειρεί, με μια γλαφυρή περιγραφή, να εξιστορήσει πώς είναι να φεύγεις από τον τόπο σου και να πηγαίνεις για σπουδές σε μια μητρόπολη. Κατά τη διάρκεια των επτά χρόνων οι ήρωες χορεύουν σε ξέγνοιαστα πάρτι, ακούν πολλή μουσική, ανακαλύπτουν τον έρωτα και την απώλεια, ενηλικιώνονται. Φίλοι που χάνονται στην πόλη και παρασύρονται μέσα σε ατέλειωτα ξενύχτια με αλκοόλ και ναρκωτικά.

Ένα βιβλίο βαθιά μελαγχολικό, το οποίο παρουσιάζει τι σημαίνει να ζεις με ένταση, ενώ ο βασικός άξονάς του εστιάζει σ’ εκείνες τις παρέες που σβήνουν στο πέρασμα του χρόνου. Συγχρόνως, το στοιχείο της πόλης, πολύ έντονο σε αυτό το μυθιστόρημα, παίζει καθοριστικό ρόλο στη διάπλαση συμπεριφορών και αποφάσεων.

Στις σελίδες του τα δάκρυα εναλλάσσονται με τα γέλια, η χαρά με τη λύπη, η συντροφικότητα με τη μοναξιά και, φυσικά, η ζωή με τον θάνατο. Αυτό το βιβλίο είναι μια αφορμή για να συνταξιδέψει ο αναγνώστης με όσους βυθίζονται στις εμπειρίες, μ’ εκείνους που ονειροπολούν, παθιάζονται, ταξιδεύουν, σκέφτονται και γλεντούν με τις «μικρές χαρές».

Αναμφισβήτητα πρόκειται για έναν ύμνο στη φιλία, στη νοσταλγία, στη μνήμη και στην απώλεια. Ένα συγκινητικό λογοτεχνικό χρονικό για τις παρέες που μας καθορίζουν αλλά και τους ανθρώπους που αφήνουν πάνω μας ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους κάποια στιγμή της ζωής μας, ένα «Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης».

 

Γιάννης Πανταζόπουλος

Φίλιπ Ροθ

13.94

Ένα από τα αριστουργήματα του Φίλιπ Ροθ, το Θέατρο του Σάμπαθ, αυτή η ορμητική κατάδυση στη συνείδηση ενός εξηντατετράχρονου πρώην μαριονετίστα, ο οποίος ζει απομονωμένος και αφοσιωμένος στην αχαλίνωτη ερωτική ζωή του και στη διαρκή αναδιαπραγμάτευση του παρελθόντος του, δεν έχει ως άμεσο θέμα τη φιλία. Ωστόσο, η μορφική ιδιοφυΐα του Ροθ είναι αυτή που φέρνει τη φιλία στο επίκεντρο του μυθιστορήματος. Ο θάνατος ενός παλιού φίλου του ήρωα τον οδηγεί σε ένα ταξίδι επιστροφής στην προηγούμενη ζωή του, μέσω του οποίου ο Ροθ μας αφηγείται αναδρομικά τα βασικά περιστατικά του βίου του Σάμπαθ. Έτσι, η παλιά του παρέα καθίσταται κατά κάποιον τρόπο το πρώτο ακροατήριο που προκαλεί και ακούει τον παραληρηματικό, μισανθρωπικό αλλά και σπαρακτικό μονόλογο του Σάμπαθ. Η φιλία αναδεικνύεται συγχρόνως ως πεδίο ανταγωνισμού και ως χώρος εξομολόγησης, ως ένα πραγματικό θέατρο όπου μπορεί να ανέβει το δράμα της αυτοσυνείδησης.

Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται ο Ροθ τη γλώσσα και τα θέματά του είναι αυτός που έχουμε συνηθίσει από τα υπόλοιπα βιβλία του. Ωστόσο, υπάρχουν δύο στοιχεία που κάνουν το Θέατρο του Σάμπαθ ένα πραγματικά σημαντικό λογοτεχνικό έργο: α) η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός, ο μηδενισμός και η εσωτερική πάλη υποτάσσονται εδώ στον λόγο ενός ήρωα, που δεν έχει τίποτα το γοητευτικό ή θετικό,· β) η αυτοαναφορική υφή του έργου και τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, που στον Ροθ είναι πάντοτε εμφανή, αποκτούν εδώ μια αφηρημένη και έντονα καλλιτεχνική διάσταση, καθώς ο ήρωας δεν είναι συγγραφέας ούτε διανοούμενος.

Κώστας Σπαθαράκης

Ονορέ ντε Μπαλζάκ

15.70

Ο Εξάδελφος Πονς περιγράφει τη σχέση ανάμεσα σε δύο ηλικιωμένους μουσικούς, τον Συλβαίν Πονς και τον Γερμανό Βίλχελμ Σμούκε, που ζουν μαζί σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Παρίσι. Ο Πονς έχει στην κατοχή του μια πολύτιμη συλλογή έργων τέχνης, τα οποία έχει συλλέξει χάρη στο καλό του γούστο και τα οποία εποφθαλμιούν οι συγγενείς και ο κοινωνικός του περίγυρος. Η ιδιότυπη σχέση ανάμεσα στους δύο φίλους με τους αντίθετους χαρακτήρες (ο Πονς αντιλαμβάνεται το κακό γύρω του, σε αντίθεση με τον αγγελικό Σμούκε, που είναι απόλυτα αφιερωμένος στην τέχνη και στη φιλία του), ο τρόπος με τον οποίο ο Μπαλζάκ περιγράφει τη φιλία ως καρδιά ενός άκαρδου κόσμου και ως τρυφερή πνευματική συμμαχία απέναντι στο κακό της αστικής κοινωνίας, αλλά και η μελοδραματική τροπή του έργου, το καθιστούν ένα από τα σπάνια λογοτεχνικά τεκμήρια για την αντρική φιλία.

Κώστας Σπαθαράκης

Μιγκέλ Ντε Θερβάντες

21.36

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα, έχοντας περάσει μια ακραία περιπετειώδη ζωή με αδιανόητες ταπεινώσεις και εξευτελισμούς, έμελλε, στην ώριμη ηλικία των 58, να εκδώσει το κορυφαίο του συγγραφικό επίτευγμα, τον Δον Κιχώτη, το βιβλίο που σηματοδοτεί ουσιαστικά τη γέννηση του σύγχρονου μυθιστορήματος. Γεννημένος το 1547, από αριστοκρατική γενιά, χωρίς σημαντικούς οικονομικούς πόρους όμως, ως παιδί αγαπούσε την ποίηση, ενώ είχε την τύχη να μαθητεύσει δίπλα στον λόγιο ουμανιστή κληρικό Χουάν Λόπεθ ντε Όγιος.

Μεγαλώνοντας, η καλοσύνη του και οι ευγενικοί του τρόποι κέρδιζαν τον σεβασμό όλων. Το 1570 κατατάχθηκε στον ισπανικό στρατό της Ιταλίας, γεγονός που οδήγησε στη συμμετοχή του στο «πιο δοξασμένο γεγονός που είδανε ποτέ ή θα δούνε οι αιώνες», όπως έλεγε, την καθοριστικής σημασίας για τις χριστιανικές δυνάμεις νίκη επί του τουρκικού στόλου, τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Σε αυτήν λαβώθηκε άσχημα και κατέληξε με αχρηστευμένο το αριστερό του χέρι. Κατά την επιστροφή του στην Ισπανία πέντε χρόνια αργότερα, πιάστηκε όμηρος από κουρσάρους και κατέληξε σκλάβος στην κόλαση του Αλγερίου. Αποπειράθηκε να αποδράσει πέντε φορές και μόνο το 1580 επέστρεψε στην πατρίδα του χάρη σε καταβολή λύτρων.

Το 1585 έγραψε το ποιμενικό μυθιστόρημα Γαλάτεια και ακολούθησαν τριάντα θεατρικά έργα, χωρίς αξιοσημείωτη επιτυχία, μέχρι που το 1605 η έκδοση του πρώτου μέρους του δίτομου Η ζωή και το έργο του μεγαλόπνευστου ιδαλγού Δον Κιχώτη από τη Μάντσα απέσπασε ενθουσιώδη υποδοχή. Ως πιστός καθολικός ήθελε να σατιρίσει τα ιπποτικά βιβλία, μια μάστιγα της εποχής του που οι εκκλησιαστικοί κύκλοι προσπαθούσαν να αναχαιτίσουν. Αυτό όντως επετεύχθη χάρη στο Δον Κιχώτη. Ακολούθησαν άλλες πέντε εκδόσεις και το 1615 εξέδωσε το δεύτερο μέρος, επισφραγίζοντας τον θρίαμβο ενός βιβλίου που σήμερα θεωρείται από τα σημαντικότερα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ισάξιο εκείνων του Δάντη, του Γκαίτε και του Σαίξπηρ.

Πρόκειται για την ιστορία ενός αλλοπαρμένου αγρότη με ευγενική ψυχή, ο οποίος, έχοντας χάσει το μυαλό του από την παθιασμένη ανάγνωση ιπποτικών βιβλίων, πιστεύει ότι είναι ένας ιππότης, ο Δον Κιχώτης. Ξεκινάει ένα ταξίδι με το ψωραλέο του άλογο, τον Ροσινάντε, φορώντας μια ξεχαρβαλωμένη πανοπλία και συνοδευόμενος από τον απλοϊκό χωρικό Σάντσο Πάντσα και το γαϊδουράκι του, και μπλέκει συχνά σε κωμικοτραγικές περιπέτειες. Εκείνος, ψηλός και λιπόσαρκος, ο άλλος, κοντός και χοντρούλης, κωμική φιγούρα με λαϊκή σοφία επιβίωσης, γίνεται προστάτης άγγελός του, πιστός συνοδοιπόρος και ανιδιοτελής φίλος, που τον σώζει από κακοτοπιές και ατυχίες, στέκοντας γενναία στο ύψος των περιστάσεων όταν τον χλευάζουν και τον εξαπατούν. Γίνεται το συμπλήρωμά του, το αντίθετό του, αυτό που ήταν ο Σγαναρέλος για τον Δον Ζουάν, η ρεαλιστική εκδοχή του ποιητικού μεγαλείου του ιππότη που μάχεται και υπερασπίζεται υψηλά ιδανικά και ηθικές αξίες αλλοτινών καιρών. Έτσι, ο μεν παρωδεί τους στοχασμούς του δε, μπλέκοντας αριστοτεχνικά το ποταπό με το ιδεώδες.

Χρήστος Παρίδης

Μιγκέλ Ντε Θερβάντες

19.77

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα, έχοντας περάσει μια ακραία περιπετειώδη ζωή με αδιανόητες ταπεινώσεις και εξευτελισμούς, έμελλε, στην ώριμη ηλικία των 58, να εκδώσει το κορυφαίο του συγγραφικό επίτευγμα, τον Δον Κιχώτη, το βιβλίο που σηματοδοτεί ουσιαστικά τη γέννηση του σύγχρονου μυθιστορήματος. Γεννημένος το 1547, από αριστοκρατική γενιά, χωρίς σημαντικούς οικονομικούς πόρους όμως, ως παιδί αγαπούσε την ποίηση, ενώ είχε την τύχη να μαθητεύσει δίπλα στον λόγιο ουμανιστή κληρικό Χουάν Λόπεθ ντε Όγιος.

Μεγαλώνοντας, η καλοσύνη του και οι ευγενικοί του τρόποι κέρδιζαν τον σεβασμό όλων. Το 1570 κατατάχθηκε στον ισπανικό στρατό της Ιταλίας, γεγονός που οδήγησε στη συμμετοχή του στο «πιο δοξασμένο γεγονός που είδανε ποτέ ή θα δούνε οι αιώνες», όπως έλεγε, την καθοριστικής σημασίας για τις χριστιανικές δυνάμεις νίκη επί του τουρκικού στόλου, τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Σε αυτήν λαβώθηκε άσχημα και κατέληξε με αχρηστευμένο το αριστερό του χέρι. Κατά την επιστροφή του στην Ισπανία πέντε χρόνια αργότερα, πιάστηκε όμηρος από κουρσάρους και κατέληξε σκλάβος στην κόλαση του Αλγερίου. Αποπειράθηκε να αποδράσει πέντε φορές και μόνο το 1580 επέστρεψε στην πατρίδα του χάρη σε καταβολή λύτρων.

Το 1585 έγραψε το ποιμενικό μυθιστόρημα Γαλάτεια και ακολούθησαν τριάντα θεατρικά έργα, χωρίς αξιοσημείωτη επιτυχία, μέχρι που το 1605 η έκδοση του πρώτου μέρους του δίτομου Η ζωή και το έργο του μεγαλόπνευστου ιδαλγού Δον Κιχώτη από τη Μάντσα απέσπασε ενθουσιώδη υποδοχή. Ως πιστός καθολικός ήθελε να σατιρίσει τα ιπποτικά βιβλία, μια μάστιγα της εποχής του που οι εκκλησιαστικοί κύκλοι προσπαθούσαν να αναχαιτίσουν. Αυτό όντως επετεύχθη χάρη στο Δον Κιχώτη. Ακολούθησαν άλλες πέντε εκδόσεις και το 1615 εξέδωσε το δεύτερο μέρος, επισφραγίζοντας τον θρίαμβο ενός βιβλίου που σήμερα θεωρείται από τα σημαντικότερα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ισάξιο εκείνων του Δάντη, του Γκαίτε και του Σαίξπηρ.

Πρόκειται για την ιστορία ενός αλλοπαρμένου αγρότη με ευγενική ψυχή, ο οποίος, έχοντας χάσει το μυαλό του από την παθιασμένη ανάγνωση ιπποτικών βιβλίων, πιστεύει ότι είναι ένας ιππότης, ο Δον Κιχώτης. Ξεκινάει ένα ταξίδι με το ψωραλέο του άλογο, τον Ροσινάντε, φορώντας μια ξεχαρβαλωμένη πανοπλία και συνοδευόμενος από τον απλοϊκό χωρικό Σάντσο Πάντσα και το γαϊδουράκι του, και μπλέκει συχνά σε κωμικοτραγικές περιπέτειες. Εκείνος, ψηλός και λιπόσαρκος, ο άλλος, κοντός και χοντρούλης, κωμική φιγούρα με λαϊκή σοφία επιβίωσης, γίνεται προστάτης άγγελός του, πιστός συνοδοιπόρος και ανιδιοτελής φίλος, που τον σώζει από κακοτοπιές και ατυχίες, στέκοντας γενναία στο ύψος των περιστάσεων όταν τον χλευάζουν και τον εξαπατούν. Γίνεται το συμπλήρωμά του, το αντίθετό του, αυτό που ήταν ο Σγαναρέλος για τον Δον Ζουάν, η ρεαλιστική εκδοχή του ποιητικού μεγαλείου του ιππότη που μάχεται και υπερασπίζεται υψηλά ιδανικά και ηθικές αξίες αλλοτινών καιρών. Έτσι, ο μεν παρωδεί τους στοχασμούς του δε, μπλέκοντας αριστοτεχνικά το ποταπό με το ιδεώδες.

Χρήστος Παρίδης

Πάτι Σμιθ

13.10

Μπορείς να ερωτευτείς τους φίλους σου; Σίγουρα μπορείς. Και μάλιστα ανεξάρτητα από το τι τους αρέσει να ερωτεύονται αυτοί, αγόρια ή κορίτσια ή οτιδήποτε. Και υπάρχει ο αρχετυπικός έρωτας γι’ αυτό: της Πάτι Σμιθ, ποιήτριας, και του Ρόμπερτ Μέιπλθορπ, φωτογράφου. Γνωρίζονται στα είκοσι κάτι τους στη Νέα Υόρκη. Δεν έχουν να φάνε. Δεν έχουν σταθερές δουλειές και ούτε σκοπεύουν να πιάσουν. Είναι αποφασισμένοι να τα καταφέρουν: θα κάνουν τέχνη. Ζωγραφίζουν και φτιάχνουν κοσμήματα. Μοιράζονται στη μέση ελάχιστο φαγητό. Έχουν στυλ, απόψεις, και ένα δωματιάκι στο Chelsea Hotel, όπου η δημιουργική ατμόσφαιρα μεταξύ φτώχειας, ταλέντου και ναρκωτικών είναι εκρηκτική.

Η Πάτι και ο Ρόμπερτ χτίζουν μεθοδικά τη φιλία τους. Η αφήγηση ξεκινά από τις σκληρές δουλειές του ποδαριού που κάνουν – τα μαρτύρια των εργατών θα απασχολούν δημιουργικά τη Σμιθ για όλη της τη ζωή. Η Σμιθ θέλει να κάνει τέχνη που θα αλλάξει τον κόσμο. Ζωγραφίζει, μελετά, γράφει ποιήματα. Ανάμεσα σε χαοτικά ξενοδοχεία με ενέσεις και σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, στους παγωμένους δρόμους της Νέας Υόρκης και στη στέρηση του φαγητού, περιτριγυρισμένα από ποιητές, συγγραφείς και μουσικούς, τα δυο παιδάκια, η Πάτι και ο Ρόμπερτ, γίνονται η Πάτι Σμιθ και ο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ. Ο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ γίνεται ένας αναγνωρισμένος φωτογράφος που φωτογραφίζει με ερωτικό τρόπο λουλούδια και χέρια και δερμάτινα και σαδομαζοχιστικά τελετουργικά μεταξύ ανδρών. Η Πάτι Σμιθ γίνεται ένα alien αδιάφορο για τη γνώμη των άλλων, ένα φυτό που μελετά γαλλική ποίηση και πάει χωρίς λεφτά στο Παρίσι για να προσκυνήσει τάφους. Κάνει performance. Πολλοί την περνούν για γκέι γυναίκα τζάνκι, ενώ η ίδια ξοδεύει τις νύχτες της χορεύοντας νηστική και μαστουρωμένη σε στενά δωμάτια, όπου κρατάει απρόσεχτα φυλαγμένα τα ποιήματα και τις ζωγραφιές της. Βάζει την ποίησή της σε τραγούδια και γίνεται διάσημη. Μαθαίνει λίγο κιθάρα. Πλέκει μουσικές και λέξεις. Αναγνωρίζεται διεθνώς. Η Σμιθ γράφει ότι δεν θα τα κατάφερνε χωρίς τον Μέιπλθορπ, ότι της έσωσε τη ζωή –προφανώς είναι ακόμα ερωτευμένη με τον Ρόμπερτ της.

Πεθαίνοντας νέος ο Μέιπλθορπ, αναγνωρισμένος και περιτριγυρισμένος από τις υλικές απολαύσεις που τόσο αναζήτησε, λέει στην Πάτι να γράψει την ιστορία τους. Κι αυτή το κάνει. Ζωή όπου τέχνη και καθημερινότητα μπερδεύονται αξεδιάλυτα, η ζωή του Ρόμπερτ και της Πάτι, μεταξύ ξενοδοχείων, γκαλερί, φθηνών βιβλιοπωλείων, τρένων, μουσικών σκηνών, πάρτι, μπαρ και μουσείων, διαβάζεται ως ειλικρινής ύμνος στη νεότητα, στα ρευστά όρια φιλίας και έρωτα, στην καλλιτεχνική δημιουργία, στη Νέα Υόρκη που δεν υπάρχει πια και στις αλάνθαστα θεραπευτικές ιδιότητες της ποίησης.

 

Βίβιαν Στεργίου