Βλέπετε 1–12 από 815 αποτελέσματα

Ξένη λογοτεχνία

Η θεραπεία

Ντέιβιντ Λοτζ

22.00

Ο Λόρενς Πάσμορ –αν και επιτυχημένος, ευκατάστατος και σωστός οικογενειάρχης– βουτάει μέρα με τη μέρα στην κατάθλιψη, από την οποία προσπαθεί εναγωνίως να θεραπευτεί με κάθε δυνατό τρόπο. Όμως το αίσθημα του ανικανοποίητου, η κρίση μέσης ηλικίας και το δαιδαλώδες μυαλό του τον οδηγούν σε κωμικοτραγικά γεγονότα που ποτέ δεν θα φανταζόταν, με αποτέλεσμα ο γάμος του, η ψυχική και σωματική του υγεία, η δουλειά του και κατ’ επέκταση η ζωή του ολόκληρη να κρέμονται από μία κλωστή.

Ο Ντέιβιντ Λοτζ, σε αυτό το αναπάντεχα επίκαιρο μυθιστόρημα, κρύβει τα πιο μεγάλα ερωτήματα για την ανθρώπινη υπόσταση πίσω από ένα χιούμορ σατανικό και φτιάχνει το πορτρέτο του σύγχρονου ανθρώπου που αγωνιά για το είναι και το φαίνεσθαι.

«Το θέμα είναι ότι δεν ήμουν πάντα δυστυχισμένος. Θυμάμαι μια εποχή που ήμουν ευτυχισμένος. Ή ικανοποιημένος τέλος πάντων. Ή τουλάχιστον μια εποχή που δεν θεωρούσα ότι είμαι δυστυχισμένος, πράγμα που ίσως είναι το ίδιο με το να είσαι ευτυχισμένος. Ή ικανοποιημένος. Αλλά κάπου, κάποτε, έχασα αυτή την ικανότητα, την τέχνη απλώς να ζω, χωρίς να νιώθω άγχος ή κατάθλιψη. Πώς; Ιδέα δεν έχω».

 

Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Ντέιβιντ Λοτζ γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1935. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και έλαβε τον τίτλο του διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, όπου και δίδαξε από το 1960 ως το 1987 στο τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας.

Έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα, νουβέλες και λογοτεχνικά δοκίμια, καθώς και θεατρικά έργα και σενάρια για την τηλεόραση, που έχουν αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές και βραβεία και έχουν μεταφραστεί σε 25 γλώσσες.

Το 1998 του απονεμήθηκε ο τίτλος CBE (Commander of the British Empire) για τη συνολική προσφορά του στη λογοτεχνία.

Ζει στο Μπέρμιγχαμ.

Ξένη λογοτεχνία

Μαχαίρι

Σαλμάν Ρούσντι

24.40

Δύο χρόνια μετά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του ο Σαλμάν Ρούσντι επιστρέφει –κυριολεκτικά και μεταφορικά– στον τόπο του εγκλήματος με έναν μοναδικό τρόπο αφήγησης. Ξαναθυμάται την επίθεση του εικοσιτετράχρονου Χάντι Ματάρ στο Ίδρυμα Τσατάκουα της Νέας Υόρκης, τον Αύγουστο του 2022, εισχωρεί στο μυαλό του επίδοξου δολοφόνου του για να ψάξει απαντήσεις, εκφράζει την ευγνωμοσύνη του για τους ανθρώπους που τον βοήθησαν από τα πρώτα λεπτά, που έμειναν στο πλευρό του, που έδειξαν αλληλεγγύη παντού στον κόσμο.

Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο είναι καθηλωτική για τους αναγνώστες των μυθιστορημάτων του, αλλά όχι μόνο. Η φωνή του είναι η φωνή ενός υπερασπιστή της ελευθερίας της έκφρασης σε έναν κόσμο που διέρχεται μόνιμη κρίση. Το Μαχαίρι αποτελεί μια έκκληση προς τον ελεύθερο κόσμο να αντισταθεί στην επέλαση του αυταρχισμού και της λογοκρισίας. Μια έκκληση για περισσότερη ελευθερία και δημοκρατία, σεβασμό στη διαφορετικότητα και την άποψη των άλλων.

Ο Ρούσντι βάζει το δάχτυλο στη δική του πληγή μιλώντας εξ ονόματος όλων όσοι πιστεύουν ακόμη ότι η γλώσσα μπορεί να γίνει ασπίδα μπροστά στα μαχαίρια της βίας.

Ελληνική λογοτεχνία

Αλλοτεκοίτη

Νίκος Ξένιος

11.00

Το νέο μυθιστόρημα του Νίκου Ξένιου μάς μεταφέρει σε ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον όπου η βλάστηση αποτελεί παρελθόν, η ερημοποίηση έχει προχωρήσει και οι άνθρωποι ζουν εντελώς αποκομμένοι από το φυσικό περιβάλλον. Το ακραίο κόμμα «Νέοι Δρόμοι για τον Λαό» παίρνει την εξουσία, χτίζει την Αλλοτεκοίτη στην ξερή κοίτη ενός ποταμού και καταδιώκει όλους όσοι νοσταλγούν το πράσινο, τη γονιμότητα της γης, την αφθονία του νερού.

Η Κυβέλη, καθηγήτρια φιλόλογος και πρωταγωνιστικό πρόσωπο του βιβλίου, ανήκει σε αυτούς που υπερασπίζονται δημόσια την ιερότητα της φύσης. Οι «Νέοι Δρόμοι για τον Λαό» τη συλλαμβάνουν και την κλείνουν σε ψυχιατρείο. Διασχίζοντας την έρημη, άνυδρη χώρα, η δημοσιογράφος Στέλλα Μπεράτη θα έρθει στην Αλλοτεκοίτη για να αναζητήσει τα ίχνη της Κυβέλης προσπαθώντας να συνθέσει το παζλ της παράδοξης ιστορίας της.

Με βαθιά αγάπη προς τον άνθρωπο, ο Νίκος Ξένιος μάς θυμίζει ότι μια ιστορία ποτέ δεν λέγεται με έναν και μόνο τρόπο. Σε μια εποχή απόλυτης σύγχυσης (ιδεολογικής, κοινωνικής, πολιτικής) είναι σημαντικό οι άνθρωποι να έχουν το δικαίωμα και τη διαύγεια να αφηγηθούν μια ιστορία – τη δική τους ιστορία.

Ελληνική λογοτεχνία

Ένα για τον δρόμο

Θεοδόσης Μίχος

12.20

Φωτογραφίες που κολυμπούν. Πεταλούδες που ρινορραγούν. Οικογένειες που χωλαίνουν. Τραπουλόχαρτα που θολώνουν. Τοίχοι που ζαρώνουν. Emoji που βαραίνουν. Μουστάρδες που φλογίζουν. Κουδούνια που σιωπούν. Σβέρκοι που στενάζουν. Παιδιά που ξεφεύγουν. Φλας που κλέβουν. Μάτια που γκαρίζουν. Πόρνες που απουσιάζουν. Σταυροφόροι που υποκύπτουν. Σπηλιές που σφαλίζουν. Σκαμπό που μαρμαρώνουν. Φιστίκια που δολοφονούν. Φωνές που ερεθίζουν. Τατουάζ που παραμιλούν. Δίσκοι που γυρίζουν.

Στο κέντρο της Αθήνας εδώ και αιώνες υπάρχει ένα μπαρ όπου όλα είναι μελετημένα. Οι θαμώνες του επιλέγουν την αφαίρεση και τον σκληρό ρεαλισμό για να αφηγηθούν οι ίδιοι την ιστορία τους. Απευθύνονται πρώτα και κύρια στον εαυτό τους – αυτόν που ξεχνούν ότι έχουν ήδη χάσει προ πολλού, αυτόν που στην πραγματικότητα τους βρίσκεται εύκαιρος μεταξύ τρίτου και τέταρτου ποτού, αυτόν που δεν ξέρουν ότι θα συναντήσουν το πρωί της επομένης στον καθρέφτη. Αναπόφευκτα οι γύρω τους, συμπότες καρδιακοί ή τυχάρπαστοι, γίνονται κοινωνοί ακόμη και των εσωτερικών τους ψιθύρων.

Κι αν κανείς τους δεν είναι αυτός που φαίνεται, όλοι μαζί –φιλόσοφοι του περιθωρίου, δέσμιοι των παθών τους και μιας επιλεκτικής αδυναμίας να ανταπεξέλθουν στις αναποδιές– ξέρουν ότι η ζωή έχει νόημα και εναγωνίως το αναζητούν, ελπίζοντας να τους βρει εκείνο πρώτο.

Τα διηγήματα της συλλογής Ένα για τον δρόμο συνθέτουν το ζωντανό πορτρέτο μιας συγχυσμένης μεγαλούπολης, την αυτοβιογραφία σε συνέχειες ενός τόπου σύναξης που δεν αλλάζει ό,τι κι αν συμβαίνει έξω από τα όρια μιας φωτεινής στοάς όπου κάθε στιγμή είναι μια υπέροχη ευκαιρία. Για άλλη μια θεραπεία. Για άλλη μια υποτροπή.

Γιατί το χάος είναι μια παρτιτούρα που πάνω της γράφεται η πραγματικότητα. Ξανά και ξανά. Και πάλι από την αρχή.

Γιάννης Ευσταθιάδης

16.00

Ο Γιάννης Ευσταθιάδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946. Έχει εκδώσει ποίηση, πεζά, μικρά δοκίμια για τη μουσική και, με το ψευδώνυμο Απίκιος, γαστρονομικά κείμενα.

Βαγγέλης Ραπτόπουλος

18.80

Κάποτε, πριν από χρόνια, ο Κ. είχε σκύψει σε ένα πηγάδι μαζί με μια γυναίκα. Τα δύο πρόσωπά τους σάλεψαν, μια στιγμή, πάνω στα σκοτεινά νερά, γυαλιστερά, τρεμάμενα, το ένα κολλητά στο άλλο. Κι αμέσως ο Κ. ένιωσε ότι αγαπούσε αυτή τη γυναίκα.

Μια φορά ένας πασάς κάλεσε έναν φτωχό να του κάνει το τραπέζι. Έβαλε μπροστά του ένα πιάτο ελιές κι ένα πιάτο μαύρο χαβιάρι. Ο φτωχός ούτε στράφηκε να δει τις ελιές, έπεσε με τα μούτρα στο χαβιάρι. «Φάε κι ελιές, κουμπάρε», του λέει ο πασάς. «Καλό είναι και το χαβιάρι, πασά εφέντη μου», απάντησε, μασουλώντας πάντα, ο φτωχός.

Στην Κίνα ο Κ. είχε δει μια ζωγραφιά ανείπωτης αβρότητας, με τον τίτλο: «Η καμπάνα του δειλινού που χτυπάει σε μακρινό ναό». Δεν έβλεπες ούτε ναό ούτε καμπάνα. Μόνο ένα ήρεμο τοπίο, ελαφρά χρυσαφένιο, σκεπασμένο με γαλάζιο αέρα.

Όταν σε σκεφτούν οι κάμπιες, Θεέ μου, γίνονται πεταλούδες!

*

Μια περιπλάνηση στο σύμπαν του Νίκου Καζαντζάκη, ένα μωσαϊκό από 259 αλληγορίες σπαρμένες σε ολόκληρο το έργο του: στα μυθιστορήματα, στα ταξιδιωτικά, ακόμη και στην αλληλογραφία του.

Το απόσταγμα της σοφίας του κορυφαίου συγγραφέα, αντλημένο από τους μοναχούς του Αγίου Όρους, την εβραϊκή παράδοση, το Ταό, το ζεν, την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, τον λαό της Κρήτης, την Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, αλλά και από την παγκόσμια Ιστορία.

*

Το αχανές έργο του δημιουργού του Ζορμπά βρίθει από σύντομες αλληγορίες, συμβολικά διηγηματάκια, μικροϊστορίες μισής σελίδας που πηγάζουν και συνίστανται από ιδέες. Μυστικιστικές παραβολές, πες. […]

Μέσα στα μεγάλα κομμάτια από περίφημο πεντελικό μάρμαρο που είναι το έργο του Καζαντζάκη, όποτε έβλεπα ένα φυλακισμένο μικρό άγαλμα πάλευα, όπως οι γλύπτες, να το απελευθερώσω.

Από τον πρόλογο του συγγραφέα

Ποίηση

Υπερώον

Γιάννης Ρίτσος

10.95

Η ποιητική συλλογή Υπερώον γράφτηκε στην Αθήνα, απ’ την 1 του Μάρτη ως τις 21 του ίδιου μήνα. Η Β’ γραφή των ποιημάτων έγινε πάλι στην Αθήνα, απ’ τις 6-29 του Απρίλη και στον Κάλαμο απ’ τις 30 του Απρίλη ως την 1 του Μάη 1985.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Υπερώον. Μια ανέκδοτη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου. Μία απ’ τις πολλές, σχεδόν πενήντα, που άφησε πίσω, μετά το θάνατό του, ολοκληρωμένες, έτοιμες για έκδοση. Ορισμένες από αυτές εκδόθηκαν αμέσως μετά στον τόμο Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα και κάποιες άλλες συμπεριλήφθηκαν αργότερα στους τόμους Ποιήματα που ακολούθησαν, με καθαρά χρονολογικά κριτήρια.

Στο διάστημα που προηγήθηκε, μετά την ανακοίνωση αυτής της έκδοσης, δέχτηκα διάφορα ερωτήματα σχετικά. Δύο είναι τα κυρίαρχα: Γιατί αυτή η συλλογή – ή και πολλές άλλες – δεν είχε εκδοθεί στη διάρκεια της ζωής του Ρίτσου; Γιατί η αυτόνομη έκδοση αυτής της συγκεκριμένης συλλογής τώρα;

Είναι γνωστό – ή τουλάχιστον εγώ το έχω ξαναπεί – πως ο Γιάννης Ρίτσος θεωρούσε την ποίηση τόσο απαραίτητη για την ύπαρξή του, όσο και την αναπνοή του. Έγραφε λοιπόν καθημερινά, ώρες πολλές, κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια τεράστια ποιητική παραγωγή. Τρεις και τέσσερις και πέντε ή και περισσότερες ποιητικές συλλογές μέσα σ’ ένα χρόνο είναι λογικό πως για λόγους πρακτικούς δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν στη διάρκεια του έτους γραφής τους. Ούτε οι εκδότες του μα ούτε και το αναγνωστικό κοινό θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν μια τέτοια παραγωγή. Αναγκαστικά λοιπόν έπρεπε να επιλέξει τι θα εκδοθεί και τι όχι.

Οι επιλογές του δεν είχαν χαρακτήρα «αυτολογοκρισίας», όπως έχω ακούσει να λέγεται, αλλά εξαρτιόνταν από τη διάθεσή του την εκάστοτε περίοδο και από τη συγκυρία.

Η συλλογή Υπερώον, γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1980, αποτελείται από ποιήματα αυτοβιογραφικά, που ταυτόχρονα αντανακλούν το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν. Εποχή κρίσης ηθικής τα χρόνια εκείνα, δεν μπορεί παρά να έχει συνάφεια με την κρίση την οικονομική που βιώνουμε ως συνέπεια και του ηθικού εκείνου ελλείμματος που, ανάμεσα σε άλλα, προετοίμασε το έδαφος για το σήμερα. Τα ποιήματα αυτά είναι, νομίζω, με τον τρόπο τους επίκαιρα, και για τούτο θεώρησα πως θα άξιζε να αποδοθούν στο κοινό σε μια αυτόνομη έκδοση.
Έρη Ρίτσου

 

Ελληνική λογοτεχνία

Η Αθήνα της μιας διαδρομής

Πέτρος Μάρκαρης

11.00

Στα αστυνομικά μυθιστορήματά του ο Πέτρος Μάρκαρης στέλνει τον ήρωά του αστυνόμο Χαρίτο στον λαβύρινθο της Αθήνας. Αυτή τη φορά, αποφάσισε να μπει ο ίδιος ο συγγραφέας. Το οδοιπορικό του στην πόλη διαρκεί σχεδόν μία ώρα, όσο χρειάζεται ο Ηλεκτρικός να διανύσει την απόσταση από τον Πειραιά στην Κηφισιά. Ο συνεπιβάτης του συγγραφέα κατεβαίνει σε κάθε σταθμό, εξερευνά μαζί του τη γύρω περιοχή, γνωρίζει τις ομορφιές και τις ασχήμιες της, ανακαλύπτει τις συναρπαστικές αντιθέσεις της, βρίσκεται μπροστά σε κρυφές εκπλήξεις, περπατά σε αρχαία μονοπάτια, αντιλαμβάνεται και κατανοεί όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση της πρωτεύουσας, με τις φτωχές συνοικίες και τη σύγχρονη νεόπλουτη όψη της, την οποία δεν έχει χάσει ούτε την εποχή της κρίσης, γιατί η κρίση δεν άγγιξε τις περιοχές των νεόπλουτων, όπως άλλωστε κάθε κρίση.

Ελληνική λογοτεχνία

Ο Αυτοκτόνος

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

10.00

Ο Σακελλάριος, ο ήρωας του «Αυτοκτόνου», είναι αλλοδαπός, τριάντα χρονών, αδέκαρος, και ζει ουσιαστικά χάρη στη συνδρομή των φίλων. Αλλοδαπός από που; Από την Ήπειρο, η οποία δεν έχει ενσωματωθεί ακόμη στο ελληνικό κράτος, εξού και «δεν υπέκειτο εις στρατιωτικήν θητείαν», ο δε βοηθός του φούρναρη, Ηπειρώτης, όπως και το αφεντικό του, τον εγκαρδιώνει λέγοντας: «Κουράγιο, πατρίδα! (…] Έτσι θα πάρουμε και τα Γιάννενα;». Τον έχει διώξει η σπιτονοικοκυρά από την κάμαρη που νοίκιαζε, επειδή χρωστούσε ενοίκια, και μένει σε ένα μικρό ξενοδοχείο, αλλά εκείνο το Σάββατο οι φίλοι δεν έχουν ή δεν θέλουν να του δώσουν για να το πληρώσει. Είναι ουσιαστικά άστεγος, όπως ο ξεπεσμένος δερβίσης (1896) ή ο μπαρμπα-Μάρκος (« Άλλος τύπος», 1903). Πηγαίνει το Σάββατο στην εκκλησία για τον εσπερινό και εκεί παίρνει την απόφαση να αυτοκτονήσει, για να μη γίνει βάρος σε κανέναν, ούτε σε νεκροθάφτες ούτε σε ψάλτες ούτε σε παπάδες (αφού δεν θα ταφεί εκκλησιαστικά). Πάει κατόπιν στο κουρείο για να ξυρίσει τα γένια του, πρώτη φορά στη ζωή του, στην πραγματικότητα όμως για να κλέψει το ξυράφι, το όργανο της αυτοχειρίας. Στη συνέχεια ζητάει από τον φούρναρη της γειτονιάς να περάσει το βράδυ στον φούρνο (αφού δεν μπορεί να μείνει στο ξενοδοχείο), όπου θα βρει πράγματι στέγη, ζέστη, ψωμί και κρασί. […] (Σταύρος Ζουμπουλάκης, Οι αυτοκτόνοι του Παπαδιαμάντη)

Ξένη λογοτεχνία

Καθεδρικοί

Κλαούδια Πινιέιρο

18.00

Η Άννα Σαρδά ήταν δεκαεφτά χρονών, καλή μαθήτρια και από αξιοσέβαστη καθολική οικογένεια. Το πτώμα της βρέθηκε καμένο και τεμαχισμένο σε μια αλάνα κοντά στο σπίτι της. Τριάντα χρόνια αργότερα, η ταυτότητα του δράστη εξακολουθεί να αγνοείται. Τα ίχνη της απώλειας έχουν στιγματίσει με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό βαθμό τα μέλη της οικογένειάς της.

Εφτά αφηγηματικές φωνές, εφτά άνθρωποι που σχετίζονταν με την Άννα, προσφέρουν τη δική τους εκδοχή για όσα συνέβησαν τη μέρα του θανάτου της, αφήνοντας να πέφτουν σαν κουρέλια κομμάτια απ’ τα μυστικά τους. Παρότι οι τύψεις, οι οιμωγές τους και τα αναπόφευκτα mea culpa τους θα μπορούσαν να απευθύνονται στον εξομολόγο τους, η αξιοπιστία τους δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη

Ξένη λογοτεχνία

Η Ελένα ξέρει

Κλαούδια Πινιέιρο

15.00

Μια μητέρα και μια κόρη. Η μητέρα ανίατα άρρωστη και η κόρη νεκρή. Και ο νοερός διάλογος ανάμεσά τους. Μια άστοργη σχέση που κρύβει μέσα της εγωισμό, πείσμα, αλαζονεία, μπόλικο δηλητήριο, αλλά και απρόσμενη αγάπη, όταν η εξιλέωση είναι πια αδύνατη. Μια ιστορία για τη μητρότητα, που άλλες φορές μοιάζει με ευλογία και άλλες φορές πέφτει πάνω μας σαν κατάρα.

Όλοι πιστεύουν ότι η Ρίτα αυτοκτόνησε. Όλοι, εκτός από την Ελένα, τη μητέρα της. Επειδή η Ελένα ξέρει. Ένα δύσκολο ταξίδι προς την πρωτεύουσα, ένα παλιό χρέος και μια αποκαλυπτική συζήτηση συνθέτουν αυτό το σπαρακτικό μυθιστόρημα που αποκαλύπτει τον κρυμμένο αυταρχισμό κάθε υποκριτικής κοινωνίας.

Το βιβλίο έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα πολωνικά, τα ολλανδικά, τα εβραϊκά και τα τουρκικά. Στη Γερμανία τιμήθηκε με το βραβείο LIBeraturpreis 2010.

Ξένη λογοτεχνία

Ο παράδεισος

Μιέκο Καβακάμι

16.00

Μου τράβηξαν προς τα πίσω το κεφάλι απ᾿ τα μαλλιά, έσπρωξαν τις δυο κιμωλίες βαθιά στη μύτη μου και μ᾿ έβαλαν να φάω την τρίτη. Ο Νινομίγια και οι φίλοι του παρακολουθούσαν, γελώντας σαν τρελοί. Μέχρι τότε είχα αναγκαστεί να καταπιώ νερό από τα λεκάνη της τουαλέτας, ένα χρυσόψαρο…

Ιαπωνία, αρχές 1990. Ένα δεκατετράχρονο αγόρι με στραβισμό υποβάλλεται σε ανελέητα μαρτύρια από τους συμμαθητές του. Αντί να αντισταθεί ή να ζητήσει βοήθεια, σιωπά. Η Κοτζίμα, που αντιμετωπίζει και η ίδια ταπεινωτικές συμπεριφορές, είναι η μόνη συμμαθήτριά του που συνομιλεί μαζί του.

Η «σύγχρονη βασίλισσα της ιαπωνικής λογοτεχνίας» (The Japan Times) Μιέκο Καβακάμι (γενν. 1976) μας δίνει μια συγκλονιστική ιστορία σχολικού εκφοβισμού εστιάζοντας στα θύματα αλλά και στους θύτες.