Βλέπετε 1–12 απο 197 αποτέλεσματα

Έρικ Χόμπσμπάουμ

23.32

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, με το κύμα ανόδου εθνικιστικών κομμάτων, αυξήθηκε ραγδαία η χρήση του όρου «εθνικισμός». Σε αυτήν τη συλλογή κειμένων του Eric Hobsbawm, την οποία επιμελήθηκε ένας από τους πιο γνωστούς σύγχρονους ιστορικούς, ο Donald Sassoon, φίλος και µελετητής του έργου του, βρίσκουμε ορισμένες από τις πιο καίριες σκέψεις του κορυφαίου ιστορικού του 20ού αιώνα πάνω σε αυτό το αμφιλεγόμενο ιστορικό ζήτημα. 23 κείµενα τα οποία καλύπτουν ένα µακρύ διάστηµα της διανοητικής διαδροµής του συγγραφέα, από το 1962 έως και το 2005, επικεντρωµένα στο φαινόµενο του εθνικισµού, που σήμερα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ, καθώς ζούμε στο κατώφλι μιας εποχής όπου το διαδίκτυο και η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου διαρρηγνύουν τα εθνικά σύνορα, την ίδια στιγμή που, ως αντίδραση, ο εθνικισμός μοιάζει να αναδύεται ξανά, με νέα ορμή.

Ο Eric Hobsbawm, περισσότερο από κάθε άλλον ιστορικό του καιρού μας, προσέγγισε με μεγάλη προσοχή και σοβαρότητα αυτά τα κινήματα, χωρίς ποτέ να στηλιτεύει τον εθνικισμό και τον πατριωτισμό ως απλώς παράλογα. Χρειαζόμαστε σήμερα την καθαρή ματιά του, όπως τη χρειαζόμασταν και όσο ζούσε. Το Για τον εθνικισμό είναι ένα έργο απαραίτητο για όσους θέλουν να κατανοήσουν αυτά τα φαινόμενα.

Κοινωνιολογία

Η δική μας ασθένεια

Τίμοθι Σνάϊντερ

14.40

Στις 29 Δεκεμβρίου του 2019, ο σπουδαίος Αμερικανός ιστορικός Τίμοθυ Σνόιντερ αρρώστησε σοβαρά. Ανίκανος να σταθεί όρθιος, σε διανοητική σύγχυση, περίμενε επί ώρες στα επείγοντα περιστατικό προτού διαγνωστεί το πρόβλημά του και μπει εσπευσμένα στο χειρουργείο. Τις επόμενες μέρες, καθώς το πρώτο φως της καινούργιας χρονιάς έμπαινε από το παράθυρό του και η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή, άρχισε να σκέφτεται το ιδιαίτερα κρίσιμο και εύθραυστο ζήτημα της υγείας, “που δεν αναγνωρίζεται στην Αμερική ως ανθρώπινο δικαίωμα, αλλά χωρίς την οποία όλα τα δικαιώματα και οι ελευθερίες δεν έχουν νόημα”, όπως χαρακτηριστικά γράφει.

Κι αυτό ήταν πριν από την πανδημία. Έκτοτε παρακολουθήσαμε τα αμερικανικά νοσοκομεία, υποστελεχωμένα και ανεπαρκώς εφοδιασμένα, να λυγίζουν κάτω από τα αλλεπάλληλα κύματα των προσβεβλημένων από τον κορονοϊό ασθενών. Η κυβέρνηση Τραμπ έκανε τα πράγματα χειρότερα, ποντάροντας στην παραπληροφόρηση και προσβλέποντας στην κερδοσκοπία. Το σύστημα της “εμπορευματοποιημένης” ιατρικής, όπως χαρακτηρίζει ο Σνάιντερ το ιδιωτικό σύστημα υγείας, απέτυχε παταγωδώς.

“Η δική μας ασθένεια” είναι μια κραυγή αγωνίας. Εξετάζοντας μερικές από τις πιο σκοτεινές στιγμές της πρόσφατης ιστορίας της χώρας και της προσωπικής του εμπειρίας, ο Σνάιντερ δεν αναζητά απλώς μια διέξοδο από την “υγειονομική κακοδαιμονία” της Αμερικής, αλλά και εξηγεί πώς μπορεί να ανασταλεί ο εκπεσμός της υγείας σε ένα σύστημα που αποσκοπεί αποκλειστικά στο κέρδος και να ανακτήσει το ανθρωποκεντρικό του περιεχόμενο. Η υγεία είναι ζήτημα δημοκρατίας, υπογραμμίζει ο Σνάιντερ. Μόνο αν κατοχυρώσουμε την υγειονομική περίθαλψη ως ανθρώπινο δικαίωμα, ανυψώνοντας το κύρος των γιατρών και αναγνωρίζοντας την ιατρική γνώση ως καθοδηγητική αρχή, μπορούμε να δημιουργήσουμε μια ελεύθερη και πραγματικά δημοκρατική κοινωνία.

Βιογραφία - Μαρτυρίες

Αυτοπροσωπογραφία

Μίλο Μανάρα

22.50

«Όλα άρχισαν στα τοιχώματα μιας σπηλιάς.

Το πρώτο επάγγελμα στον κόσμο για το οποίο διατηρούμε κάποια βεβαιότητα είναι του σκιτσογράφου, του σχεδιαστή. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η φυλή μας ξεκίνησε τις δραστηριότητές της σχεδιάζοντας, με τον ίδιο τρόπο που τα μικρά παιδιά σχεδιάζουν για να γνωρίσουν τον εαυτό τους και τον κόσμο. Μετά, τα πιο πολλά τα παρατάνε. Κάποια ωστόσο συνεχίζουν, και για καλή μου τύχη είμαι κι εγώ ένα απ’ αυτά». Milo Manara

Έτσι ξεκινάει ένα μεγάλο ταξίδι, γεμάτο αναμνήσεις και οράματα, σκέψεις και εξομολογήσεις, συναντήσεις με σημαίνουσες προσωπικότητες της τέχνης και του πολιτισμού, εικόνες και λέξεις, όπου ο Μίλο Μανάρα μάς μιλάει για τον εαυτό του. Για την τέχνη του και για τη ζωή του. Τα παιδικά και τα νεανικά του χρόνια, την αγάπη του για το σχέδιο και τη συναρπαστική συνάντησή του με το κόμικ, την περίοδο των ερωτικών κόμικς τσέπης και τις πνευματικές ζυμώσεις τού 1968, τη φιλία του με τον Ούγκο Πρατ, τον «μαέστρο», και όσα έμαθε από αυτόν. Είναι η αφήγηση ενός δημιουργού θαυμαστού σε όλο τον κόσμο, κυρίως χάρη στη σχεδιαστική από­δοση ενός γυναικείου κορμιού που καταγράφηκε στο συλλογικό φαντασιακό. Είναι επίσης μια ιστορία συνά­ντησης του κόμικ με τον κινηματογράφο, και πρώτα απ’ όλα με τον Φεντερίκο Φελίνι, με τον οποίο ο Μανάρα έφτιαξε ιστορίες και μοιράστηκε σχέδια και όνειρα. Είναι, τέλος, η ειλικρινής και ένθερμη εξομολόγηση ενός συγγραφέα που ξέρει να αφηγείται την εποχή του – μία αφήγηση που συνοδεύεται από σχέδια, σκίτσα, αφί­σες και φωτογραφίες. Μια αυτοπροσωπογραφία προς τέρψιν του πνεύματος αλλά και των οφθαλμών.

Γιάννης Μπαλαμπανίδης

12.60

Η βασική θέση που προσπαθεί να υποστηρίξει αυτό το βιβλίο είναι ότι η διάκριση μεταξύ προοδευτικής και συντηρητι­κής πολιτικής συνεχίζει να έχει νόημα, αν και όχι το νόημα που είχε κάποτε. Οι έννοιες είναι προϊόντα της ιστορίας, αλλάζουν μαζί με τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Εδώ, λοιπόν, επιχειρούμε να τις προσεγγίσουμε με μια, όπως έλεγε πριν από έναν σχεδόν αιώνα ο Γιώργος Θεοτοκάς στο Ελεύθερο πνεύμα, «αεροπορική ματιά» στην Ευρώπη και στον οικείο μας δυτικό κόσμο. Να διακρίνουμε «από ψηλά» νέες δυναμικές πολιτικοποίησης, ξεφεύγοντας λίγο από το καθ’ ημάς εθνοκεντρικό βλέμμα. Να εντοπίσουμε τους κόμβους όπου διασταυρώνονται παλιές και καινούριες έννοιες: Αριστερά και Δεξιά, μεσαία τάξη και gig economy, επισφάλεια και πολι­τικές ταυτότητας, wokeism, πολιτική ορθότητα, νατιβισμός, intersectionality, αντισυστημισμός, κλιματική αλλαγή.

Με αυτές τις καινούριες λέξεις και ιδέες, τις διαιρέσεις που προσλαμβάνουν νέες μορφές και περιεχόμενα, θα προ­σπαθήσουμε να κατανοήσουμε την πολιτική στους ρευστούς καιρούς μας. Έχοντας ως αφετηρία τη σκέψη ότι η σύγκρουση μπορεί να είναι ταυτόχρονα μια δημοκρατική διαπάλη διαφορετικών ιδεών για τον κόσμο, αλλά και ότι οι ισχυρές πολιτι­κές ταυτότητες μπορεί να αναζωογονούν, αντί να υπονομεύουν, τον κοινό μας δεσμό.

Το δοκίμιο αυτό έχει όμως και έναν ειδικότερο στόχο: να ανιχνεύσει τους όρους πολιτικοποίησης ιδίως της δικής μας γενιάς, της «διεθνούς» γενιάς των πάνω-κάτω συνομηλίκων, που μεγαλώσαμε με αυξημένες προσδοκίες για να βρεθού­με καθηλωμένοι στην ιδιαίτερη ανθρωπολογική συνθήκη που λέγεται υπάλληλος γραφείου. Το πρωτογενές υλικό της πο­λιτικής μας συγκρότησης περιλαμβάνει τις αισθητικές αναφορές της γενιάς μας, τις πολιτισμικές της αναπαραστάσεις, τα καλειδοσκοπικά ερεθίσματά της, υψηλά και ταπεινά, εκλεπτυσμένα και ποπ.

 

Ίαν Κόλινς

20.61

Γεννηµένος σε µια µεγάλη µποέµικη οικογένεια, ο John Craxton (1922-2009) από πολύ νωρίς λαχταρούσε να ζήσει και να ζωγραφίσει στην Ελλάδα. Πέτυχε τον στόχο του, και έκτοτε όλα τα έργα του έχουν τα χρώµατα µιας ακατάλυτης χαράς.

Δεν έδωσε ποτέ στη ζωή του εξετάσεις, παρά µόνο για να αποκτήσει δίπλωµα οδήγησης µοτοσικλέτας. Αναρχικό πνεύµα αυτοδίδακτης ευρυµάθειας, απεχθανόταν τις ταµπέλες, ειδικά του νεοροµαντικού κινήµατος της δεκαετίας του 1940, του οποίου θεωρήθηκε πρωταγωνιστής. Κι ενώ οι µοναχικές, σκοτεινές φιγούρες του ήταν αυτοπροσωπογραφίες του, ο ίδιος ζούσε εξαιρετικά κοινωνική ζωή σε όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσµίου πολέµου. Στα 19 του γνώρισε µια ατίθαση αδελφή ψυχή ονόµατι Lucian Freud, που τον ακολούθησε στην Ελλάδα το 1946, για να επιστρέψει µόνος του στην Αγγλία πέντε µήνες αργότερα. Ο Craxton είχε ήδη γνωρίσει, στο Λονδίνο το 1945, τον Έλληνα ζωγράφο Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, καθώς και τον Βρετανό συγγραφέα Patrick Leigh Fermor. Οι τρεις τους συµπορεύθηκαν, στη ζωή και στην τέχνη, για τα επόµενα 50 χρόνια, στην Ύδρα, στην Κρήτη, στην Καρδαµύλη, στην Κέρκυρα…

Μοντερνιστής µε αγάπη για την αρχαιολογία, ο Craxton υπήρξε ιδιαίτερος καλλιτέχνης. Το έργο του, µε επιρροές αρχικά από τον Blake και τον Palmer και στη συνέχεια από τον Miró και τον Picasso, εξελίχθηκε σε έναν διάλογο µε τα βυζαντινά ψηφιδωτά, τον Ελ Γκρέκο και τον ελληνικό τρόπο ζωής. Ο Craxton αγαπούσε την ανθεκτικότητα του µύθου στη ζωή της ελληνικής υπαίθρου. Είχε διάσηµους φίλους, αλλά ζωγράφιζε καθηµερινούς ανθρώπους. Στο τέλος έµοιαζε µε βοσκό από την κατ’ επιλογήν πατρίδα του, την Κρήτη.

Αφελής ξένος και θύµα µιας σκανταλιάρικης αίσθησης του χιούµορ, έµπλεξε αρκετές φορές σε δυσάρεστες καταστάσεις. Όσα κι αν τραβούσε, όµως, δεν έπαψε ποτέ να αντιµετωπίζει τα πάντα µε έναν ηρωικό ηδονισµό.

Μαρία Στρατηγάκη

15.45

Το βιβλίο αυτό αναλύει και αποτιμά κριτικά την πολιτική ισότητας των φύλων ως διακριτή δημόσια πολιτική σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο.

Το πρώτο μέρος της μελέτης αναφέρεται στην πολιτική του ΟΗΕ για τις γυναίκες, από τις φεμινιστικές παρεμβάσεις κατά τη συγκρότηση της Κοινωνίας των Εθνών (1919) μέχρι την ισότητα των φύλων στην Ατζέντα για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη 2030. Το δεύτερο μέρος, σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ξεκινά με την Συνθήκη της Ρώμης (1957) και τελειώνει με τη ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Ισότητα των Φύλων (2020-2025). Το τρίτο μέρος, που επικεντρώνεται στην Ελλάδα, αρχίζει από το Σύνταγμα του 1975 και φτάνει μέχρι την κατάργηση της αυτοτέλειας της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων, τον Ιούνιο του 2019.

Η μελέτη αναδεικνύει τους παράγοντες που προώθησαν τις πολιτικές ισότητας των φύλων σε αυτά τα τρία επίπεδα άσκησης πολιτικής, καθώς και τα εμπόδια και τις αντιστάσεις που αντιμετώπισε η ανάπτυξη και εφαρμογή τους. Επισημαίνονται ιδιαίτερα οι πολιτικές και οικονομικές συγκυρίες, οι προτεραιότητες των θεσμικών οργάνων άσκησης πολιτικής, οι γυναικείες και φεμινιστικές διεκδικήσεις και ο ρόλος των φεμινιστριών σε κρίσιμες πολιτικές και διοικητικές θέσεις μέσα και έξω από τους θεσμούς.

Η αποτίμηση υποστηρίζεται από πρωτογενές αρχειακό υλικό και από προσωπικές εμπειρίες που απέκτησε η συγγραφέας, αναλαμβάνοντας θέσεις ευθύνης για την ισότητα των φύλων στην Ευρώπη και στην Ελλάδα.

Βιογραφία - Μαρτυρίες

Ο Ωνάσης και ο Σμηναγός Χ

Αχιλλέας Χεκίμογλου

18.89

Η μεταπολεμική αναγέννηση της πολιτικής αεροπορίας: Από την ΤΑΕ στην Ολυμπιακή.

Πώς ακριβώς εξελίχθηκε η σύγκρουση Σταύρου Νιάρχου και Αριστοτέλη Ωνάση, που κατέληξε στην επικράτηση του δεύτερου και στη λαμπρή πορεία της Ολυμπιακής Αεροπορίας; Και πώς συνδέονται αυτά τα –πολύ μεταγενέστερα– γεγονότα με το πραξικόπημα εναντίον Τσαλδάρη και την απόπειρα δολοφονίας του Ελευθέριου Βενιζέλου; Η απάντηση είναι απλή, όσο και αναπάντεχη: είναι όλα γεγονότα της ταραχώδους πορείας της Πολιτικής Αεροπορίας στην Ελλάδα, μιας ιστορίας στην οποία εμπλέκονται 12 πρωθυπουργοί, το Λονδίνο, η Ουάσιγκτον, και τα όνειρα (φυσικά) Ελλήνων και ξένων που κυοφορήθηκαν από τις αεροπορικές της εταιρείες.

Μαρία Πλαστήρα-Βαλκάνου

20.00

Aline Fernandez Diaz-Σπύρος Αλιμπέρτης, Θεσσαλονίκη 1914

Στη Θεσσαλονίκη του 1914, στην Casa Bianca, το αρχοντικό του Εβραίου Dino Fernandez Diaz, ένας απαγορευμένος έρωτας συγκλονίζει την οικογένεια και την τοπική κοινωνία. Το βιβλίο δίνει το χρονικό της εκούσιας απαγωγής και φωτίζει την ιστορία του Σπύρου και της Aline μέσα από τις αδημοσίευτες μέχρι σήμερα επιστολές τους στον κοινό τους φίλο, τον αρχιτέκτονα και ζωγράφο Δημήτρη Πικιώνη.

Ιάσων Τριανταφυλλίδης

19.80

Τα 36 μαθήματα χορού δεν είναι μόνο η απλή εξιστόρηση του αγώνα ενός κοριτσιού που, αψηφώντας το δύσκολο και συχνά εχθρικό περιβάλλον στο οποίο ζούσε, πάλεψε μόνη, δούλεψε σκληρά κάνοντας σωστές επιλογές και τελικά δικαιώθηκε σαν γυναίκα και σαν καλλιτέχνιδα. Ούτε είναι μόνο άλλη μία απόδειξη πώς το να ξεκινήσει κανείς με λίγα εφόδια, αν πραγματικά το θέλει, δεν μπορεί να τον εμποδίσει να πετύχει σε αυτό με το οποίο θέλει να καταπιαστεί.

Τα 36 μαθήματα χορού αποτελούν τρανό παράδειγμα για το πώς μια γυναίκα είναι ικανή, ατσαλώνοντας τη θέλησή της, να αλλάξει τροχιά ζωής ώστε να αποφύγει τις ταπεινές υποχωρήσεις. Παράλληλα όμως εμπεριέχουν και την ολοζώντανη ιστορία της λειτουργίας των πρώτων χρόνων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, η οποία μέσα από την αυτοβιογραφική αφήγηση της Σάσας Ντάριο και τα ακριβή στοιχεία του βιβλίου φωτίζει τόσο τις άγνωστες σε πολλούς συνθήκες που αντιμετώπισαν αρχικά όσοι υπηρέτησαν την τέχνη του χορού στην Ελλάδα, όπως την έλλειψη υλικών και τεχνογνωσίας, όσο και τους ίδιους τους ανθρώπους της και τον
τρόπο δουλειάς τους, όπως ο Άγγελος Γριμάνης, ο Βασίλης Φωτοπουλος, η Ανθή Ζαχαράτου, ο Νίκος Ζαχαρίου, ο Γιάννης Μέτσης κ.α.

Η Σάσα Ντάριο μας μιλάει σε πρώτο πρόσωπο και παρουσιάζει τη ζωή της, την Ε.Λ.Σ. και την ιστορία της. Και η Ε.Λ.Σ., άλλωστε, τόσα χρόνια παρουσίασε, ανέδειξε και αποθέωσε τη Σάσα Ντάριο…

Η έκδοση συνοδεύεται από μεγάλο αριθμό φωτογραφικών πορτραίτων της, όπου λάμπει με την ομορφιά της, φωτογραφίες από τα ταξίδια της με περιοδείες σε Αίγυπτο και Κωνσταντινούπολη, και ακολούθως τη μετάβαση στο Παρίσι, για τη χορευτική της εκπαίδευση, ντοκουμέντα από τον Τύπο της εποχής, συμβόλαιά της, προγράμματα παραστάσεων, φωτογραφίες συνεργατών της, και πολλών προσωπικοτήτων που συναντά στην καριέρα της, καθώς και ένα αυτοτελές αφιέρωμα με σπάνιες και ιστορικές φωτογραφίες από τις σημαντικότερες παραστάσεις όπου συμμετείχε.

Ντίνα Βαΐου

14.31

Tο βιβλίο αυτό επιχειρεί μια προσέγγιση της πόλης μέσα από την αθέατη, μη αμειβόμενη και υποτιμημένη εργασία των γυναικών. Η εργασία αυτή, που επιτελείται ως «αγάπη, προσφορά και φροντίδα», καθιστά την πόλη και επιμέρους περιοχές της χώρο βιώσιμο και βιωμένο, στον οποίο εγγράφονται κύκλοι επένδυσης κεφαλαίου και πραγματοποίησης κερδών, συγκροτούνται ανεκτές, αν και συχνά δύσκολες, συνθήκες ζωής, οικοδομούνται τρόποι συμβίωσης και κοινωνικής συνοχής.

Η έρευνα εστιάζει ρητά στον κόσμο των γυναικών, χωρίς να συμμερίζεται κοινότοπες αντιλήψεις για μια σταθερή και σχεδόν ακίνητη έμφυλη ταυτότητα. Αντίθετα, μέσα από την οπτική του χώρου ως πεδίου (συν)ύπαρξης της πολλαπλότητας και την εστίαση στην Αθήνα (από τη Μεταπολίτευση μέχρι την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ), αναδεικνύονται οι μεταλλασσόμενες ιδέες για το τι συγκροτεί τις «γυναίκες» σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, καθώς και οι προσωπικοί και συλλογικοί προσδιορισμοί που επιχειρούν διαφορετικές γυναίκες μέσα από συγκεκριμένους συνδυασμούς δημόσιου και ιδιωτικού/προσωπικού, κίνησης και στάσης (ή και εγκλωβισμού), αποδοχής και απόρριψης καθιερωμένων απόψεων και πρακτικών, καθημερινών ανατροπών και συλλογικών αγώνων.

Όλα τα παραπάνω, εντέλει, οδηγούν σε σύνθετες έμφυλες υποκειμενικότητες, αλλά και διαμορφώνουν αστικότητες, που διερευνώνται σε συγκεκριμένα χωρικά και χρονικά συμφραζόμενα: στο Πέραμα τα χρόνια μετά την πτώση της Δικτατορίας, στην Ηλιούπολη όταν ανοικοδομούνται εντατικά οι περιφερειακές συνοικίες της Αθήνας, και στην Κυψέλη, όπως γίνεται αντιληπτή από παλαιούς και νέους κατοίκους της ως πολυεθνική γειτονιά όπου εδώ και τρεις δεκαετίες οικοδομούνται, με αντιφατικούς τρόπους, σχέσεις γειτονίας και συνύπαρξης.

Κωνσταντίνα Ζάνου

19.08

Η ιστορία μιας γενιάς Επτανήσιων διανοουμένων, δημιουργών και πολιτικών προσωπικοτήτων –από τον Ούγκο Φόσκολο, τον Κάλβο και τον Σολωμό μέχρι τον Καποδίστρια, τον Ανδρέα Μουστοξύδη και τον Νικολό Τομαζέο– οι οποίοι βίωσαν την κατάρρευση της Βενετικής Πολιτείας και τη διάλυση του κοινού πολιτισμικού και πολιτικού χώρου της Αδριατικής. Επιφανείς μάρτυρες της μακράς μετάβασης από έναν κόσμο αυτοκρατοριών σ’ έναν κόσμο εθνών-κρατών, συνέβαλαν στην ανάδυση του ελληνικού και του ιταλικού εθνικισμού, διαμορφώνοντας καθοριστικά το λεξιλόγιό τους.

Επανεξετάζοντας αυτές τις βιογραφίες και το ξεχασμένο διανοητικό τους σύμπαν, η Κωνσταντίνα Ζάνου ανασυνθέτει έναν κόσμο ποικίλων δεσμών, ιδεών και ανταλλαγών –μείξη μάλλον, παρά σύγκρουση, στοιχείων φιλελευθερισμού και αυτοκρατορίας, Διαφωτισμού και θρησκείας, συντηρητισμού και επανάστασης, Ανατολής και Δύσης, που στη συνέχεια θάφτηκαν κάτω από το συμβατικό αφήγημα της έλευσης του έθνους-κράτους. Με αφετηρία τα νησιά του Ιονίου, η μελέτη ακολουθεί τα νήματα που εκτείνονταν από την προεθνική, ενοποιούμενη Ιταλία και την προ- και μετεπαναστατική Ελλάδα μέχρι την αυτοκρατορική Ρωσία, αποκαθιστώντας τον χαμένο κρίκο ανάμεσα στα μεταβαλλόμενα γεωπολιτικά πλαίσια της δυτικής Ευρώπης, της Μεσογείου και των Βαλκανίων στην εποχή των επαναστάσεων.

Λορ Μουράτ

9.90

Κάθε πολεμική γύρω από την cancel culture –και δεν υπήρξαν λίγες τον τελευταίο καιρό– προκαλεί θύελλα αντιδράσεων στον Τύπο και τα κοινωνικά δίκτυα. Είναι ίδιον της cancel culture, αυτής της «δικτατορίας των μειοψηφιών», σύμφωνα με ορισμένους, ή του «φασισμού της άκρας Αριστεράς», σύμφωνα με τον Donald Trump, τον πιο απηνή πολέμιό της, να προκαλεί την οργισμένη αντίδραση μιας αγανακτισμένης πλειοψηφίας, που καταγγέλλει τις «διαστρεβλώσεις των αντιρατσιστών» και τη βούληση να ξαναγραφτεί η ιστορία μέσω αναχρονισμών και ηθικολογικών κρίσεων. Σε γενικές γραμμές, αυτές οι κριτικές προηγούνται κάθε συζήτησης επί του θέματος και την καθιστούν εκ των πραγμάτων σχεδόν αδύνατη. Σίγουρα το έχετε διαπιστώσει κι εσείς: κάθε φορά που ακούγεται η φράση cancel culture, όλοι τραβάνε το περίστροφό τους.

Εκ των υστέρων επανόρθωση εξόφθαλμων αδικιών. Δύσκολο να συνοψίσει κανείς καλύτερα σε μια φράση τα επίδικα που πυροδοτούν την πολεμική γύρω από την cancel culture. Συμπυκνώνονται σε κάθε λέξη αυτής της πρότασης. Πράγματι, δεν αισθάνεται όλος ο κόσμος την ανάγκη να «επανορθώσει» (γιατί; με ποιον τρόπο;), πόσο μάλλον να επανορθώσει τις «αδικίες» που κρίνονται ως «εξόφθαλμες» (με βάση ποια κριτήρια;) και που από ορισμένους θεωρούνται ως τυχαία περιστατικά ή ως ιστορικό fatum, και επιπλέον όλα αυτά να γίνουν «εκ των υστέρων», ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τη διεξαγωγή μιας αναδρομικής και παραπλανητικής δίκης. Παρότι η cancel culture δεν είναι απαλλαγμένη από υπερβολές και ελαττώματα, οι αντιδράσεις που προκαλεί στη Γαλλία, ύποπτες καθότι συστηματικές, παραμορφώνουν τα επίδικα ζητήματα έως ότου η συζήτηση να ενταφιαστεί πλήρως. Έγραψα αυτό το κείμενο σε μια προσπάθεια να κατανοήσω την ουσιαστική προβληματική πίσω από τις κραυγές, τις a priori κρίσεις και τις λήψεις του ζητουμένου. Διότι, στον αντίποδα των αγανακτισμένων αντιδράσεων, προσωπικά κάτι διδάχθηκα κάθε φορά που η cancel culture εμφανίστηκε κάπου.

Ας αρχίσουμε δίνοντας έναν απλό ορισμό, φροντίζοντας να διακρίνουμε τη λέξη από το πράγμα, την έκφραση καθεαυτήν από την πραγματικότητα που συγκαλύπτει. Η cancel culture ή, σε μια κατά λέξη απόδοση, η κουλτούρα της ακύρωσης, είναι ουσιαστικά ένας πολεμικός, υποτιμητικός όρος, μια «έκφραση της αμερικανικής Δεξιάς που υιοθετήθηκε από τους γάλλους νεοσυντηρητικούς προκειμένου να απαξιώσουν περαιτέρω τα προοδευτικά αιτήματα», σύμφωνα με τη διατύπωση του André Gunthert. Ορίζει ένα σύνολο διεκδικήσεων που προέρχονται από τη ριζοσπαστική Αριστερά και αφορούν την απτή αλλαγή των πρακτικών σε μια κοινωνία που κατηγορείται ότι διαιωνίζει μια ρατσιστική και σεξιστική κουλτούρα, η οποία αγνοεί τους καταπιεσμένους πληθυσμούς. Η κουλτούρα της ακύρωσης, κριτικό εργαλείο των μειονοτήτων που εξασκούν την ελευθερία έκφρασής τους, συνίσταται κυρίως στην αποκάλυψη θεμάτων ή πράξεων εκ μέρους προσώπων, εταιρειών ή θεσμών που κρίνονται απαράδεκτες ή προσβλητικές και στην απόσυρση κάθε υποστήριξης προς αυτά τα πρόσωπα, τις εταιρείες και τους θεσμούς, ιδίως μέσω των κοινωνικών δικτύων. Η cancel culture είναι λοιπόν πάνω απ’ όλα ένας τρόπος έκφρασης και διαμαρτυρίας, ο οποίος συντίθεται από συντονισμένους λόγους και πράξεις που αφορούν τα πολιτικά δικαιώματα: διαδήλωση, μποϊκοτάζ, προειδοποίηση (ή whistle-blowing).