Βλέπετε 1–12 απο 492 αποτέλεσματα

Ντίνα Βαΐου

14.31

Tο βιβλίο αυτό επιχειρεί μια προσέγγιση της πόλης μέσα από την αθέατη, μη αμειβόμενη και υποτιμημένη εργασία των γυναικών. Η εργασία αυτή, που επιτελείται ως «αγάπη, προσφορά και φροντίδα», καθιστά την πόλη και επιμέρους περιοχές της χώρο βιώσιμο και βιωμένο, στον οποίο εγγράφονται κύκλοι επένδυσης κεφαλαίου και πραγματοποίησης κερδών, συγκροτούνται ανεκτές, αν και συχνά δύσκολες, συνθήκες ζωής, οικοδομούνται τρόποι συμβίωσης και κοινωνικής συνοχής.

Η έρευνα εστιάζει ρητά στον κόσμο των γυναικών, χωρίς να συμμερίζεται κοινότοπες αντιλήψεις για μια σταθερή και σχεδόν ακίνητη έμφυλη ταυτότητα. Αντίθετα, μέσα από την οπτική του χώρου ως πεδίου (συν)ύπαρξης της πολλαπλότητας και την εστίαση στην Αθήνα (από τη Μεταπολίτευση μέχρι την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ), αναδεικνύονται οι μεταλλασσόμενες ιδέες για το τι συγκροτεί τις «γυναίκες» σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, καθώς και οι προσωπικοί και συλλογικοί προσδιορισμοί που επιχειρούν διαφορετικές γυναίκες μέσα από συγκεκριμένους συνδυασμούς δημόσιου και ιδιωτικού/προσωπικού, κίνησης και στάσης (ή και εγκλωβισμού), αποδοχής και απόρριψης καθιερωμένων απόψεων και πρακτικών, καθημερινών ανατροπών και συλλογικών αγώνων.

Όλα τα παραπάνω, εντέλει, οδηγούν σε σύνθετες έμφυλες υποκειμενικότητες, αλλά και διαμορφώνουν αστικότητες, που διερευνώνται σε συγκεκριμένα χωρικά και χρονικά συμφραζόμενα: στο Πέραμα τα χρόνια μετά την πτώση της Δικτατορίας, στην Ηλιούπολη όταν ανοικοδομούνται εντατικά οι περιφερειακές συνοικίες της Αθήνας, και στην Κυψέλη, όπως γίνεται αντιληπτή από παλαιούς και νέους κατοίκους της ως πολυεθνική γειτονιά όπου εδώ και τρεις δεκαετίες οικοδομούνται, με αντιφατικούς τρόπους, σχέσεις γειτονίας και συνύπαρξης.

Κωνσταντίνα Ζάνου

19.08

Η ιστορία μιας γενιάς Επτανήσιων διανοουμένων, δημιουργών και πολιτικών προσωπικοτήτων –από τον Ούγκο Φόσκολο, τον Κάλβο και τον Σολωμό μέχρι τον Καποδίστρια, τον Ανδρέα Μουστοξύδη και τον Νικολό Τομαζέο– οι οποίοι βίωσαν την κατάρρευση της Βενετικής Πολιτείας και τη διάλυση του κοινού πολιτισμικού και πολιτικού χώρου της Αδριατικής. Επιφανείς μάρτυρες της μακράς μετάβασης από έναν κόσμο αυτοκρατοριών σ’ έναν κόσμο εθνών-κρατών, συνέβαλαν στην ανάδυση του ελληνικού και του ιταλικού εθνικισμού, διαμορφώνοντας καθοριστικά το λεξιλόγιό τους.

Επανεξετάζοντας αυτές τις βιογραφίες και το ξεχασμένο διανοητικό τους σύμπαν, η Κωνσταντίνα Ζάνου ανασυνθέτει έναν κόσμο ποικίλων δεσμών, ιδεών και ανταλλαγών –μείξη μάλλον, παρά σύγκρουση, στοιχείων φιλελευθερισμού και αυτοκρατορίας, Διαφωτισμού και θρησκείας, συντηρητισμού και επανάστασης, Ανατολής και Δύσης, που στη συνέχεια θάφτηκαν κάτω από το συμβατικό αφήγημα της έλευσης του έθνους-κράτους. Με αφετηρία τα νησιά του Ιονίου, η μελέτη ακολουθεί τα νήματα που εκτείνονταν από την προεθνική, ενοποιούμενη Ιταλία και την προ- και μετεπαναστατική Ελλάδα μέχρι την αυτοκρατορική Ρωσία, αποκαθιστώντας τον χαμένο κρίκο ανάμεσα στα μεταβαλλόμενα γεωπολιτικά πλαίσια της δυτικής Ευρώπης, της Μεσογείου και των Βαλκανίων στην εποχή των επαναστάσεων.

Ξένη λογοτεχνία

Το παλιοκόριτσο

Μάριο Βάργκας Λιόσα

16.96

Σε πολύ νεαρή ηλικία, ο Ρικάρντο βλέπει να πραγματοποιείται το όνειρο που έτρεφε ενδόμυχα στη Λίμα από τότε που θυμόταν τον εαυτό του: να ζήσει στο Παρίσι. Αλλά η συνάντηση με έναν εφηβικό του έρωτα θα αλλάξει τα πάντα. Η κοπέλα, αντισυμβατική, τυχοδιώκτρια, πραγματίστρια και ανήσυχη, θα τον τραβήξει έξω από το μικρόκοσμο των φιλοδοξιών του. Μάρτυρες ταραγμένων εποχών σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Παρίσι, το Τόκιο ή η Μαδρίτη, που εδώ δεν λειτουργούν ως απλά σκηνικά, οι δύο ήρωες θα δουν τις ζωές τους να σμίγουν χωρίς να συμπίπτουν απόλυτα. Ωστόσο, αυτός ο χορός συναντήσεων και απομακρύνσεων αυξάνει την ένταση της αφήγησης σελίδα τη σελίδα ώσπου ο αναγνώστης να γίνει ένα με τον συναισθηματικό κόσμο των πρωταγωνιστών.

Δημιουργώντας μια αξιοθαύμαστη ένταση μεταξύ του κωμικού και του τραγικού, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα γράφει μια ιστορία στην οποία ο έρωτας αποδεικνύεται απροσδιόριστος, ρευστός, με χίλια πρόσωπα, όπως η ηρωίδα του, το παλιοκόριτσο. Πάθος και απόσταση, τύχη και πεπρωμένο, πόνος και ευχαρίστηση… Ποιο αλήθεια είναι το αληθινό πρόσωπο του έρωτα;

Λορ Μουράτ

9.90

Κάθε πολεμική γύρω από την cancel culture –και δεν υπήρξαν λίγες τον τελευταίο καιρό– προκαλεί θύελλα αντιδράσεων στον Τύπο και τα κοινωνικά δίκτυα. Είναι ίδιον της cancel culture, αυτής της «δικτατορίας των μειοψηφιών», σύμφωνα με ορισμένους, ή του «φασισμού της άκρας Αριστεράς», σύμφωνα με τον Donald Trump, τον πιο απηνή πολέμιό της, να προκαλεί την οργισμένη αντίδραση μιας αγανακτισμένης πλειοψηφίας, που καταγγέλλει τις «διαστρεβλώσεις των αντιρατσιστών» και τη βούληση να ξαναγραφτεί η ιστορία μέσω αναχρονισμών και ηθικολογικών κρίσεων. Σε γενικές γραμμές, αυτές οι κριτικές προηγούνται κάθε συζήτησης επί του θέματος και την καθιστούν εκ των πραγμάτων σχεδόν αδύνατη. Σίγουρα το έχετε διαπιστώσει κι εσείς: κάθε φορά που ακούγεται η φράση cancel culture, όλοι τραβάνε το περίστροφό τους.

Εκ των υστέρων επανόρθωση εξόφθαλμων αδικιών. Δύσκολο να συνοψίσει κανείς καλύτερα σε μια φράση τα επίδικα που πυροδοτούν την πολεμική γύρω από την cancel culture. Συμπυκνώνονται σε κάθε λέξη αυτής της πρότασης. Πράγματι, δεν αισθάνεται όλος ο κόσμος την ανάγκη να «επανορθώσει» (γιατί; με ποιον τρόπο;), πόσο μάλλον να επανορθώσει τις «αδικίες» που κρίνονται ως «εξόφθαλμες» (με βάση ποια κριτήρια;) και που από ορισμένους θεωρούνται ως τυχαία περιστατικά ή ως ιστορικό fatum, και επιπλέον όλα αυτά να γίνουν «εκ των υστέρων», ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τη διεξαγωγή μιας αναδρομικής και παραπλανητικής δίκης. Παρότι η cancel culture δεν είναι απαλλαγμένη από υπερβολές και ελαττώματα, οι αντιδράσεις που προκαλεί στη Γαλλία, ύποπτες καθότι συστηματικές, παραμορφώνουν τα επίδικα ζητήματα έως ότου η συζήτηση να ενταφιαστεί πλήρως. Έγραψα αυτό το κείμενο σε μια προσπάθεια να κατανοήσω την ουσιαστική προβληματική πίσω από τις κραυγές, τις a priori κρίσεις και τις λήψεις του ζητουμένου. Διότι, στον αντίποδα των αγανακτισμένων αντιδράσεων, προσωπικά κάτι διδάχθηκα κάθε φορά που η cancel culture εμφανίστηκε κάπου.

Ας αρχίσουμε δίνοντας έναν απλό ορισμό, φροντίζοντας να διακρίνουμε τη λέξη από το πράγμα, την έκφραση καθεαυτήν από την πραγματικότητα που συγκαλύπτει. Η cancel culture ή, σε μια κατά λέξη απόδοση, η κουλτούρα της ακύρωσης, είναι ουσιαστικά ένας πολεμικός, υποτιμητικός όρος, μια «έκφραση της αμερικανικής Δεξιάς που υιοθετήθηκε από τους γάλλους νεοσυντηρητικούς προκειμένου να απαξιώσουν περαιτέρω τα προοδευτικά αιτήματα», σύμφωνα με τη διατύπωση του André Gunthert. Ορίζει ένα σύνολο διεκδικήσεων που προέρχονται από τη ριζοσπαστική Αριστερά και αφορούν την απτή αλλαγή των πρακτικών σε μια κοινωνία που κατηγορείται ότι διαιωνίζει μια ρατσιστική και σεξιστική κουλτούρα, η οποία αγνοεί τους καταπιεσμένους πληθυσμούς. Η κουλτούρα της ακύρωσης, κριτικό εργαλείο των μειονοτήτων που εξασκούν την ελευθερία έκφρασής τους, συνίσταται κυρίως στην αποκάλυψη θεμάτων ή πράξεων εκ μέρους προσώπων, εταιρειών ή θεσμών που κρίνονται απαράδεκτες ή προσβλητικές και στην απόσυρση κάθε υποστήριξης προς αυτά τα πρόσωπα, τις εταιρείες και τους θεσμούς, ιδίως μέσω των κοινωνικών δικτύων. Η cancel culture είναι λοιπόν πάνω απ’ όλα ένας τρόπος έκφρασης και διαμαρτυρίας, ο οποίος συντίθεται από συντονισμένους λόγους και πράξεις που αφορούν τα πολιτικά δικαιώματα: διαδήλωση, μποϊκοτάζ, προειδοποίηση (ή whistle-blowing).

Ρέα Γαλανάκη

18.00

Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.

 Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη. 

Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.

Ελληνική λογοτεχνία

Δέρμα

Βίβιαν Στεργίου

13.50

Ένα βαρετό πάρτι στην καλοκαιρινή Αθήνα αυξάνει τη μοναξιά των αποτυχημένων καλλιτεχνών που έχουν μαζευτεί για να σκοτώσουν την ώρα τους. Ο Μέγας Αλέξανδρος φεύγει για να κατακτήσει το Λονδίνο, αλλά εθίζεται στην ιντερνετική συνομιλία με μια κοπέλα που ζει στην Καισαριανή. Στον σταθμό των τρένων του Αμβούργου, ένα ζευγάρι χωρίζει, ήρεμα, με λίγες γερμανικές λέξεις που θυμάται από το φροντιστήριο. Ένας Fachidiot: όταν η λύση σε ένα πρόβλημα γίνεται χειρότερη του προβλήματος. Δύο φίλες χρησιμοποιούν την τεχνολογία της διαρκούς επικοινωνίας ως τρόπο για να αγνοούν η μία την άλλη μέχρι την οριστική αποξένωση. Ένα γυναικείο σώμα υποβάλλεται σε γυναικολογικές εξετάσεις και συνδέεται με τις ρίζες του, χορεύει στα μπαρ και στο τέλος απορρίπτεται. Τρεις συγκάτοικοι ονειρεύονται να βρουν καλές δουλειές στη Βόρεια Ευρώπη, χωρίς να είναι σίγουροι πού θέλουν να ζουν. Ο χοντρός Νιλς περνάει ένα καλοκαίρι στο εξοχικό της πλαστικής κούκλας που τον διδάσκει ότι, αν θέλει να επιτύχει επαγγελματικά, πρέπει να γυμνάζεται περισσότερο και να συμπεριφέρεται σωστά ονλάιν.
Με χαλαρές συνδέσεις μεταξύ τους, οι ιστορίες αυτές έχουν ως κεντρικό θέμα την καθημερινότητα των ηρώων τους· τίποτα σημαντικό δεν συμβαίνει, εκτός από την ίδια τους τη ζωή.

Ορχάν Παμούκ

21.51

Τρεις γενιές µιας οικογένειας, από το 1905 και µέχρι τα µέσα της δεκαετίας του 1970. Ο Τζεβντέτ µπέη, ένας δραστήριος µουσουλµάνος έµπορος, ιδιοκτήτης ενός µικρού καταστήµατος, φιλοδοξεί να πλουτίσει και, σε αντίθεση µε τις αρχές του ιδεολόγου Νεότουρκου αδερφού του, να αποκτήσει µια οικογένεια ευρωπαϊκής νοοτροπίας.

Η ιστορία του, και η ιστορία των γιων και των εγγονών του, όπως την αφηγείται ο Παµούκ, παρακολουθεί τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και στην καθηµερινότητα της Ιστανµπούλ από την εποχή του σουλτάνου Αµπντουλχαµίτ µέχρι τα χρόνια της Τουρκικής Δηµοκρατίας, µε την ανέγερση πολυκατοικιών, τα κυριακάτικα οικογενειακά απογεύµατα γύρω από το ραδιόφωνο, τα ψώνια στα µαγαζιά του Μπέγιογλου…

Η πορεία µιας οικογένειας και ενός έθνους· οι πόθοι και τα πάθη της ανερχόµενης αστικής τάξης της τουρκικής κοινωνίας.

 

Ξένη λογοτεχνία

Μπέρδεμα στο Χάρλεμ

Κόλσον Γουάιτχεντ

16.92

Για τους πελάτες και τους γείτονές του στο Χάρλεμ, ο Ρέι Κάρνεϊ είναι ένας έντιμος άνθρωπος, ένας μαγαζάτορας που κάνει ό,τι μπορεί για να συντηρήσει τον ίδιο και την οικογένειά του. Ελάχιστοι είναι αυτοί που γνωρίζουν ότι αυτή η βιτρίνα κανονικότητας είναι γεμάτη ρωγμές.

Ρωγμές που αρχίζουν να μεγαλώνουν όλο και περισσότερο όταν ο μικροαπατεώνας ξάδελφος του Ρέι, ο Φρέντι, τον εμπλέκει στη ληστεία του ξενοδοχείου Theresa. Έκπληκτος ο Ρέι ανακαλύπτει ότι εγκλιματίζεται με ευκολία στον υπόκοσμο του Χάρλεμ και η νέα πελατεία του αποτελείται από διεφθαρμένους αστυνομικούς, βίαιους γκάνγκστερ, πορνογράφους της πεντάρας και άλλα αποβράσματα.

Έτσι ξεκινά η εσωτερική πάλη ανάμεσα στον έντιμο Ρέι και τον απατεώνα Ρέι, που όσο ακροβατεί ανάμεσα στους δύο εαυτούς του, αντιλαμβάνεται ποιος πραγματικά κινεί τα νήματα στο Χάρλεμ. Θα καταφέρει ο Ρέι να μη σκοτωθεί ο ίδιος, να σώσει τον Φρέντι και να πάρει το μερίδιό του από τη μεγάλη λεία, αλλά και να αποδεχτεί το ποιος πραγματικά είναι;

Ο Colson Whitehead, τιμημένος δύο φορές με το Bραβείο Pulitzer, μας μεταφέρει στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’60, συνδυάζοντας μια οικογενειακή σάγκα, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, μια κωμωδία, ένα κοινωνικό σχόλιο για τη φυλή και την εξουσία και μια ερωτική εξομολόγηση προς το Χάρλεμ, με μια ορμητική αφήγηση που αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη.

 

Ξένη λογοτεχνία

Το όνειρο της Ζέλμα

Μαριάνα Λέκι

16.20

Τι κάνει κανείς όταν γνωρίζει την τελευταία μέρα της ζωής του; Τρεις φορές ένα σπάνιο ζώο εμφανίστηκε στα όνειρα της Ζέλμα και κάποιος συγχωριανός της πέθανε. Τώρα που το ονειρεύτηκε ξανά, θα συμβεί πάλι το ίδιο; Η Λουίζε, η εγγονή της Ζέλμα, βλέπει τους ανθρώπους γύρω της να αλλάζουν συμπεριφορά: θαμμένα μυστικά αποκαλύπτονται και αποφάσεις επισπεύδονται. Σε κρίσιμες στιγμές της ζωής της το όνειρο της γιαγιάς θα ωθήσει και τη Λουίζε σε σημαντικές αποφάσεις.

«Ένα βιβλίο σαν τονωτικό για δύσκολους καιρούς πασπαλισμένο με μαγεία» (Guardian). Στα ευπώλητα μόλις εκδόθηκε στη Γερμανία, γοητεύει τους αναγνώστες όπου μεταφράζεται. Η Μαριάνα Λέκι (γ. Κολωνία 1973) συγκινεί με μια ασυνήθιστη ιστορία για τον έρωτα, την απώλεια, τον θάνατο, σ’ «έναν κόσμο όπου κάθε συνηθισμένη μέρα μπορεί να υπόσχεται κάτι υπέροχο»

Ξένη λογοτεχνία

Καμένο χαρτί

Γκράχαμ Γκριν

17.70

O Graham Greene γεννήθηκε το 1904 στο Berkhamsted της Αγγλίας και πέθανε το 1991 στην Ελβετία. Σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Το 1925 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο, μια ποιητική συλλογή. Το 1926 ασπάσθηκε τον καθολικισμό. Την ίδια χρονιά άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στους Times. Το 1929 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, The Man Within. Το 1935 άρχισαν οι μεγάλες περιπλανήσεις του· οι χώρες στις οποίες ταξίδεψε (ανάμεσά τους, Λιβερία, Μεξικό, Σιέρα Λεόνε, Νιγηρία, Μαλαισία, Ινδοκίνα, Κούβα, Κονγκό, Αϊτή, Ελβετία, Άγιος Δομίνικος, Γερμανία, Αυστρία) αποτέλεσαν το σκηνικό πολλών βιβλίων του.

Τα θέματα των βιβλίων του επηρεάσθηκαν έντονα και από τη θητεία του ως πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.Ο Γκρην εργάσθηκε επίσης ως ανταποκριτής και απεσταλμένος εφημερίδων (Times, Sunday Times, Sunday Telegraph, Figaro, Observer) στο εξωτερικό, ως στέλεχος εκδοτικών οίκων και ως κριτικός λογοτεχνίας και θεάτρου.

Το 1966 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γαλλία, και έζησε στο Παρίσι και την Αντίμπ.

Ο Γκρην αναγνωρίσθηκε γρήγορα τόσο από την κριτική όσο και από το κοινό ως σημαντικός συγγραφέας. Άντλησε τους αφηγηματικούς του τρόπους τόσο από την υψηλή όσο και από τη λαϊκή λογοτεχνία και χρησιμοποίησε στο φιλόδοξο έργο του μοτίβα από περιπετειώδη μυθιστορήματα της σειράς, όπως είχαν κάνει και οι αγαπημένοι του συγγραφείς, Στήβενσον και Κόνραντ.

Ο Γκρην δάνεισε στους ήρωές του στοιχεία από τη δική του προσωπικότητα· χαρακτηρίζονται από την αίσθηση της φυγής, την ανάγκη του εκπατρισμού, την αμφιβολία, τα ηθικά διλήμματα, το άγχος αλλά και την ελπίδα. Στρατευμένος πολιτικά στην Αριστερά, ένθερμος, αν και με οδυνηρές αμφιβολίες καθολικός, στο σταυροδρόμι όλων των τάσεων, των τεχνοτροπιών και των πολιτικών γεγονότων της εποχής του, μπόρεσε να συνδυάσει τη γραφή και τη δράση του για να μεταδώσει την εμπειρία του από τη διάλυση και την εγκατάλειψη ενός κόσμου “αβεβαιότητας και απελπισίας, χωρίς ποτέ να πάψει να πιστεύει στο απέραντο έλεος του Θεού που μπορεί να γλιτώσει και τον πιο άθλιο αμαρτωλό”, γράφει ο Alain Blayak.

Ξένη λογοτεχνία

Μάθημα ελληνικών

Χαν Γκανγκ

15.00

Ήταν χειμώνας και εκείνη ακόμη νεαρή όταν έχασε για πρώτη φορά την ικανότητα της ομιλίας της. Χωρίς καμία ένδειξη, χωρίς συγκεκριμένη αιτία. Αυτό που την έκανε να αρχίσει και πάλι να μιλά ήταν μια λέξη από μια άλλη, ξένη γλώσσα, τη γαλλική. Η ίδια γυναίκα, η οποία κατόπιν χώρισε, στερήθηκε την επιμέλεια του παιδιού της και έχασε ξανά την ομιλία της, αποφασίζει κάποια στιγμή να ασχοληθεί με τα αρχαία ελληνικά. Τότε λοιπόν συναντά έναν καθηγητή του οποίου η όραση φθίνει μέρα με τη μέρα.

Εκείνος, έχοντας τα δικά του υπαρξιακά αδιέξοδα, ριζωμένα στο παρελθόν, παρατηρεί προσεκτικά την αμίλητη και αγέλαστη γυναίκα που φοιτά στην Ακαδημία, συγχρόνως όμως, παρά τη συμπόνια του, αισθάνεται τρόμο μπροστά στην αδιαπέραστη σιωπή της. Και μολονότι δεν το επιδιώκουν, ούτε καν το ελπίζουν, το εγκόσμιο θαύμα συντελείται. Δύο τραυματισμένοι άνθρωποι τα καταφέρνουν, τα καταφέρνουν μαζί, ξαναβρίσκουν την επιθυμία να επικοινωνήσουν και σταδιακά έρχονται όλο και πιο κοντά ο ένας στον άλλο.

Η Χαν Γκανγκ, η πιο διάσημη συγγραφέας της σημερινής Νότιας Κορέας, αφηγείται μοναδικά την ιδιαίτερη πορεία δύο πληγωμένων ψυχών προς το φως.

Ελληνική λογοτεχνία

Η νοσταλγία της απώλειας

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

12.33

Οι τριάντα µία διηγήσεις είναι αφηγήσεις προσωπικές, ιστορίες φίλων και περαστικών, εξιστορήσεις που φανερώθηκαν µέσα από καταχωνιασµένα σηµειωµατάρια και το καταστάλαγµα της ζωής. Καταστάσεις πραγµατικές και φανταστικές, ανοµολόγητες και παρανοηµένες, για ανθρώπους που δοκιµάστηκαν στα όρια της ζωής τους. Κοινά στοιχεία των διηγήσεων η µνήµη, ο πόνος και η απώλεια, οι εµµονές του έρωτα, τα ανθρώπινα παθήµατα.

Οι διηγήσεις, σύνοψη και απόσταγµα ζωής, αποτελούν µια αποσπασµατική  μυθοπλασία. Ως αφηγητής δεν θέλησα µόνο να περιγράψω και να στοχαστώ, αλλά να εκτεθώ, να µιλήσω µε ειλικρίνεια, να διηγηθώ ανυπόκριτα µε συγκίνηση και αυτοσαρκασµό, αναζητώντας τη µοναδικότητα του εαυτού µας και την επαφή µε τον αναγνώστη στη χαοτική εποχή µας. Άραγε πόσο αποκαλυπτόµαστε µέσα από τα λόγια και τις ιστορίες µας; Και πότε η ανάκληση µιας ιστορίας γίνεται εκµυστήρευση µε όλο της το κόστος και όχι απλώς  η νοσταλγία της απώλειας;
Θ.Γ.