Βλέπετε 37–48 απο 137 αποτέλεσματα

Έλενα Φερράντε

13.09

Η Τετραλογία της Νάπολης αποτελεί αναμφισβήτητα ένα εκδοτικό φαινόμενο, έχοντας δημιουργήσει ένα πραγματικά φανατικό κοινό που από τόμο σε τόμο όχι μόνο δεν έχανε το ενδιαφέρον του, αλλά περίμενε τη συνέχεια της ιστορίας πριν ακόμα τελειώσει το βιβλίο που είχε ανά χείρας. Περισσότερο και από τον μύθο που έχει δημιουργηθεί γύρω από την πραγματική ταυτότητα της Φεράντε, είναι ενδιαφέρον να βλέπεις από τη μια το ενοχικό ύφος διαφόρων βιβλιόφιλων όταν εκμυστηρεύονταν το «κόλλημά» τους με την Τετραλογία και από την άλλη αρκετούς «διαβασμένους» να παραδέχονται ότι τελικά δεν πρόκειται για μια ελαφριά, πιασάρικη ιστοριούλα, αλλά για ένα μυθιστόρημα με λογοτεχνικές αξιώσεις, που ουδεμία σχέση έχει με «ροζ λογοτεχνία».

Προς τι, λοιπόν, όλο αυτός ο ντόρος; Πρόκειται για την ιστορία της φιλίας δύο κοριτσιών, της Έλενας και της Λίλας, που μεγαλώνουν στην ίδια φτωχική γειτονιά τη δεκαετία του ’50 και η πορεία τους τούς φέρνει μέχρι τις μέρες μας, διατρέχοντας παράλληλα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που βιώνει η Ιταλία στο πέρασμα αυτών των δεκαετιών. Και ενώ θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα βιβλίο με πρωταγωνίστριες δυο φίλες, η συγγραφέας πετυχαίνει να φέρει στο επίκεντρο το γενικότερα παραγνωρισμένο στη λογοτεχνία θέμα της γυναικείας φιλίας, μιλώντας για τον τρόπο που σχετίζονται οι γυναίκες, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την πολυπλοκότητά της ψυχοσύνθεσής τους μέσα από τη δυναμική της σχέσης των δύο ηρωίδων και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά τους όχι μόνο στον ιδιωτικό αλλά και στον δημόσιο βίο.

Σίγουρα η σχέση τους είναι πολυκύμαντη, μεγαλώνουν, στην προσπάθειά τους να ανεξαρτητοποιηθούν και να αποκτήσουν δική τους φωνή ακολουθούν διαφορετικές πορείες, ξαναβρίσκονται, τα συναισθήματα τις ενώνουν και τις χωρίζουν, τα θεμέλια της σχέσης τους όμως είναι γερά. Η ίδια η Φεράντε είχε εξηγήσει σε συνέντευξή της: «Ο γυναικείος ανταγωνισμός είναι χρήσιμος μόνο όταν δεν επικρατεί∙ δηλαδή αν συνυπάρχει με την εγγύτητα, την οικειότητα, την επίγνωση του πόσο απαραίτητη είναι η μία στην άλλη, με ξαφνικές εξάρσεις αλληλεγγύης, παρά τη ζήλια, τον φθόνο και όλη την κακοδαιμονία που μπορεί να προκύψει».

Η Τετραλογία της Νάπολης καταφέρνει να καταρρίψει την άποψη που θέλει τις γυναίκες ανίκανες να δημιουργήσουν μια φιλία βασισμένη στη διαφάνεια, στην πίστη. Ίσως, μάλιστα, να μπορούσαμε να πούμε πως βλέπει πέρα από το στερεότυπο της ατελούς γυναικείας φιλίας, αποδεχόμενη τη μειονεκτική της πλευρά της ως συστατικό και όχι ως καθοριστικό της γνώρισμα. Η λέξη για τη φιλία στα ιταλικά είναι «amicizia» και προέρχεται από το ρήμα «amare», που σημαίνει «αγαπώ». Και η Φεράντε, με τον λιτό και ρεαλιστικό της λόγο, περιγράφει την πορεία των δύο γυναικών προς αυτήν.

Μαρία Δρουκοπούλου

Έλενα Φερράντε

12.53

Η Τετραλογία της Νάπολης αποτελεί αναμφισβήτητα ένα εκδοτικό φαινόμενο, έχοντας δημιουργήσει ένα πραγματικά φανατικό κοινό που από τόμο σε τόμο όχι μόνο δεν έχανε το ενδιαφέρον του, αλλά περίμενε τη συνέχεια της ιστορίας πριν ακόμα τελειώσει το βιβλίο που είχε ανά χείρας. Περισσότερο και από τον μύθο που έχει δημιουργηθεί γύρω από την πραγματική ταυτότητα της Φεράντε, είναι ενδιαφέρον να βλέπεις από τη μια το ενοχικό ύφος διαφόρων βιβλιόφιλων όταν εκμυστηρεύονταν το «κόλλημά» τους με την Τετραλογία και από την άλλη αρκετούς «διαβασμένους» να παραδέχονται ότι τελικά δεν πρόκειται για μια ελαφριά, πιασάρικη ιστοριούλα, αλλά για ένα μυθιστόρημα με λογοτεχνικές αξιώσεις, που ουδεμία σχέση έχει με «ροζ λογοτεχνία».

Προς τι, λοιπόν, όλο αυτός ο ντόρος; Πρόκειται για την ιστορία της φιλίας δύο κοριτσιών, της Έλενας και της Λίλας, που μεγαλώνουν στην ίδια φτωχική γειτονιά τη δεκαετία του ’50 και η πορεία τους τούς φέρνει μέχρι τις μέρες μας, διατρέχοντας παράλληλα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που βιώνει η Ιταλία στο πέρασμα αυτών των δεκαετιών. Και ενώ θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα βιβλίο με πρωταγωνίστριες δυο φίλες, η συγγραφέας πετυχαίνει να φέρει στο επίκεντρο το γενικότερα παραγνωρισμένο στη λογοτεχνία θέμα της γυναικείας φιλίας, μιλώντας για τον τρόπο που σχετίζονται οι γυναίκες, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την πολυπλοκότητά της ψυχοσύνθεσής τους μέσα από τη δυναμική της σχέσης των δύο ηρωίδων και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά τους όχι μόνο στον ιδιωτικό αλλά και στον δημόσιο βίο.

Σίγουρα η σχέση τους είναι πολυκύμαντη, μεγαλώνουν, στην προσπάθειά τους να ανεξαρτητοποιηθούν και να αποκτήσουν δική τους φωνή ακολουθούν διαφορετικές πορείες, ξαναβρίσκονται, τα συναισθήματα τις ενώνουν και τις χωρίζουν, τα θεμέλια της σχέσης τους όμως είναι γερά. Η ίδια η Φεράντε είχε εξηγήσει σε συνέντευξή της: «Ο γυναικείος ανταγωνισμός είναι χρήσιμος μόνο όταν δεν επικρατεί∙ δηλαδή αν συνυπάρχει με την εγγύτητα, την οικειότητα, την επίγνωση του πόσο απαραίτητη είναι η μία στην άλλη, με ξαφνικές εξάρσεις αλληλεγγύης, παρά τη ζήλια, τον φθόνο και όλη την κακοδαιμονία που μπορεί να προκύψει».

Η Τετραλογία της Νάπολης καταφέρνει να καταρρίψει την άποψη που θέλει τις γυναίκες ανίκανες να δημιουργήσουν μια φιλία βασισμένη στη διαφάνεια, στην πίστη. Ίσως, μάλιστα, να μπορούσαμε να πούμε πως βλέπει πέρα από το στερεότυπο της ατελούς γυναικείας φιλίας, αποδεχόμενη τη μειονεκτική της πλευρά της ως συστατικό και όχι ως καθοριστικό της γνώρισμα. Η λέξη για τη φιλία στα ιταλικά είναι «amicizia» και προέρχεται από το ρήμα «amare», που σημαίνει «αγαπώ». Και η Φεράντε, με τον λιτό και ρεαλιστικό της λόγο, περιγράφει την πορεία των δύο γυναικών προς αυτήν.

Μαρία Δρουκοπούλου

Έλενα Φερράντε

13.09

Η Τετραλογία της Νάπολης αποτελεί αναμφισβήτητα ένα εκδοτικό φαινόμενο, έχοντας δημιουργήσει ένα πραγματικά φανατικό κοινό που από τόμο σε τόμο όχι μόνο δεν έχανε το ενδιαφέρον του, αλλά περίμενε τη συνέχεια της ιστορίας πριν ακόμα τελειώσει το βιβλίο που είχε ανά χείρας. Περισσότερο και από τον μύθο που έχει δημιουργηθεί γύρω από την πραγματική ταυτότητα της Φεράντε, είναι ενδιαφέρον να βλέπεις από τη μια το ενοχικό ύφος διαφόρων βιβλιόφιλων όταν εκμυστηρεύονταν το «κόλλημά» τους με την Τετραλογία και από την άλλη αρκετούς «διαβασμένους» να παραδέχονται ότι τελικά δεν πρόκειται για μια ελαφριά, πιασάρικη ιστοριούλα, αλλά για ένα μυθιστόρημα με λογοτεχνικές αξιώσεις, που ουδεμία σχέση έχει με «ροζ λογοτεχνία».

Προς τι, λοιπόν, όλο αυτός ο ντόρος; Πρόκειται για την ιστορία της φιλίας δύο κοριτσιών, της Έλενας και της Λίλας, που μεγαλώνουν στην ίδια φτωχική γειτονιά τη δεκαετία του ’50 και η πορεία τους τούς φέρνει μέχρι τις μέρες μας, διατρέχοντας παράλληλα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που βιώνει η Ιταλία στο πέρασμα αυτών των δεκαετιών. Και ενώ θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα βιβλίο με πρωταγωνίστριες δυο φίλες, η συγγραφέας πετυχαίνει να φέρει στο επίκεντρο το γενικότερα παραγνωρισμένο στη λογοτεχνία θέμα της γυναικείας φιλίας, μιλώντας για τον τρόπο που σχετίζονται οι γυναίκες, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την πολυπλοκότητά της ψυχοσύνθεσής τους μέσα από τη δυναμική της σχέσης των δύο ηρωίδων και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά τους όχι μόνο στον ιδιωτικό αλλά και στον δημόσιο βίο.

Σίγουρα η σχέση τους είναι πολυκύμαντη, μεγαλώνουν, στην προσπάθειά τους να ανεξαρτητοποιηθούν και να αποκτήσουν δική τους φωνή ακολουθούν διαφορετικές πορείες, ξαναβρίσκονται, τα συναισθήματα τις ενώνουν και τις χωρίζουν, τα θεμέλια της σχέσης τους όμως είναι γερά. Η ίδια η Φεράντε είχε εξηγήσει σε συνέντευξή της: «Ο γυναικείος ανταγωνισμός είναι χρήσιμος μόνο όταν δεν επικρατεί∙ δηλαδή αν συνυπάρχει με την εγγύτητα, την οικειότητα, την επίγνωση του πόσο απαραίτητη είναι η μία στην άλλη, με ξαφνικές εξάρσεις αλληλεγγύης, παρά τη ζήλια, τον φθόνο και όλη την κακοδαιμονία που μπορεί να προκύψει».

Η Τετραλογία της Νάπολης καταφέρνει να καταρρίψει την άποψη που θέλει τις γυναίκες ανίκανες να δημιουργήσουν μια φιλία βασισμένη στη διαφάνεια, στην πίστη. Ίσως, μάλιστα, να μπορούσαμε να πούμε πως βλέπει πέρα από το στερεότυπο της ατελούς γυναικείας φιλίας, αποδεχόμενη τη μειονεκτική της πλευρά της ως συστατικό και όχι ως καθοριστικό της γνώρισμα. Η λέξη για τη φιλία στα ιταλικά είναι «amicizia» και προέρχεται από το ρήμα «amare», που σημαίνει «αγαπώ». Και η Φεράντε, με τον λιτό και ρεαλιστικό της λόγο, περιγράφει την πορεία των δύο γυναικών προς αυτήν.

Μαρία Δρουκοπούλου

Έλενα Φερράντε

12.39

Η Τετραλογία της Νάπολης αποτελεί αναμφισβήτητα ένα εκδοτικό φαινόμενο, έχοντας δημιουργήσει ένα πραγματικά φανατικό κοινό που από τόμο σε τόμο όχι μόνο δεν έχανε το ενδιαφέρον του, αλλά περίμενε τη συνέχεια της ιστορίας πριν ακόμα τελειώσει το βιβλίο που είχε ανά χείρας. Περισσότερο και από τον μύθο που έχει δημιουργηθεί γύρω από την πραγματική ταυτότητα της Φεράντε, είναι ενδιαφέρον να βλέπεις από τη μια το ενοχικό ύφος διαφόρων βιβλιόφιλων όταν εκμυστηρεύονταν το «κόλλημά» τους με την Τετραλογία και από την άλλη αρκετούς «διαβασμένους» να παραδέχονται ότι τελικά δεν πρόκειται για μια ελαφριά, πιασάρικη ιστοριούλα, αλλά για ένα μυθιστόρημα με λογοτεχνικές αξιώσεις, που ουδεμία σχέση έχει με «ροζ λογοτεχνία».

Προς τι, λοιπόν, όλο αυτός ο ντόρος; Πρόκειται για την ιστορία της φιλίας δύο κοριτσιών, της Έλενας και της Λίλας, που μεγαλώνουν στην ίδια φτωχική γειτονιά τη δεκαετία του ’50 και η πορεία τους τούς φέρνει μέχρι τις μέρες μας, διατρέχοντας παράλληλα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που βιώνει η Ιταλία στο πέρασμα αυτών των δεκαετιών. Και ενώ θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα βιβλίο με πρωταγωνίστριες δυο φίλες, η συγγραφέας πετυχαίνει να φέρει στο επίκεντρο το γενικότερα παραγνωρισμένο στη λογοτεχνία θέμα της γυναικείας φιλίας, μιλώντας για τον τρόπο που σχετίζονται οι γυναίκες, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την πολυπλοκότητά της ψυχοσύνθεσής τους μέσα από τη δυναμική της σχέσης των δύο ηρωίδων και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά τους όχι μόνο στον ιδιωτικό αλλά και στον δημόσιο βίο.

Σίγουρα η σχέση τους είναι πολυκύμαντη, μεγαλώνουν, στην προσπάθειά τους να ανεξαρτητοποιηθούν και να αποκτήσουν δική τους φωνή ακολουθούν διαφορετικές πορείες, ξαναβρίσκονται, τα συναισθήματα τις ενώνουν και τις χωρίζουν, τα θεμέλια της σχέσης τους όμως είναι γερά. Η ίδια η Φεράντε είχε εξηγήσει σε συνέντευξή της: «Ο γυναικείος ανταγωνισμός είναι χρήσιμος μόνο όταν δεν επικρατεί∙ δηλαδή αν συνυπάρχει με την εγγύτητα, την οικειότητα, την επίγνωση του πόσο απαραίτητη είναι η μία στην άλλη, με ξαφνικές εξάρσεις αλληλεγγύης, παρά τη ζήλια, τον φθόνο και όλη την κακοδαιμονία που μπορεί να προκύψει».

Η Τετραλογία της Νάπολης καταφέρνει να καταρρίψει την άποψη που θέλει τις γυναίκες ανίκανες να δημιουργήσουν μια φιλία βασισμένη στη διαφάνεια, στην πίστη. Ίσως, μάλιστα, να μπορούσαμε να πούμε πως βλέπει πέρα από το στερεότυπο της ατελούς γυναικείας φιλίας, αποδεχόμενη τη μειονεκτική της πλευρά της ως συστατικό και όχι ως καθοριστικό της γνώρισμα. Η λέξη για τη φιλία στα ιταλικά είναι «amicizia» και προέρχεται από το ρήμα «amare», που σημαίνει «αγαπώ». Και η Φεράντε, με τον λιτό και ρεαλιστικό της λόγο, περιγράφει την πορεία των δύο γυναικών προς αυτήν.

Μαρία Δρουκοπούλου

Σώτη Τριανταφύλλου

13.85

Το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης κυκλοφόρησε το 1996 και συγκαταλέγεται στα πιο διαβασμένα μυθιστορήματα της δεκαετίας του ’90. Η ιστορία διαδραματίζεται στις αρχές της δεκαετίας του ’80, έχοντας ως φόντο τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα εκείνης της εποχής. Όλα εκτυλίσσονται στη διάρκεια επτά ετών. Οι νέοι, ηλικιακά, ήρωες ανακαλύπτουν την αληθινή φιλία, μυούνται σε έναν ροκ τρόπο ζωής και αντικρίζουν το δυσάρεστο πρόσωπο του θανάτου. Κάποιοι θα μεγαλώσουν, άλλοι θα χαθούν για πάντα και μερικοί θα γίνουν «εκστατικά ευτυχισμένοι». Μιλάμε για ήρωες που συναντιούνται, χωρίζουν, αγαπούν, απογοητεύονται, φοβούνται, χορεύουν, πίνουν, γελούν, κλαίνε και ονειρεύονται. Εφήμερες νύχτες, ανέμελες μέρες, αγορά παλιών δίσκων, πικάπ στη διαπασών, ταξίδια με το αυτοκίνητο και πρόσωπα που βρίσκονται σε έκσταση αλλά και σε μια κατάσταση υπέρτατης ευδαιμονίας, χωρίς, όμως, να γίνεται κάτι συγκεκριμένο.

Η ανώνυμη αφηγήτρια του μυθιστορήματος είναι µια νεαρή Ελληνίδα από την Αθήνα που ζει στη Νέα Υόρκη λόγω σπουδών. Μένει μαζί µε την Μπίµπι, που ήρθε από το Σουάν Λέικ του Άρκανσο, και τον Νίκυ, τον οποίο η πρωταγωνίστρια γνωρίζει από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Ανάμεσα σ’ αυτούς γνωρίζουμε και τον Ζαχαρία, το αγόρι της Μπίµπι, που παίζει κρουστά µε διάφορα συγκροτήματα της πόλης και που αργότερα µπλέκει µε την ηρωίνη. Επίσης, διαβάζουμε για την εθισμένη στα χάπια Νάνσυ Χόγκαν και τη Χόλλυ Γουίλµερ, η οποία κατοικεί στο γκέτο και συγχρόνως θέλει να δουλέψει στο Μπρόντγουεϊ.

Το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης είναι μια ιστορία φίλων που εξελίσσεται στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης. Η Σώτη Τριανταφύλλου επιχειρεί, με μια γλαφυρή περιγραφή, να εξιστορήσει πώς είναι να φεύγεις από τον τόπο σου και να πηγαίνεις για σπουδές σε μια μητρόπολη. Κατά τη διάρκεια των επτά χρόνων οι ήρωες χορεύουν σε ξέγνοιαστα πάρτι, ακούν πολλή μουσική, ανακαλύπτουν τον έρωτα και την απώλεια, ενηλικιώνονται. Φίλοι που χάνονται στην πόλη και παρασύρονται μέσα σε ατέλειωτα ξενύχτια με αλκοόλ και ναρκωτικά.

Ένα βιβλίο βαθιά μελαγχολικό, το οποίο παρουσιάζει τι σημαίνει να ζεις με ένταση, ενώ ο βασικός άξονάς του εστιάζει σ’ εκείνες τις παρέες που σβήνουν στο πέρασμα του χρόνου. Συγχρόνως, το στοιχείο της πόλης, πολύ έντονο σε αυτό το μυθιστόρημα, παίζει καθοριστικό ρόλο στη διάπλαση συμπεριφορών και αποφάσεων.

Στις σελίδες του τα δάκρυα εναλλάσσονται με τα γέλια, η χαρά με τη λύπη, η συντροφικότητα με τη μοναξιά και, φυσικά, η ζωή με τον θάνατο. Αυτό το βιβλίο είναι μια αφορμή για να συνταξιδέψει ο αναγνώστης με όσους βυθίζονται στις εμπειρίες, μ’ εκείνους που ονειροπολούν, παθιάζονται, ταξιδεύουν, σκέφτονται και γλεντούν με τις «μικρές χαρές».

Αναμφισβήτητα πρόκειται για έναν ύμνο στη φιλία, στη νοσταλγία, στη μνήμη και στην απώλεια. Ένα συγκινητικό λογοτεχνικό χρονικό για τις παρέες που μας καθορίζουν αλλά και τους ανθρώπους που αφήνουν πάνω μας ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους κάποια στιγμή της ζωής μας, ένα «Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης».

 

Γιάννης Πανταζόπουλος

Φίλιπ Ροθ

13.94

Ένα από τα αριστουργήματα του Φίλιπ Ροθ, το Θέατρο του Σάμπαθ, αυτή η ορμητική κατάδυση στη συνείδηση ενός εξηντατετράχρονου πρώην μαριονετίστα, ο οποίος ζει απομονωμένος και αφοσιωμένος στην αχαλίνωτη ερωτική ζωή του και στη διαρκή αναδιαπραγμάτευση του παρελθόντος του, δεν έχει ως άμεσο θέμα τη φιλία. Ωστόσο, η μορφική ιδιοφυΐα του Ροθ είναι αυτή που φέρνει τη φιλία στο επίκεντρο του μυθιστορήματος. Ο θάνατος ενός παλιού φίλου του ήρωα τον οδηγεί σε ένα ταξίδι επιστροφής στην προηγούμενη ζωή του, μέσω του οποίου ο Ροθ μας αφηγείται αναδρομικά τα βασικά περιστατικά του βίου του Σάμπαθ. Έτσι, η παλιά του παρέα καθίσταται κατά κάποιον τρόπο το πρώτο ακροατήριο που προκαλεί και ακούει τον παραληρηματικό, μισανθρωπικό αλλά και σπαρακτικό μονόλογο του Σάμπαθ. Η φιλία αναδεικνύεται συγχρόνως ως πεδίο ανταγωνισμού και ως χώρος εξομολόγησης, ως ένα πραγματικό θέατρο όπου μπορεί να ανέβει το δράμα της αυτοσυνείδησης.

Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται ο Ροθ τη γλώσσα και τα θέματά του είναι αυτός που έχουμε συνηθίσει από τα υπόλοιπα βιβλία του. Ωστόσο, υπάρχουν δύο στοιχεία που κάνουν το Θέατρο του Σάμπαθ ένα πραγματικά σημαντικό λογοτεχνικό έργο: α) η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός, ο μηδενισμός και η εσωτερική πάλη υποτάσσονται εδώ στον λόγο ενός ήρωα, που δεν έχει τίποτα το γοητευτικό ή θετικό,· β) η αυτοαναφορική υφή του έργου και τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, που στον Ροθ είναι πάντοτε εμφανή, αποκτούν εδώ μια αφηρημένη και έντονα καλλιτεχνική διάσταση, καθώς ο ήρωας δεν είναι συγγραφέας ούτε διανοούμενος.

Κώστας Σπαθαράκης

Ονορέ ντε Μπαλζάκ

15.70

Ο Εξάδελφος Πονς περιγράφει τη σχέση ανάμεσα σε δύο ηλικιωμένους μουσικούς, τον Συλβαίν Πονς και τον Γερμανό Βίλχελμ Σμούκε, που ζουν μαζί σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Παρίσι. Ο Πονς έχει στην κατοχή του μια πολύτιμη συλλογή έργων τέχνης, τα οποία έχει συλλέξει χάρη στο καλό του γούστο και τα οποία εποφθαλμιούν οι συγγενείς και ο κοινωνικός του περίγυρος. Η ιδιότυπη σχέση ανάμεσα στους δύο φίλους με τους αντίθετους χαρακτήρες (ο Πονς αντιλαμβάνεται το κακό γύρω του, σε αντίθεση με τον αγγελικό Σμούκε, που είναι απόλυτα αφιερωμένος στην τέχνη και στη φιλία του), ο τρόπος με τον οποίο ο Μπαλζάκ περιγράφει τη φιλία ως καρδιά ενός άκαρδου κόσμου και ως τρυφερή πνευματική συμμαχία απέναντι στο κακό της αστικής κοινωνίας, αλλά και η μελοδραματική τροπή του έργου, το καθιστούν ένα από τα σπάνια λογοτεχνικά τεκμήρια για την αντρική φιλία.

Κώστας Σπαθαράκης

Μιγκέλ Ντε Θερβάντες

21.36

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα, έχοντας περάσει μια ακραία περιπετειώδη ζωή με αδιανόητες ταπεινώσεις και εξευτελισμούς, έμελλε, στην ώριμη ηλικία των 58, να εκδώσει το κορυφαίο του συγγραφικό επίτευγμα, τον Δον Κιχώτη, το βιβλίο που σηματοδοτεί ουσιαστικά τη γέννηση του σύγχρονου μυθιστορήματος. Γεννημένος το 1547, από αριστοκρατική γενιά, χωρίς σημαντικούς οικονομικούς πόρους όμως, ως παιδί αγαπούσε την ποίηση, ενώ είχε την τύχη να μαθητεύσει δίπλα στον λόγιο ουμανιστή κληρικό Χουάν Λόπεθ ντε Όγιος.

Μεγαλώνοντας, η καλοσύνη του και οι ευγενικοί του τρόποι κέρδιζαν τον σεβασμό όλων. Το 1570 κατατάχθηκε στον ισπανικό στρατό της Ιταλίας, γεγονός που οδήγησε στη συμμετοχή του στο «πιο δοξασμένο γεγονός που είδανε ποτέ ή θα δούνε οι αιώνες», όπως έλεγε, την καθοριστικής σημασίας για τις χριστιανικές δυνάμεις νίκη επί του τουρκικού στόλου, τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Σε αυτήν λαβώθηκε άσχημα και κατέληξε με αχρηστευμένο το αριστερό του χέρι. Κατά την επιστροφή του στην Ισπανία πέντε χρόνια αργότερα, πιάστηκε όμηρος από κουρσάρους και κατέληξε σκλάβος στην κόλαση του Αλγερίου. Αποπειράθηκε να αποδράσει πέντε φορές και μόνο το 1580 επέστρεψε στην πατρίδα του χάρη σε καταβολή λύτρων.

Το 1585 έγραψε το ποιμενικό μυθιστόρημα Γαλάτεια και ακολούθησαν τριάντα θεατρικά έργα, χωρίς αξιοσημείωτη επιτυχία, μέχρι που το 1605 η έκδοση του πρώτου μέρους του δίτομου Η ζωή και το έργο του μεγαλόπνευστου ιδαλγού Δον Κιχώτη από τη Μάντσα απέσπασε ενθουσιώδη υποδοχή. Ως πιστός καθολικός ήθελε να σατιρίσει τα ιπποτικά βιβλία, μια μάστιγα της εποχής του που οι εκκλησιαστικοί κύκλοι προσπαθούσαν να αναχαιτίσουν. Αυτό όντως επετεύχθη χάρη στο Δον Κιχώτη. Ακολούθησαν άλλες πέντε εκδόσεις και το 1615 εξέδωσε το δεύτερο μέρος, επισφραγίζοντας τον θρίαμβο ενός βιβλίου που σήμερα θεωρείται από τα σημαντικότερα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ισάξιο εκείνων του Δάντη, του Γκαίτε και του Σαίξπηρ.

Πρόκειται για την ιστορία ενός αλλοπαρμένου αγρότη με ευγενική ψυχή, ο οποίος, έχοντας χάσει το μυαλό του από την παθιασμένη ανάγνωση ιπποτικών βιβλίων, πιστεύει ότι είναι ένας ιππότης, ο Δον Κιχώτης. Ξεκινάει ένα ταξίδι με το ψωραλέο του άλογο, τον Ροσινάντε, φορώντας μια ξεχαρβαλωμένη πανοπλία και συνοδευόμενος από τον απλοϊκό χωρικό Σάντσο Πάντσα και το γαϊδουράκι του, και μπλέκει συχνά σε κωμικοτραγικές περιπέτειες. Εκείνος, ψηλός και λιπόσαρκος, ο άλλος, κοντός και χοντρούλης, κωμική φιγούρα με λαϊκή σοφία επιβίωσης, γίνεται προστάτης άγγελός του, πιστός συνοδοιπόρος και ανιδιοτελής φίλος, που τον σώζει από κακοτοπιές και ατυχίες, στέκοντας γενναία στο ύψος των περιστάσεων όταν τον χλευάζουν και τον εξαπατούν. Γίνεται το συμπλήρωμά του, το αντίθετό του, αυτό που ήταν ο Σγαναρέλος για τον Δον Ζουάν, η ρεαλιστική εκδοχή του ποιητικού μεγαλείου του ιππότη που μάχεται και υπερασπίζεται υψηλά ιδανικά και ηθικές αξίες αλλοτινών καιρών. Έτσι, ο μεν παρωδεί τους στοχασμούς του δε, μπλέκοντας αριστοτεχνικά το ποταπό με το ιδεώδες.

Χρήστος Παρίδης

Μιγκέλ Ντε Θερβάντες

19.77

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα, έχοντας περάσει μια ακραία περιπετειώδη ζωή με αδιανόητες ταπεινώσεις και εξευτελισμούς, έμελλε, στην ώριμη ηλικία των 58, να εκδώσει το κορυφαίο του συγγραφικό επίτευγμα, τον Δον Κιχώτη, το βιβλίο που σηματοδοτεί ουσιαστικά τη γέννηση του σύγχρονου μυθιστορήματος. Γεννημένος το 1547, από αριστοκρατική γενιά, χωρίς σημαντικούς οικονομικούς πόρους όμως, ως παιδί αγαπούσε την ποίηση, ενώ είχε την τύχη να μαθητεύσει δίπλα στον λόγιο ουμανιστή κληρικό Χουάν Λόπεθ ντε Όγιος.

Μεγαλώνοντας, η καλοσύνη του και οι ευγενικοί του τρόποι κέρδιζαν τον σεβασμό όλων. Το 1570 κατατάχθηκε στον ισπανικό στρατό της Ιταλίας, γεγονός που οδήγησε στη συμμετοχή του στο «πιο δοξασμένο γεγονός που είδανε ποτέ ή θα δούνε οι αιώνες», όπως έλεγε, την καθοριστικής σημασίας για τις χριστιανικές δυνάμεις νίκη επί του τουρκικού στόλου, τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Σε αυτήν λαβώθηκε άσχημα και κατέληξε με αχρηστευμένο το αριστερό του χέρι. Κατά την επιστροφή του στην Ισπανία πέντε χρόνια αργότερα, πιάστηκε όμηρος από κουρσάρους και κατέληξε σκλάβος στην κόλαση του Αλγερίου. Αποπειράθηκε να αποδράσει πέντε φορές και μόνο το 1580 επέστρεψε στην πατρίδα του χάρη σε καταβολή λύτρων.

Το 1585 έγραψε το ποιμενικό μυθιστόρημα Γαλάτεια και ακολούθησαν τριάντα θεατρικά έργα, χωρίς αξιοσημείωτη επιτυχία, μέχρι που το 1605 η έκδοση του πρώτου μέρους του δίτομου Η ζωή και το έργο του μεγαλόπνευστου ιδαλγού Δον Κιχώτη από τη Μάντσα απέσπασε ενθουσιώδη υποδοχή. Ως πιστός καθολικός ήθελε να σατιρίσει τα ιπποτικά βιβλία, μια μάστιγα της εποχής του που οι εκκλησιαστικοί κύκλοι προσπαθούσαν να αναχαιτίσουν. Αυτό όντως επετεύχθη χάρη στο Δον Κιχώτη. Ακολούθησαν άλλες πέντε εκδόσεις και το 1615 εξέδωσε το δεύτερο μέρος, επισφραγίζοντας τον θρίαμβο ενός βιβλίου που σήμερα θεωρείται από τα σημαντικότερα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ισάξιο εκείνων του Δάντη, του Γκαίτε και του Σαίξπηρ.

Πρόκειται για την ιστορία ενός αλλοπαρμένου αγρότη με ευγενική ψυχή, ο οποίος, έχοντας χάσει το μυαλό του από την παθιασμένη ανάγνωση ιπποτικών βιβλίων, πιστεύει ότι είναι ένας ιππότης, ο Δον Κιχώτης. Ξεκινάει ένα ταξίδι με το ψωραλέο του άλογο, τον Ροσινάντε, φορώντας μια ξεχαρβαλωμένη πανοπλία και συνοδευόμενος από τον απλοϊκό χωρικό Σάντσο Πάντσα και το γαϊδουράκι του, και μπλέκει συχνά σε κωμικοτραγικές περιπέτειες. Εκείνος, ψηλός και λιπόσαρκος, ο άλλος, κοντός και χοντρούλης, κωμική φιγούρα με λαϊκή σοφία επιβίωσης, γίνεται προστάτης άγγελός του, πιστός συνοδοιπόρος και ανιδιοτελής φίλος, που τον σώζει από κακοτοπιές και ατυχίες, στέκοντας γενναία στο ύψος των περιστάσεων όταν τον χλευάζουν και τον εξαπατούν. Γίνεται το συμπλήρωμά του, το αντίθετό του, αυτό που ήταν ο Σγαναρέλος για τον Δον Ζουάν, η ρεαλιστική εκδοχή του ποιητικού μεγαλείου του ιππότη που μάχεται και υπερασπίζεται υψηλά ιδανικά και ηθικές αξίες αλλοτινών καιρών. Έτσι, ο μεν παρωδεί τους στοχασμούς του δε, μπλέκοντας αριστοτεχνικά το ποταπό με το ιδεώδες.

Χρήστος Παρίδης

Πάτι Σμιθ

13.10

Μπορείς να ερωτευτείς τους φίλους σου; Σίγουρα μπορείς. Και μάλιστα ανεξάρτητα από το τι τους αρέσει να ερωτεύονται αυτοί, αγόρια ή κορίτσια ή οτιδήποτε. Και υπάρχει ο αρχετυπικός έρωτας γι’ αυτό: της Πάτι Σμιθ, ποιήτριας, και του Ρόμπερτ Μέιπλθορπ, φωτογράφου. Γνωρίζονται στα είκοσι κάτι τους στη Νέα Υόρκη. Δεν έχουν να φάνε. Δεν έχουν σταθερές δουλειές και ούτε σκοπεύουν να πιάσουν. Είναι αποφασισμένοι να τα καταφέρουν: θα κάνουν τέχνη. Ζωγραφίζουν και φτιάχνουν κοσμήματα. Μοιράζονται στη μέση ελάχιστο φαγητό. Έχουν στυλ, απόψεις, και ένα δωματιάκι στο Chelsea Hotel, όπου η δημιουργική ατμόσφαιρα μεταξύ φτώχειας, ταλέντου και ναρκωτικών είναι εκρηκτική.

Η Πάτι και ο Ρόμπερτ χτίζουν μεθοδικά τη φιλία τους. Η αφήγηση ξεκινά από τις σκληρές δουλειές του ποδαριού που κάνουν – τα μαρτύρια των εργατών θα απασχολούν δημιουργικά τη Σμιθ για όλη της τη ζωή. Η Σμιθ θέλει να κάνει τέχνη που θα αλλάξει τον κόσμο. Ζωγραφίζει, μελετά, γράφει ποιήματα. Ανάμεσα σε χαοτικά ξενοδοχεία με ενέσεις και σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, στους παγωμένους δρόμους της Νέας Υόρκης και στη στέρηση του φαγητού, περιτριγυρισμένα από ποιητές, συγγραφείς και μουσικούς, τα δυο παιδάκια, η Πάτι και ο Ρόμπερτ, γίνονται η Πάτι Σμιθ και ο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ. Ο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ γίνεται ένας αναγνωρισμένος φωτογράφος που φωτογραφίζει με ερωτικό τρόπο λουλούδια και χέρια και δερμάτινα και σαδομαζοχιστικά τελετουργικά μεταξύ ανδρών. Η Πάτι Σμιθ γίνεται ένα alien αδιάφορο για τη γνώμη των άλλων, ένα φυτό που μελετά γαλλική ποίηση και πάει χωρίς λεφτά στο Παρίσι για να προσκυνήσει τάφους. Κάνει performance. Πολλοί την περνούν για γκέι γυναίκα τζάνκι, ενώ η ίδια ξοδεύει τις νύχτες της χορεύοντας νηστική και μαστουρωμένη σε στενά δωμάτια, όπου κρατάει απρόσεχτα φυλαγμένα τα ποιήματα και τις ζωγραφιές της. Βάζει την ποίησή της σε τραγούδια και γίνεται διάσημη. Μαθαίνει λίγο κιθάρα. Πλέκει μουσικές και λέξεις. Αναγνωρίζεται διεθνώς. Η Σμιθ γράφει ότι δεν θα τα κατάφερνε χωρίς τον Μέιπλθορπ, ότι της έσωσε τη ζωή –προφανώς είναι ακόμα ερωτευμένη με τον Ρόμπερτ της.

Πεθαίνοντας νέος ο Μέιπλθορπ, αναγνωρισμένος και περιτριγυρισμένος από τις υλικές απολαύσεις που τόσο αναζήτησε, λέει στην Πάτι να γράψει την ιστορία τους. Κι αυτή το κάνει. Ζωή όπου τέχνη και καθημερινότητα μπερδεύονται αξεδιάλυτα, η ζωή του Ρόμπερτ και της Πάτι, μεταξύ ξενοδοχείων, γκαλερί, φθηνών βιβλιοπωλείων, τρένων, μουσικών σκηνών, πάρτι, μπαρ και μουσείων, διαβάζεται ως ειλικρινής ύμνος στη νεότητα, στα ρευστά όρια φιλίας και έρωτα, στην καλλιτεχνική δημιουργία, στη Νέα Υόρκη που δεν υπάρχει πια και στις αλάνθαστα θεραπευτικές ιδιότητες της ποίησης.

 

Βίβιαν Στεργίου

Προσφορά!

Jonathan Coe

17.70 15.93

Το μεθυστικό καλοκαίρι του 1977 μια αφελής κοπέλα, η Καλλιστώ, αναχωρεί από την Αθήνα για να γνωρίσει τον κόσμο. Μετά το ταξίδι της στην Αμερική, βρίσκεται αναπάντεχα σε ένα ελληνικό νησί που έχει μετατραπεί σε κινηματογραφικό σκηνικό. O Μπίλι Γουάιλντερ, διάσημος σκηνοθέτης του Χόλυγουντ, γυρίζει εκεί την ταινία του Fedora, και η Καλλιστώ προσλαμβάνεται ως βοηθός. Παρατηρεί συνεπαρμένη τον λαμπερό, πρωτόγνωρο για εκείνη τρόπο ζωής, βιώνοντας μια εμπειρία που θα τη σημαδέψει για πάντα.

Ενώ η Καλλιστώ είναι ενθουσιασμένη με τη νέα της περιπέτεια, ο ίδιος ο Γουάιλντερ αντιλαμβάνεται ότι το άστρο του έχει μάλλον αρχίσει να σβήνει. Το Χόλυγουντ τον απορρίπτει, και μόλις που κατόρθωσε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για την ταινία του, από τη Γερμανία. Η Καλλιστώ τον ακολουθεί στο Μόναχο για τα γυρίσματα των επόμενων σκηνών και τον συντροφεύει σε ένα ταξίδι αναμνήσεων που οδηγεί στον σκοτεινό πυρήνα της οικογενειακής του ιστορίας.

Σε αυτό το μυθιστόρημα, που αποτελεί ταυτόχρονα τρυφερή ιστορία ενηλικίωσης και ευαίσθητο πορτρέτο μίας από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες του αμερικανικού κινηματογράφου, ο Jonathan Coe στρέφει το βλέμμα του στην έννοια του χρόνου και στη σημασία της φήμης, στην οικογένεια και στην απατηλή σαγήνη της νοσταλγίας. Όταν ο κόσμος βαδίζει προς την αλλαγή, γαντζώνεσαι στην παλιά, αγαπημένη σου ζωή, ή αποφασίζεις ότι είναι ώρα να την αφήσεις πίσω;

Έγραψαν για το βιβλίο:

Ένα γοητευτικό, γλυκόπικρο μυθιστόρημα, μια υπέροχη υπενθύμιση της αξίας της τέχνης σε δύσκολους καιρούς.
The Spectator

Στο κοντινό του πλάνο στον Μπίλι Γουάιλντερ, ο Τζόναθαν Κόου εξυμνεί τον σκηνοθέτη, έχοντας με μαγικό τρόπο αφομοιώσει τη σπουδαία του ικανότητα να μιλά με αστείο τρόπο για στενόχωρα θέματα, και το αντίστροφο.
Daily Telegraph

Ένα βιβλίο που θα λατρέψετε.
The Observer

Τζ. Ντ. Σάλιντζερ

14.94

Το εμβληματικό μυθιστόρημα του Τζερόμ Ντέιβιντ Σάλιντζερ, έργο αναφοράς και αναγνωρισμένο αριστούργημα, εκδόθηκε το 1951, μεταφράστηκε σε όλο τον κόσμο, λατρεύτηκε από την κριτική και το αναγνωστικό κοινό.

Από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα ενηλικίωσης, με ήρωα τον Χόλντεν Κόλφιλντ, παγκόσμιο σύμβολο πια της εφηβικής επανάστασης, ο Φύλακας στη σίκαλη κυκλοφορεί σε καινούρια μετάφραση από την Αθηνά Δημητριάδου.

Αξεπέραστη ελεγεία της εκρηκτικής εφηβείας, ο Φύλακας στη σίκαλη συλλαμβάνει μοναδικά τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να συνδεθεί με τους άλλους και το χαοτικό αίσθημα απώλειας της παιδικής ηλικίας.

Ο J. D. Salinger (1919-2010) γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη. Κέρδισε τη συγγραφική του φήμη με την έκδοση ενός και μόνο μυθιστορήματος, του The Catcher in the Rye (Ο φύλακας στη σίκαλη, 1951), του οποίου ο κεντρικός ήρωας, Holden Caulfield, συνόψιζε τη βίαιη έκφραση του άγχους της νέας γενιάς της εποχής. Η αίσθηση που προκάλεσε το βιβλίο και η ταύτισή του με τη γενιά των μπήτνικ, ανάγκασε τον Σάλιντζερ να εγκαταλείψει τη Ν. Υόρκη για ένα σπίτι στους μακρινούς λόφους του Cornish, New Hampshire. Προηγουμένως, είχε προλάβει να δημοσιεύσει και ορισμένα διηγήματά του, σε ένα από τα οποία -στο A Perfect Day for Bananafish (Τέλεια μέρα για μπανανόψαρα, περιοδικό New Yorker, 1949)-, εμφανίζεται για πρώτη φορά ο Seymour Glass, χαρακτήρας τον οποίο ξαναβρίσκουμε στα βιβλία Franny and Zooey (Φράνυ και Ζούι, 1961) και Raise High the Roof Beam, Carpenters/Seymour: An Introduction (Ψηλά σηκώστε τη στέγη, ξυλουργοί/Σίμορ: συστατικά στοιχεία, 1963), τα μόνα άλλα βιβλία που εξέδωσε ο Σάλιντζερ. Από 35, περίπου, διηγήματά του που δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά, επέτρεψε να εκδοθούν όσα, κατά τη γνώμη του, μπορούσαν να αντέξουν στο χρόνο, στον τόμο Nine Stories (Εννέα ιστορίες, 1953). Πέθανε τον Ιανουάριο του 2010 στο σπίτι του, στο Νιού Χαμπσάιρ, από φυσικά αίτια.