Βλέπετε 46–60 από 1564 αποτελέσματαSorted by latest

Λογοτεχνία

Σεριντάν Λε Φανύ

«Tη γυρόφερνε ένα κόκκινο φως, σαν να καιγόταν το φόρεμά της κάτω κάτω. Ερχόταν ίσια καταπάνω μου, με τα γέρικα, ροζιασμένα χέρια της λυγισμένα, σαν να πήγαινε να μ’ αρπάξει. Είχα παγώσει· με προσπέρασε όμως σαν αεράκι παγωμένο, και είδα στον τοίχο ορθάνοιχτη μια πόρτα, και τη γριά κάτι εκεί να ψαχουλεύει. Δεν την είχα ξαναδεί την πόρτα αυτήν. Γύρισε η γριά και με κοίταξε, απότομα, σαν μαριονέττα, με ένα γέλιο διαβολικό. Το δωμάτιο μεμιάς σκοτείνιασε κι εγώ βρέθηκα στην άλλη πλευρά του κρεβατιού – χωρίς να το καταλάβω.» Ο Σέρινταν Λε Φανού (1814-1873) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους και προπάτορες της λογοτεχνίας τρόμου – ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς ιστοριών με φαντάσματα της Βικτωριανής Περιόδου. Από τις αχυρένιες καλύβες της ιρλανδικής επαρχίας ως τα παρηκμασμένα αρχοντικά του Δουβλίνου και από τους προτεσταντικούς ναούς των Κάτω Χωρών ως τις σπηλαιώδεις καθολικές εκκλησίες της Ρώμης, οκτώ ιστορίες υπερφυσικού τρόμου για «αναγνώστες που διακατέχονται από πνεύμα αλλιώτικο», από έναν μετρ του είδους.

18.02

Συλλογικό

Η Παλατινή ή Ελληνική Ανθολογία είναι μία απ’ τις πολυτιμότερες πηγές για τη γνωριμία μας, όχι μόνο με την αρχαία ελληνική ποίηση, αλλά και με την Ποίηση γενικότερα. Το πι κεφαλαίο. Δεν μας γνωρίζει μονάχα με μιαν εποχή 17 αιώνων (τόσους καλύπτει αφού αρχίζει από τον 7ο αιώνα π.Χ. και φτάνει στο 950 μ.Χ.) αλλά και μας διδάσκει. Τα 3.700 ποιήματά της (σχεδόν όλα επιγράμματα, συνολικά γύρω στους 23.000 στίχους) δεν είναι μόνον ποίηση. Είναι και ποιητική. Και νομίζω πως το ποιητικό είδος που ‘ναι πιο κοντά προς την Ποίηση απ’ οποιοδήποτε άλλο, είναι το επίγραμμα.

21.00

Ελληνική λογοτεχνία

Ο έτερος εχθρός

Ελισάβετ Χρονοπούλου

«Μπροστά η Φιλίτσα και πίσω εγώ, ανηφορίσαμε για το σπίτι. Δεν βγάλαμε μιλιά σ’ όλο τον δρόμο γιατί ένα πράγμα μόνο ήταν να πούμε κι αυτό δεν θα το λέγαμε ποτέ ο ένας στον άλλον, ποτέ πια όσο ζούσαμε, και πράγματι, ποτέ δεν το ‘παμε. Μας έφτανε που, όταν θα ξημέρωνε η μέρα και θα πηγαίναμε στον μπακάλη με το δελτίο, θα παίρναμε τρεις μερίδες ψωμί κι όχι δύο […]. Τίποτ’ άλλο δεν θυμάμαι από κει και πέρα. Ζήσαμε.» Στην περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Αθήνα, εκτός απ’ τον ίδιο τον κατακτητή, οι ήρωες των δέκα ιστοριών αντιμετωπίζουν κι έναν διαφορετικό εχθρό: Κάτω απ’ το κράτος της πείνας και του τρόμου, απειλείται η συλλογική ηθική υπόσταση. Βλέπουν να καταλύεται γύρω τους ό,τι συνιστά την έννοια του «ανθρώπινου». Βλέπουν τους γύρω ή και τον εαυτό τους να οπισθοδρομούν σε βαθμίδες πρωτογονικές. Επιβίωσαν. Το τίμημα της επιβίωσης το κράτησαν μέσα τους, ένα μυστικό που το βάρος του συνόδευσε την υπόλοιπη ζωή τους. Για να μπορέσουν να συνεχίσουν, άλλοι χρειάστηκε να το ξεχάσουν, άλλοι να το ξορκίσουν, άλλοι να το ανασκευάσουν. (Ε.Χ., από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

16.00

Μαρσέλ Προυστ

“Η δεσποινίδα Αλμπερτίν έφυγε!” Είναι απίστευτο πως η οδύνη διεισδύει με περισσότερη οξυδέρκεια στα ζητήματα της ψυχής από την ίδια την ψυχολογία! Δεν είχε κυλήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που, αναλύοντας τα συναισθήματά μου, είχα σχηματίσει την πεποίθηση πως ο οριστικός αυτός χωρισμός ήταν ακριβώς εκείνο που επιθυμούσα και, συγκρίνοντας την ένδεια των απολαύσεων πού μου πρόσφερε η Αλμπερτίν με την πληθώρα των απολαύσεων τις οποίες μου στερούσε, είχα καταλήξει στο συμπέρασμα, πιστεύοντας βέβαια πως η σκέψη μου διέθετε την απαραίτητη διεισδυτικότητα, ότι δεν ήθελα πια να τη βλέπω, ότι δεν ήμουν πλέον ερωτευμένος μαζί της. Εντούτοις τα λόγια: “Η δεσποινίδα Αλμπερτίν έφυγε” είχαν σε τέτοιο βαθμό ραγίσει την καρδιά μου που ένιωθα ότι δεν θ’ άντεχα για πολύ. Έτσι εκείνο που θεωρούσα μηδαμινό ήταν τελικά ο πυρήνας της ζωής μου.

23.70

Μαρσέλ Προυστ

Με την κυκλοφορία του Ανακτημένου Χρόνου, της έβδομης και τελευταίας ενότητας του μυθιστορηματικού κύκλου του Μαρσέλ Προυστ, ολοκληρώνεται μια μεταφραστική εργασία που ξεκίνησε το 1969 και διακόπηκε στα μέσα του πέμπτου τόμου, της Φυλακισμένης, με τον αδόκητο θάνατο του Παύλου Ζάννα, το 1989. Στη συνέχεια πήρε το νήμα ο Παναγιώτης Πούλος ο οποίος μετέφρασε το δεύτερο ήμισυ της Φυλακισμένης, την Αλμπερτίν αγνοούμενη, μετάφραση η οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης (2015), και, τέλος, τον Ανακτημένο Χρόνο.

Παράλληλα, ο Παναγιώτης Πούλος προχώρησε σε μια αναθεώρηση των πρώτων τόμων με βάση τις νεότερες εκδόσεις του έργου του Προυστ και τα πορίσματα των πρόσφατων ερευνών και υπομνημάτισε το συνολικό έργο με πλήθος σημειώσεων, πραγματολογικών, ερμηνευτικών και ενδοκειμενικών, οι οποίες συνοδεύουν τον αναγνώστη στην περιήγησή του σ’ αυτό το σύνθετο και πολυσχιδές έργο, το οποίο έχει σημαδέψει αυτό που αποκαλούμε νεοτερικότητα.

Έτσι, η πρώτη ελληνική έκδοση του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, ενός έργου τέχνης που έχει ήδη κατακτήσει μέσα από τιςμεταφράσεις του σε πάνω από σαράντα γλώσσες περίοπτη θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελεί πλέον πραγματικότητα.

Οι πυκνές αναφορές του Ανακτημένου Χρόνου σε πάμπολλες πτυχές και διαστάσεις της εργασίας του Μαρσέλ Προυστ, σε συνδυασμό με τις ανακατατάξεις που επιφέρει ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, αναδιαμορφώνουν το τοπίο του μυθιστορήματος και παράλληλα καλούν τον αναγνώστη να ανατρέξει στις ενότητες που έχουν προηγηθεί. Επιπροσθέτως, ο συγγραφέας διατυπώνει με έμμεσο και άμεσο τρόπο τη στάση του απέναντι στην τέχνη, όπως και τα όρια αυτού του ιδιάζοντος λογοτεχνικού εγχειρήματος, συμπεριλαμβανομένων και των ορίων της αντοχής και της χρονικής διάρκειας της ζωής του ιδίου.

Οι δυνάμεις και οι αδυναμίες της καλλιτεχνικής αλήθειας σταθμίζονται με όχημα ένα «εγκάρσιο» βλέμμα, το οποίο δεν παρέχει απλώς στον αναγνώστη τη δυνατότητα να προσεγγίσει μέσα από μια νέα οπτική γωνία τα όσα έχουν μέχρι τώρα διαμειφθεί, αλλά και τον παροτρύνει να στραφεί προς την κατεύθυνση του μέλλοντος, των κριτικών αποτιμήσεων και των πάσης φύσεως οικειοποιήσεων του προυστικού εγχειρήματος εδώ και έναν αιώνα ― και μάλιστα τον προσκαλεί να γίνει, με τη σειρά του, στο μέτρο των δυνάμεών του, δημιουργός του έργου του και των επιλογών της ίδιας της ζωής του.

Αναδύεται εδώ ένας πρωτότυπος και ιδιαίτερα επίκαιρος στοχασμός για τη σημασία της μαθητείας της Τέχνης στην οικοδόμηση της ατομικής και συλλογικής ζωής, στα συμφραζόμενα μιας ολοένα και πιο γενικευμένης μετάβασης της ανθρωπότητας από τις παραδοσιακές δομές της ύπαρξης στην κατάσταση της νεοτερικότητας.

Οι σημειώσεις, το επίμετρο και η σύνοψη που συνοδεύουν τη μετάφραση στόχο έχουν να υποβοηθήσουν τον αναγνώστη να αποκτήσει επίγνωση τόσο της συνοχής που διέπει το λογοτεχνικό αυτό εγχείρημα όσο και της ποικιλίας των διακυβευμάτων του.

 

24.99

Τζόναθαν Κόου

Η Μαρία είναι μια νεαρή γυναίκα που ζει στα περίχωρα του Μπέρμιγχαμ. Αδιάφορη από επιλογή και αναποφάσιστη από τη φύση της, θεωρεί πως γίνεται πολύς θόρυβος για το τίποτα. Δεν επέλεξε να γεννηθεί, ούτε να γίνει αυτό που είναι. Δεν επέλεξε τους ανθρώπους που θα συναντούσε: εγωμανείς, κλεπτομανείς, παρανοϊκούς, φανατικούς θρησκευόμενους, και, τον χειρότερο απ’ όλους, τον μελλοντικό της σύζυγο, τον Μάρτιν.

Ξαφνικά αρχίζει να νιώθει σαν κάποιος να την έχει τοποθετήσει στον κεντρικό ρόλο μιας θλιβερής και κάπως σκληρής μικρής κωμωδίας. Δοκιμάζει όλους τους συνηθισμένους τρόπους για να γεμίσει τον χρόνο της, όπως της έχουν μάθει –μαγειρεύει, βρίσκει δουλειά, γίνεται μητέρα–, όμως η απογοήτευσή της μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Μόνο ο γάτος της, με την ήρεμη αδιαφορία του, της γεννά την ιδέα ότι ίσως μια μορφή ευτυχίας είναι εφικτή. Αλλά πώς μπορεί να είναι κανείς ευτυχισμένος όταν η ζωή του μοιάζει με διαδοχή από ατυχήματα, από συμπτώσεις…

Θα καταφέρει ποτέ να πάρει τον έλεγχο της ζωής της ή η ιστορία της είναι καταδικασμένη να τελειώσει όπως άρχισε – κατά τύχη; Τι επιφυλάσσει η μοίρα στη γυναίκα των συμπτώσεων;
Το πρώτο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου, Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων, περιγράφει τη ζοφερή ιστορία της Μαρίας και των διαψεύσεών της. Με σταθερή πρόθεση τη διαύγεια και την απομυθοποίηση, ο συγγραφέας προχωρά σε μια κατεδάφιση των καθιερωμένων αντιλήψεων περί ευτυχίας, υπονομεύοντας με λεπτή ειρωνεία ό,τι θεωρείται αυτονόητο στην κοινωνική ζωή.

17.70

Ξένη λογοτεχνία

Τα χρόνια

Ανί Ερνό

Μέσα από φωτογραφίες και σκόρπιες αναμνήσεις από γεγονότα, λέξεις και πράγματα, η Annie Ernaux μας συμπαρασύρει σε μια περιδιάβαση στη ζωή της, από τα πρώτα χρόνια μετά τον Πόλεμο, μέχρι και σήμερα. Βιβλία, τραγούδια, ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαφημίσεις και πρωτοσέλιδα δεκαετιών, σε αντίστιξη με προσωπικές συγκρούσεις και σημειώσεις. Τοπική διάλεκτος, λέξεις των καιρών, σλόγκαν, μάρκες και ονόματα για τα αντικείμενα που διαρκώς πληθαίνουν, εδώ αποκτούν φωνή. Η Ernaux κάνει το πέρασμα του χρόνου χειροπιαστό. Ο χρόνος ο ίδιος, ανένδοτος, αφηγείται το πέρασμά του, εξορίζοντας τους άλλους αφηγητές στην ανωνυμία. Ένα νέο είδος αυτοβιογραφίας ξεπροβάλλει, υποκειμενικό κι απρόσωπο, ιδιωτικό και συλλογικό ταυτόχρονα.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός μικρού κοριτσιού με σκουρόχρωμο μπανιερό σε μια παραλία με βότσαλα. Στο βάθος, οι απόκρημνες ακτές. Κάθεται σ’ έναν επίπεδο βράχο, τα σφριγηλά του πόδια είναι τεντωμένα μπροστά, γέρνει πίσω ακουμπώντας στους αγκώνες, έχει τα μάτια κλειστά, το κεφάλι ελαφρώς σκυμμένο, χαμογελάει. Η μια χοντρή καστανή πλεξούδα είναι ριγμένη μπροστά, η άλλη πίσω στην πλάτη. Όλα μαρτυρούν την επιθυμία του κοριτσιού να ποζάρει σαν τις σταρ στο Cinemonde ή τα μοντέλα στη διαφήμιση του αντιηλιακού Ambre Solaire, να ξεφύγει απ’ το ταπεινωτικό και ασήμαντο κοριτσίστικο κορμί του. Οι μηροί, πιο ωχροί, όπως και τα μπράτσα, πάνω ψηλά,δείχνουν το περίγραμμα ενός φουστανιού, μαρτυρώντας έτσι πως, για τούτο το παιδί, οι διακοπές ή ένα απόγεμα στην ακροθαλασσιά είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Η παραλία είναι έρημη. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας: Αύγουστος 1949, Σοτβίλ-σιρ-Μερ.

16.60

Ελληνική λογοτεχνία

Αρχαίος Αύγουστος

Γιάννης Αξιώτης

Ένας παράξενος, επίμονος ήχος, σαν κραυγή κουκουβάγιας ή σαν διαστημόπλοιο, που προέρχεται από ένα σημείο κοντά στο εργοστάσιο μπισκότων αναστατώνει τη Θήβα. Το κράτος στήνει έναν μαύρο ηχομονωτικό κύβο γύρω από την «πηγή» και η πόλη μετατρέπεται σε τουριστική ατραξιόν. Ο Άγγελος, ένας δεκαπεντάχρονος έφηβος που ζει εκεί, προσπαθεί μαζί με τους φίλους του να καταλάβει τα αλλόκοτα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω του. Όταν η αδελφή του εξαφανίζεται και μετά επιστρέφει τελείως διαφορετική, θα συνειδητοποιήσει ότι ο κόσμος που γνώριζε δεν θα είναι ποτέ πια ο ίδιος.

14.00

Ελληνική λογοτεχνία

Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;

Ιωάννα Μπουραζοπούλου

Σαράντα αιώνες μετά τη βιβλική καταστροφή στα Σόδομα και τα Γόμορρα, η ίδια εκείνη γη στις όχθες της Νεκράς Θάλασσας ανοίγει και ένα μυστηριώδες βιολετί αλάτι αναβλύζει. Η εμφάνισή του αλλάζει τη γεωγραφία τριών ηπείρων και μονοπωλεί το ενδιαφέρον της αγοράς. Η νέα ουσία δεν υπηρετεί, αλλά υπηρετείται. Καταδυναστεύει με τις ιδιοτροπίες της. Εθίζει με τη γεύση της. Υποδουλώνει με την αθόρυβη επιρροή της. Τα σύγχρονα Σόδομα, η «Αποικία», αποδεικνύονται πιο πανούργα και από τη βιβλική ακόμη εκδοχή τους. Μια αποπνικτική ατμόσφαιρα περιβάλλει τα καλά κρυμμένα μυστικά τους, και μόνο ένας άνθρωπος είναι σε θέση να τα ανακαλύψει: ο ανυποψίαστος Φιλέας Μπουκ, που μια νύχτα αλλιώτικη απ` τις άλλες θα κληθεί να λύσει το πιο σημαντικό σταυρόλεξο που επινοήθηκε ποτέ.
«Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;» Ένα φαντασμαγορικό μυθιστόρημα, ένα συνεχές διανοητικό παιχνίδι, μια ανεπανάληπτη αλληγορία για το φόβο, την αμαρτία και την ενοχή, που ενεδρεύουν άλλοτε στους υγρούς δρόμους του «παραθαλάσσιου» Παρισιού κι άλλοτε στους σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης συνείδησης.

[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]
20.00

Ξένη λογοτεχνία

Οι άγριοι ντετέκτιβ

Ρομπέρτο Μπολάνιο

Μια φυγή και μια εξαφάνιση από τη δεκαετία του `20 και μια αναζήτηση που ξεκινάει τη δεκαετία του `70 και συνεχίζεται μέχρι το τέλος του αιώνα, στην άγρια Πόλη του Μεξικού, στις ερήμους του βόρειου Μεξικού, στη σαντινιστική Νικαράγουα, στις ΗΠA, στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Αυστρία, στο Ισραήλ, ακόμα και στη σπαρασσόμενη από εμφύλιους πολέμους Αφρική – αυτό είναι το θέμα των “Άγριων ντετέκτιβ”.
Ποιοι όμως είναι αυτοί οι “Άγριοι ντετέκτιβ” και γιατί αναζητούν τη Σεσάρεα Τιναχέρο; Και γιατί η γυναίκα αυτή εξαφανίστηκε στο ταραγμένο Μεξικό της δεκαετίας του `20; Και, τελικά, υπήρξε στ` αλήθεια αυτή η παράξενη γυναίκα; Στην πορεία των ερευνών τους, ο Αρτούρο Μπελάνο και ο Ουλίσες Λίμα συναντιούνται με Αυστριακούς νεοναζί, με συνταξιούχους ταυρομάχους, με κυνηγημένες πόρνες, με Λατινοαμερικάνους ποιητές και κατεστραμμένους εκδότες. Ένα παράξενο μυθιστόρημα, από τα κορυφαία του Μπολάνιο που γνωρίζει εξαιρετική επιτυχία σε όλο τον κόσμο. 16ο Βραβείο Εράλδε καλύτερου μυθιστορήματος και Διεθνές Βραβείο Ρόμουλο Γαλιέγος 1999.

26.50

Ελληνική λογοτεχνία

Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ

Κωνσταντία Σωτηρίου

Έβρεξε πολύ ο Θεός φέτος και αν δεν έβρεχε πολύ δεν θα κατέβαιναν τα ποτάµια, δεν θα ποτίζονταν τα δέντρα, δεν θα φύτρωναν τα λουλούδια, δεν θα γεµίζανε τα πηγάδια, δεν θα πληµµύριζαν οι δρόµοι, δεν θα ξεχείλιζαν τα φρεάτια του µεταλλείου, δεν θα ανέβαιναν πάνω τα νερά, δεν θα κουβαλούσαν σκοινιά, ξύλα και σαπισµένες λαµαρίνες, δεν θα κουβαλούσαν παλιά ρούχα, δεν θα έφερναν στην επιφάνεια τούβλα και µπάζα, δεν θα έσπρωχνε πάνω το νερό πεθαµένες γάτες και σκοτωµένες γυναίκες…
Τον Απρίλιο του 2019, µετά από παρατεταµένες βροχές στην άνυδρη Κύπρο, ανακαλύπτεται το πτώµα µιας εργάτριας από τις Φιλιππίνες. Αρχίζει τότε ένα φρικτό κουβάρι να ξετυλίγεται, που θα οδηγήσει στα επτά θύµατα του πρώτου κατά συρροήν δολοφόνου της χώρας, πέντε µετανάστριες και δύο παιδιά. Οι σοροί θα βρεθούν σε διάφορες περιοχές, ανάµεσα στις οποίες και η Κόκκινη Λίµνη, ο κρατήρας του µεταλλείου της Κοκκινοπεζούλας, όπου στο παρελθόν άφησαν την τελευταία τους πνοή δεκάδες µεταλλωρύχοι χτυπηµένοι από πνευµονοκονίαση.
Μια γυναίκα, που έχασε νέα τον άντρα της στο φονικό µεταλλείο, αφηγείται σήµερα, µε αφορµή τη σταδιακή ανεύρεση των δολοφονηµένων γυναικών, τη δική της σκληρή ζωή. Δίπλα της ηχεί η αρχαία φωνή του τόπου, µύθοι και δοξασίες που ξεκινούν από τα οµηρικά έπη και καταλήγουν στην κεφαλή του Τσάτσ­γουερθ, ό,τι απέµεινε από ένα χάλκινο άγαλµα του Απόλλωνα, που στοιχειώνει τη ζωή και τα όνειρα των ανθρώπων ακόµη και τώρα.
Μια ιστορία ανάµεσα στο παρελθόν και στο µέλλον: οι Εγγλέζοι αποικιοκράτες, οι µετανάστες, ο Δράκος του Νερού, ένας τόπος που ανακαλύπτει συνεχώς, ζωντανά και πνιγµένα, µυστικά.

9.90

Ξένη λογοτεχνία

Παιχνιδότοπος

Ρίτσαρντ Πάουερς

Ένα ειδυλλιακό νησί στον Ειρηνικό μεταβάλλεται σε πεδίο αντιπαραθέσεων, όταν κάποιος τεχνολογικός κολοσσός επιχειρεί να κατασκευάσει εκεί βάση για πλωτές πόλεις. Οι κάτοικοι καλούνται να αποφασίσουν αν θα πουν το «ναι» ή θα διαφωνήσουν. Τρεις παλιοί γνωστοί ξανασυναντιούνται: ο Τόντ, δισεκατομμυριούχος της τεχνητής νοημοσύνης, που γνωρίζει πως έχει άνοια· ο Ράφι, φίλος του από τα σχολικά χρόνια, όταν τους ένωνε η αγάπη για τα παιχνίδια στρατηγικής, που ζει τώρα ήρεμα στο νησί· και η Ίνα, η σύζυγός του, μια Πολυνήσια γλύπτρια.
«Ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα για την τεχνητή νοημοσύνη και τον θαυμαστό κόσμο της ωκεάνιας ζωής» (The Guardian).
Από τον βραβευμένο με Πούλιτζερ και Εθνικό Βραβείο Μυθοπλασίας των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Πάουερς (ΗΠΑ, 1957)

22.00

Ξένη λογοτεχνία

Μιχαήλ Κόλχαας

Χάινριχ φον Κλάιστ

Ένας τίμιος έμπορος αλόγων, ο Μιχαήλ Κόλχαας, πέφτει θύμα μιας κατάφωρης αδικίας από έναν ευγενή. Η αδυναμία της δικαιοσύνης να τον προστατέψει, καθώς εμπλέκεται στις διαμάχες και τα μικροσυμφέροντα των ισχυρών, μετατρέπει τον Κόλχαας σε αμείλικτο εκδικητή. Ο Κλάιστ παρακολουθεί, στο πρώτο του αυτό έργο που τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους Γερμανούς συγγραφείς της εποχής του, με απαράμιλλη αφηγηματική δεξιοτεχνία, με ψυχρότητα και ακρίβεια, αλλά και με κινηματογραφική διαύγεια, την αναζήτηση του Κόλχαας για δικαιοσύνη. Ο Μιχαήλ Κόλχαας είναι μια περιπέτεια, μια πολιτική αλληγορία αλλά και μια φιλοσοφική διερεύνηση για τα όρια του δικαίου, της εξουσίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

14.40

Ξένη λογοτεχνία

Φάλκονερ

Τζον Τσίβερ

Ο Ιεζεκιήλ Φάραγκατ, καθηγητής πανεπιστημίου και ηρωινομανής εθισμένος στη μεθαδόνη, φυλακίζεται στο Σωφρονιστικό Ίδρυμα “Φάλκονερ” για το φόνο του αδελφού του. Κλεισμένος σε ένα άθλιο κελί, γίνεται καθημερινά μάρτυρας της θηριωδίας των δεσμοφυλάκων και των συγκρατούμενων του και νιώθει ζωντανός-νεκρός.

Ο νους του όμως εξακολουθεί να ταξιδεύει ελεύθερος. Και καθώς επανέρχονται σαρωτικές οι μνήμες της τραυματικής παιδικής ηλικίας του και του ταραγμένου του γάμου, ο Φάραγκατ πασχίζει να επιβιώσει και να διατηρήσει την ανθρωπιά του μέσα στην ανελέητη βαρβαρότητα της φυλακής.

Το περίφημο μυθιστόρημα του Τζον Τσίβερ -ένα από τα αριστουργήματα της αμερικάνικης λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, σε νέα μετάφραση.

«Σκληρό, κομψό, αγνό. Αναντικατάστατο για κάποιον που ειλικρινά επιθυμεί να κατανοήσει τί συμβαίνει στις ψυχές των ανθρώπων στην Αμερική». Σωλ Μπέλοου

12.72

Ελληνική λογοτεχνία

Κατεδάφιση

Άνια Βουλούδη

Καθώς οι μέρες περνάνε σαν νύχτες η μία μετά την άλλη, μια γυναίκα αφηγείται τις σχέσεις, τα συναισθήματα και το παρελθόν της σε μια μονομερή, επίμονη αλληλογραφία με έναν μακρινό φίλο, πιάνει και αφήνει τα νήματα μιας σκόρπιας ζωής, μιας καθημερινότητας από τη Θεσσαλονίκη στην Κρήτη, στη Γερμανία, στο χωριό και πίσω στη Θεσσαλονίκη. Συνειδητοποιεί γράφοντας πως το μόνο που της ανήκει είναι ένας σωρός παλιοπράγματα, διάσπαρτες αναμνήσεις, εντυπώσεις, αφηγήσεις που προσπαθούν να οργανωθούν, αντικείμενα και αγαπημένα πρόσωπα που ψάχνουν να βρουν τη θέση τους, πως πάντοτε αναζητά κάτι και πως την ίδια στιγμή κάτι απ’ όσα έχει δεν είναι δικό της.

13.00