Προβολή όλων των 4 αποτελεσμάτων

Ελληνική λογοτεχνία

Όλα χαμένα

Κώστας Μιχόπουλος

15.00

Πήρε το μονοπάτι για τον δρόμο και το αμάξι της.

Ανεβαίνοντας το μονοπάτι γύρισε πίσω να κοιτάξει και συνειδητοποίησε πως από το ύψωμα έβλεπε καλύτερα προς τον κάβο. Κοντοστάθηκε. Άφησε κάτω την τσάντα της κι ανέβηκε σ’ έναν δύσμορφο βράχο. Μισόκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να διακρίνει στις ρυτίδες της θάλασσας κάποια αλλαγή, κάτι να επιπλέει, τίποτε. Ο αέρας σφύριζε μονότονα στ’ αυτιά της.

Στα βράχια θα είναι. Εκεί θα τον βρούμε. Στα βράχια να ξεκουράζεται ή να γυρνάει τώρα που έφεξε κόντρα στο ρέμα προς την παραλία.

Θα κοιτάω περισσότερο στα βράχια. Άσε τ’ ανοιχτά. Παράτα τα. Τυφλώνεσαι, δεν έχει νόημα. Αν είναι στ’ ανοιχτά, δεν θα είναι ζωντανός. Δεν έχει δουλειά στ’ ανοιχτά. Δίπλα στα βράχια πάντα ψαρεύει. Θα τον βρούμε.

Μέχρι να φτάσουμε στην παραλία, θα τον βρούμε.

Μιχάλης Αλμπάτης

18.00

Αρχές της δεκαετίας του 1950, σ’ ένα χωριό της Κρητικής ενδοχώρας, ένα νεαρό αγόρι ανακαλύπτει, στην κηδεία κάποιου συγγενή του, πως έχει την ικανότητα να ακούει τις σκέψεις των νεκρών. Κανείς δεν τον πιστεύει αρχικά, όταν όμως αποδεικνύει δημόσια το αληθές των ισχυρισμών του, ένας θείος του, συνειδητοποιώντας τις δυνατότητες οικονομικής εκμετάλλευσης που ανοίγονται μπροστά τους, τον πείθει να φύγουν απ’ το χωριό και ν’ αρχίσουν να περιοδεύουν στα χωριά του κάμπου προσφέροντας τις υπηρεσίες τους σαν “διερμηνείς των πεθαμένων”.

Από χωριό σε χωριό κι από κηδεία σε κηδεία, κάθε νεκρός διηγείται την δική του ιστορία, φανερώνει τα δικά του μυστικά και δίνει τις δικές του απαντήσεις στον γρίφο της ύπαρξης· μόνο που οι νεκροί λένε πάντα την αλήθεια, και οι ζωντανοί δεν θέλουνε αλήθειες να ακούσουν…

“Η επομένη ήταν Κυριακή και, όπως έκαναν πάντα, είχαν κινήσει πρωί πρωί με τη μητέρα του και την αδερφή του για την εκκλησιά. Φυσικά, τα χθεσινά γεγονότα στην κηδεία της γρια-Ξώφαινας είχαν διαδοθεί από στόμα σε στόμα και αποτελούσαν το κύριο θέμα συζήτησης σ’ ολόκληρο το χωριό. Στον δρόμο για τον Αϊ-Γιώργη, αλλά και μέσα στην εκκλησιά, όταν άναψε το κερί κι έπειτα που στάθηκε μπροστά απ’ το ιερό μαζί με τους άλλους άντρες, τα βλέμματα όλων στρέφονταν επάνω του δίχως ίχνος κοροϊδίας πια, αλλά φορτισμένα με ανησυχία, δέος ή φόβο, ενώ τα χείλη τους ψιθύριζαν την ώρα που από μπροστά τους περνούσε: “Μιλάει με τους νεκρούς!”, “Ακούει τους πεθαμένους!”.

Τζίνα Πολίτη

10.00

Το πλαίσιο εντός του οποίου τοποθετούνται τα δοκίμια κριτικής αυτού του τόμου, συντάσσεται από δύο κείμενα που τα χωρίζουν επτά αιώνες! Συγκεκριμένα, το Δεκαήμερο του Βοκκάκιου και μια σύγχρονη παρωδία βασισμένη στην Έρημη Χώρα του Τ. Σ. Έλιοτ.

Πέραν του κοινού θέματος μιας θανατηφόρας πανδημίας, που πρόσθεσε στο λεξικό τον όρο “καραντίνα”, ο Βοκκάκιος σημειώνει πως το κακό ενέσκηψε λόγω των δικών μας άνομων, αμαρτωλών συναλλαγών! Στη μακρά διάρκεια αυτών των αιώνων, τίποτα δεν μεσολάβησε ώστε να αλλάξουν τα διεφθαρμένα ήθη μας. Ο Βοκκάκιος, ωστόσο, ελλείψει εμβολίων, μας πρόσφερε έναν άλλο αισιόδοξο τρόπο διαφυγής από το κακό: αυτόν της αέναης μυθοπλασίας.

Εγιάλ Βάιτσμαν

14.40

Ο Εγιάλ Βάιτσμαν, ιδρυτής και διευθυντής του ερευνητικού ινστιτούτου Forensic Architecture, παρουσιάζει την ιστορία, τις μεθοδολογικές πρακτικές, τις επιστημολογικές προκείμενες, τις δυνατότητες και τους περιορισμούς των ερευνών της ομάδας του σε περιστατικά παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το βιβλίο εντυπωσιάζει και σοκάρει με την αφηγηματική ανασυγκρότηση και τη λεπτομερή χαρτογραφική και οπτική τεκμηρίωση των υποθέσεων που έχει ερευνήσει η ομάδα και εντέλει παρουσιάζει μια νέα μορφή δημόσιας αλήθειας, η οποία έχει παραχθεί τεχνολογικά, αρχιτεκτονικά και αισθητικά, διατρέχοντας πολλαπλές χωρικές κλίμακες και χρονικές διάρκειες.

Στην Ελλάδα, η Forensic Architecture είναι γνωστή από τις έρευνες τις οποίες διεξήγαγε για τις δολοφονίες του Παύλου Φύσσα και του Ζακ Κωστόπουλου. «Στη δουλειά μας προσπαθούμε συχνά να κάνουμε δύο πράγματα ταυτόχρονα: να χρησιμοποιήσουμε την τεχνολογία για να αποκαλύψουμε περιστατικά κατάχρησης κρατικής ή εταιρικής εξουσίας και, επίσης, να κατα­νοήσουμε το ίδιο το πρόβλημα με αυτές τις τεχνολογίες. […] Οι μέθοδοί μας, ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν περιορίζονται απλώς στην “τεχνολογία”.

Καθεμία από τις έρευνές μας συνδέει κοινότητες που υφίστανται άμεσα τη βία, ακτιβιστές που διεξάγουν επιτόπια έρευνα, μεμονωμένους ερευνητές και ειδικούς, καλλιτέχνες που μπορούν να παρουσιάσουν τα πράγματα με πρωτότυπο τρόπο και πολιτιστικούς θεσμούς που μπορούν να ενισχύσουν αυτή την έρευνα». Εγιάλ Βάιτσμαν