Ο Γκάντι υποστήριζε ότι, “η Ινδία είναι μια, κι ότι μόνο για τους λευκούς είναι σύνθετη και περίπλοκη”. Εκ των υστέρων φαίνεται ότι μάλλον είχε δίκιο. Πριν το ταξίδι, όταν ακόμα βρισκόμουν μακριά, διέκρινα ότι το πρόβλημα βρισκόταν στην αδυναμία ενός “ξένου” να κατανοήσει τον πυρήνα της προσωπικότητας της Ινδίας.
Ήθελα να γνωρίσω από κοντά την Ινδία, να την κατανοήσω, στο μέτρο πάντα του δυνατού, να διαπιστώσω αν πραγματικά υπήρχαν οι πολλές Ινδίες για ένα λευκό, όπως υποστήριζε ο Γκάντι. Ήθελα να διαπιστώσω από κοντά, αν πραγματικά υπήρχαν όλες αυτές οι Ινδίες, με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “αγίους”, “επαίτες”, “γιόγκι”… τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”. Όλα τα συστατικά του ταξιδιού κυοφορούσαν στο μυαλό μου για πολλά χρόνια. Το μόνο που έλειπε ήταν το “φύγαμε”, κι αυτό προέκυψε, εντελώς τυχαία, στα τέλη Μαΐου του 1996, πάνω στην κουβέντα μ’ ένα φίλο. Δυο εβδομάδες αργότερα πετούσαμε για το Κατμαντού στο Νεπάλ, κι από εκεί θα κατηφορίζαμε για τις ζεστές πεδιάδες και τις σκονισμένες ερήμους της αχανούς Ινδίας, πριν ανηφορίσουμε για τα μυστηριώδη Ιμαλάια.
Δεν είχαμε κάποιο σχέδιο, ψάχναμε τα σημάδια για να μας οδηγήσουν, διαθέταμε λίγα χρήματα αλλά αρκετό χρόνο. Στην Ινδία ήθελα να περιπλανηθώ, να χαθώ, ν’ αλλάξω… Πάνω στους χάρτες αναζητούσα αόρατα σημάδια που θα με οδηγούσαν στους μύθους, τους ανθρώπους… τα θαύματα.
Στην Ινδία με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “ασκητές” κι “αγίους”, τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”, χάθηκα, μπερδεύτηκα… αλλά προσπάθησα να καταλάβω λίγο περισσότερο τον κόσμο που με περίβαλε, προσπάθησα κάτι να βρω… προσπάθησα να κατανοήσω περισσότερο εμένα τον ίδιο, προσπάθησα να παραμερίσω, έστω και ελάχιστα, το φοβερό πέπλο της άγνοιας που σκιάζει τη ζωή του ανθρώπου.
Μάργκαρετ Αλεξίου
Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη αγγλική έκδοσή του (The Ritual Lament in Greek Tradition, Cambridge University Press, 1974), το βιβλίο της Mάργκαρετ Aλεξίου παραμένει η πιο ενδελεχής και πολυσυζητημένη διαχρονική αλλά και ταυτόχρονα συγχρονική μελέτη του θρήνου στην ελληνική παράδοση. Oι συνεχείς αναφορές της διεθνούς βιβλιογραφίας στο έργο αυτό από την πρώτη εμφάνισή του μέχρι σήμερα διαγράφουν την ξεχωριστή πορεία του και το καθιερώνουν πλέον στο χώρο των κλασικών, βυζαντινών και νεοελληνικών σπουδών, καθώς και της Aνθρωπολογίας και της Λαογραφίας. Γράφοντας σε μια εποχή όπου η μελέτη της προφορικής λογοτεχνίας ακολουθούσε καινούριους δρόμους ―κυρίως χάρη στη συμβολή των Mίλμαν Πάρρυ και Άλμπερτ Λόρντ― ενώ οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες ανανέωναν το ενδιαφέρον τους και τον θεωρητικό εξοπλισμό τους για τη διερεύνηση των πολιτισμικών εκφάνσεων του θανάτου, η συγγραφέας συνθέτει την πρώτη συστηματική διεπιστημονική προσέγγιση του τελετουργικού θρήνου σε όλο το εύρος της ελληνικής παράδοσης. Στους μεθοδολογικούς προσανατολισμούς της συνέβαλε καίρια η επιτόπια έρευνά της στην Eλλάδα κατά τη δεκαετία του 1960.
Η ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ ΑΛΕΞΙΟΥ σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, του οποίου είναι διδάκτωρ. Είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Νεοελληνικών Σπουδών και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Χάρβαρντ, όπου δίδαξε από το 1986 μέχρι το 2001 ως κάτοχος της Έδρας Γιώργου Σεφέρη. Από το 1964 ώς το 1985 δίδασκε Βυζαντινή και Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ. Το έργο της περιλαμβάνει μελέτες για την αρχαία ελληνική παράδοση, τη βυζαντινή λογοτεχνία, για νεότερους λογοτέχνες, όπως ο Βιζυηνός, ο Μυριβήλης και ο Καβάφης, καθώς και για την προφορική λογοτεχνία και το δημοτικό τραγούδι. Κατά τη μακρόχρονη πανεπιστημιακή της πορεία επηρέασε αποφασιστικά μεγάλο αριθμό ερευνητών διαφόρων επιστημονικών κλάδων. Ζει στην ιστορική πόλη Ουώλμερ, στο Κέντ της Αγγλίας.
Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
Τούτη η σκηνή εδώ είναι η Τροία. Αγέρωχοι ηγεμόνες από τα ελληνικά νησιά με το αίμα κορωμένο στείλαν πλήθος καράβια στο λιμάνι της Αθήνας με στρατιώτες φορτωμένα και με τα εργαλεία δεινότατου πολέμου. Οι εξήντα εννιά απ’ αυτούς φορούνε βασιλικές κορόνες στο κεφάλι. Ξεκίνησαν απ’ το Σαρωνικό να φτάσουν στη Φρυγία κι όρκο έχουνε πάρει να γκρεμίσουνε την Τροία, που μέσα στα δυνατά κι αμάχητα τειχιά της ζει η Ελένη, του βασιλιά Μενέλαου η γυναίκα, σε μια κλίνη με τον ηδονικό τον Πάρη, που την είχε αρπάξει.
Αυτή ‘ναι η αιτία του πολέμου. Κι έχουν ξεφορτώσει στην Τένεδο, όπου φτάσαν, τα βαρύφορτα τα πλοία λεφούσι πολεμόχαρο. Κι άκοποι καθώς ήταν οι Έλληνες κι ανέγγιχτοι απ’ τη φούρια του πολέμου, στήσανε τις σκηνές τους στις πεδιάδες του Δαρδανού.
Της πόλης του Πριάμου οι έξι πύλες, η Ιλιάδα, η Τύμβρια, η Δαρδανική, η Τρωική, η Χαίτα κι η Αντηνορίδα, σφιχτοκλειδωθήκαν με μαντάλους θεόρατους, χοντρά δοκάρια και βαρειές αμπάρες, και μες στην πόλη περιορίστηκαν οι Τρωαδίτες. […] (Από τον πρόλογο της έκδοσης)
Νατσούο Κιρίνο
Η περιπλοκότητα της παρένθετης μητρότητας μέσα από τον φακό των τάξεων στη σύγχρονη Ιαπωνία. Η Ρίκι έφυγε από τη βαρετή γενέτειρά της στο Χοκάιντο αναζητώντας μια καλύτερη ζωή στο Τόκιο. Όμως στη μεγάλη πόλη μόλις που τα βγάζει πέρα. Κάθε μέρα τρώει μεσημέρι βράδυ το ίδιο γεύμα: ένα βραστό αυγό που δεν κοστίζει και πολύ. Έτσι, όταν η φίλη της ανακαλύπτει ένα πρακτορείο που προσφέρει ένα παχυλό ποσό για δωρεά ωαρίων, αρπάζουν και οι δύο την ευκαιρία για μια συνέντευξη. Από την άλλη, η Γιούκο και ο Μοτόι προσπαθούν εδώ και χρόνια να αποκτήσουν παιδί. Δοκίμασαν σχεδόν κάθε διαθέσιμη επιλογή, αλλά μάταια – μέχρι που ο Μοτόι ανακαλύπτει ότι, παρόλο που η παρένθετη μητρότητα είναι παράνομη στην Ιαπωνία, υπάρχει μια εταιρεία που έχει βρει ένα παραθυράκι. Ταξικές διαφορές, εξουσία, έλεγχος πάνω στο σώμα του άλλου. Η γραφή της Kirino ξηλώνει σιγά σιγά τις ραφές της κοινωνίας, επαναξιολογώντας την αντίληψή μας για τη μητρότητα, την αυτοεκτίμηση, τη σωματική αυτονομία και την κοινωνική τάξη. Τι σημαίνει να έχεις τον έλεγχο; Και τελικά μπορεί πράγματι το χρήμα να αγοράσει την ευτυχία; Η περιπλοκότητα της παρένθετης μητρότητας μέσα από τον φακό των τάξεων στη σύγχρονη Iαπωνία. (Από τον εκδότη)




