Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης
Ροκ ποιητής, αντισυμβατικός, γνήσιος, αυτοκαταστροφικός, ρομαντικός επαναστάτης, εμβληματική φιγούρα της μεταπολιτευτικής γενιάς, περιθωριακός με συνείδηση, χαρισματικός ερμηνευτής. «Εν κατακλείδι», ο Παύλος Σιδηρόπουλος [1948-1990] έφυγε νωρίς, άφησε όμως πίσω του κάτι απόλυτα διαχρονικό: τραγούδια που μοιάζουν με εξομολογήσεις και σιωπές που ακόμα ηχούν.
Τα λόγια για να περιγράψει κανείς την μορφή του Παύλου Σιδηρόπουλου είναι περιττά. Ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής με το διαχρονικό έργο του να παίζει σε λούπα μέχρι και σήμερα. Μια βιογραφία που μόνο η τέχνη των κόμικς θα μπορούσε να αποδώσει με τέτοια ζωντάνια, μέσα από το πενάκι του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη και το ονειρικό σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου.
Ένα κόμικς για τον Πρίγκιπα της ελληνικής ροκ που δεν έζησε για να σωθεί, αλλά έζησε για να αισθανθεί μέχρι τέλους. Ένα έργο που αποτυπώνει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, το φως και το σκοτάδι ενός αλήτη διανοούμενου που λογοκρίθηκε και η μεγαλύτερη εκτίμηση ήρθε μεταθάνατον. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Αγγελάκας στην εισαγωγή του: «Ο Χρόνος βάζει τα πράγματα, τις αξίες και τα πρόσωπα στη θέση τους και όλοι πια ξέρουμε πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έχει τον Χρόνο με το μέρος του.»
Δείτε εδώ το αποκλειστικό trailer αφιερωμένο στην έκδοση.
Όμηρος
Πρόκειται για την οριστική μορφή της μετάφρασης του ομηρικού έπους από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη. Η πολύχρονη αυτή μεταφραστική περιπλάνηση ξεκίνησε το 1977 με μια πρώιμη, δειγματοληπτική δοκιμή που εμφανίστηκε στο περιοδικό Τέχνη. Έντεκα χρόνια μετά, το 1988, απαγγέλλεται ολόκληρη η πέμπτη ραψωδία στο Φεστιβάλ της Πάτρας. Το ταξίδι θα συνεχιστεί με τη συστηματική μετάφραση του έργου από το 1990 ως το 2001, και καταλήγει σήμερα στον νόστο, στην επιστροφή στη γενέθλια πόλη, τη Θεσσαλονίκη, και στους κόλπους της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της, βρίσκοντας φιλόξενη υποδοχή στην καλαίσθητη μονότομη έκδοση του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών.
Το κείμενο της μετάφρασης προσφέρεται αυτονομημένο από το πρωτότυπο και τα Επιλεγόμενα, διορθωμένο, και σε μονοτονικό σύστημα. Όταν αντικείμενο της μετάφρασης είναι ένα θεμελιακό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και υποκείμενό της ένας δάσκαλος με διπλό εξοπλισμό, φιλολογικό και ποιητικό, με μόνιμο προβληματισμό για τα ομηρικά θέματα και με προσφορά θεωρητική και πρακτική στον χώρο της ενδογλωσσικής μετάφρασης, αυτόματα πλαταίνει και βαθαίνει το ενδιαφέρον τόσο για τη μεταφραστική προσπάθεια όσο και για το τελικό της προϊόν. Η μεταφρασιμότητα των αρχαίων κειμένων, ο χαρακτήρας και ο προσανατολισμός των μεταφραστικών δοκιμών, ιδιαίτερα των ενδογλωσσικών, η απόδοση του αφηγηματικού ειρμού και ρυθμού, η αποφόρτιση του κειμένου από την έντονη παρουσία του μεταφραστή, θεωρητικά διλήμματα, άλλα πλαστά και άλλα πραγματικά, αντιμετωπίζονται στην πράξη. Το αρχαίο κείμενο αφυπνίζεται. Όπως σημειώνει στον Πρόλογό του ο μεταφραστής: “Όποιος διαβάζει με προσοχή την Οδύσσεια αισθάνεται τη μεγάλη απόσταση χώρου και χρόνου από το κείμενό της. Παρά ταύτα, σιγά σιγά αναδύεται η συναίσθηση ότι το ποίημα, ταξιδεύοντας, έρχεται και φεύγει, πλησιάζει και απομακρύνεται, χαμογελώντας άλλοτε με συμπάθεια και άλλοτε με ειρωνεία. Κι αυτό το πήγαινε-έλα καταλήγει σε μια παράξενη φιλοξενία.”
Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης ήταν ένας από τους κορυφαίους Νεοέλληνες φιλoλόγους, και διετέλεσε καθηγητής στο Α.Π.Θ. και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου.
Τζόναθαν Κόου
Η Μαρία είναι μια νεαρή γυναίκα που ζει στα περίχωρα του Μπέρμιγχαμ. Αδιάφορη από επιλογή και αναποφάσιστη από τη φύση της, θεωρεί πως γίνεται πολύς θόρυβος για το τίποτα. Δεν επέλεξε να γεννηθεί, ούτε να γίνει αυτό που είναι. Δεν επέλεξε τους ανθρώπους που θα συναντούσε: εγωμανείς, κλεπτομανείς, παρανοϊκούς, φανατικούς θρησκευόμενους, και, τον χειρότερο απ’ όλους, τον μελλοντικό της σύζυγο, τον Μάρτιν.
Ξαφνικά αρχίζει να νιώθει σαν κάποιος να την έχει τοποθετήσει στον κεντρικό ρόλο μιας θλιβερής και κάπως σκληρής μικρής κωμωδίας. Δοκιμάζει όλους τους συνηθισμένους τρόπους για να γεμίσει τον χρόνο της, όπως της έχουν μάθει –μαγειρεύει, βρίσκει δουλειά, γίνεται μητέρα–, όμως η απογοήτευσή της μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Μόνο ο γάτος της, με την ήρεμη αδιαφορία του, της γεννά την ιδέα ότι ίσως μια μορφή ευτυχίας είναι εφικτή. Αλλά πώς μπορεί να είναι κανείς ευτυχισμένος όταν η ζωή του μοιάζει με διαδοχή από ατυχήματα, από συμπτώσεις…
Θα καταφέρει ποτέ να πάρει τον έλεγχο της ζωής της ή η ιστορία της είναι καταδικασμένη να τελειώσει όπως άρχισε – κατά τύχη; Τι επιφυλάσσει η μοίρα στη γυναίκα των συμπτώσεων;
Το πρώτο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου, Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων, περιγράφει τη ζοφερή ιστορία της Μαρίας και των διαψεύσεών της. Με σταθερή πρόθεση τη διαύγεια και την απομυθοποίηση, ο συγγραφέας προχωρά σε μια κατεδάφιση των καθιερωμένων αντιλήψεων περί ευτυχίας, υπονομεύοντας με λεπτή ειρωνεία ό,τι θεωρείται αυτονόητο στην κοινωνική ζωή.

