Showing all 2 results

Μιχάλης Αλμπάτης

Ελληνική λογοτεχνία

Η νόσος των ουρητηρίων

Μιχάλης Αλμπάτης

Ένας μυστηριώδης ιός, εκκινώντας από ένα ταπεινό δημόσιο ουρητήριο των Αθηνών, θέτει ολόκληρο τον πλανήτη υπό την εξουσία του. Πρόκειται για έναν ιό – αναμορφωτή, που μετατρέπει τους ανθρώπους, όλους, σε καλλιτέχνες. Η έμπνευση, η έκφραση, το κάλλος, είναι τα νέα ιδανικά που την ανθρωπότητα κινούν? οι πόλεμοι κατασιγάζουν, η δίψα για χρήμα και εξουσία ξεθυμαίνει, οι πολιτικοί και θρησκευτικοί φανατισμοί εξασθενούν, και δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι το ανθρώπινο είδος εισέρχεται για πρώτη του φορά σε έναν πραγματικά Χρυσό Αιώνα. Τα πράγματα ωστόσο δεν θα μπορούσαν να είναι τόσο απλά, καθώς αυτή η γλυκιά αρρώστια, που όλοι αντιμετωπίζουν σαν ευλογία, δεν είχε φανερώσει ακόμα όλα της τα χαρτιά…

Ένα βιβλίο που ξεκίνησε σαν νουβέλα αλλά κατέληξε μυθιστόρημα, ένα βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί είτε με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλον. «Αυτή η αλλαγή οπτικής μετέβαλε άρδην τη στάση του απέναντι στους Καλλιτέχνες. Ένιωθε οίκτο για αυτούς, τον ίδιο οίκτο που και για τον εαυτό του άρχισε να νιώθει, γιατί κατάλαβε ότι και ο ίδιος υπήρξε άρρωστος, βαθιά, πριν ακόμα ο ιός κάνει την εμφάνισή του? κατάλαβε ότι κάθε καλλιτέχνης δεν είναι άλλο από ένας ασθενής που μέσα στην ίδια την έξαρση των συμπτωμάτων του αναζητεί ματαίως τη γιατρειά του, κι ήταν σίγουρος πια πως, όσο κι αν αξίζανε κάποια από τα έργα της Τέχνης έναν θαυμασμό απεριόριστο, στους ίδιους τους καλλιτέχνες άρμοζε μόνο με το στεφάνι της λύπησης, το καμωμένο από άχυρο, να στεφανωθούνε.»

21.00

Μιχάλης Αλμπάτης

Αρχές της δεκαετίας του 1950, σ’ ένα χωριό της Κρητικής ενδοχώρας, ένα νεαρό αγόρι ανακαλύπτει, στην κηδεία κάποιου συγγενή του, πως έχει την ικανότητα να ακούει τις σκέψεις των νεκρών. Κανείς δεν τον πιστεύει αρχικά, όταν όμως αποδεικνύει δημόσια το αληθές των ισχυρισμών του, ένας θείος του, συνειδητοποιώντας τις δυνατότητες οικονομικής εκμετάλλευσης που ανοίγονται μπροστά τους, τον πείθει να φύγουν απ’ το χωριό και ν’ αρχίσουν να περιοδεύουν στα χωριά του κάμπου προσφέροντας τις υπηρεσίες τους σαν “διερμηνείς των πεθαμένων”.

Από χωριό σε χωριό κι από κηδεία σε κηδεία, κάθε νεκρός διηγείται την δική του ιστορία, φανερώνει τα δικά του μυστικά και δίνει τις δικές του απαντήσεις στον γρίφο της ύπαρξης· μόνο που οι νεκροί λένε πάντα την αλήθεια, και οι ζωντανοί δεν θέλουνε αλήθειες να ακούσουν…

“Η επομένη ήταν Κυριακή και, όπως έκαναν πάντα, είχαν κινήσει πρωί πρωί με τη μητέρα του και την αδερφή του για την εκκλησιά. Φυσικά, τα χθεσινά γεγονότα στην κηδεία της γρια-Ξώφαινας είχαν διαδοθεί από στόμα σε στόμα και αποτελούσαν το κύριο θέμα συζήτησης σ’ ολόκληρο το χωριό. Στον δρόμο για τον Αϊ-Γιώργη, αλλά και μέσα στην εκκλησιά, όταν άναψε το κερί κι έπειτα που στάθηκε μπροστά απ’ το ιερό μαζί με τους άλλους άντρες, τα βλέμματα όλων στρέφονταν επάνω του δίχως ίχνος κοροϊδίας πια, αλλά φορτισμένα με ανησυχία, δέος ή φόβο, ενώ τα χείλη τους ψιθύριζαν την ώρα που από μπροστά τους περνούσε: “Μιλάει με τους νεκρούς!”, “Ακούει τους πεθαμένους!”.

18.00