Showing all 2 results

Σαντιάγκο Γκαμπόα

Ξένη λογοτεχνία

Νυχτερινές Ικεσίες

Σαντιάγκο Γκαμπόα

Προφυλακισμένος στην Μπανγκόκ με την κατηγορία της διακίνησης ναρκωτικών, ο Μανουέλ Μανρίκε, Κολομβιανός φοιτητής φιλοσοφίας, κινδυνεύει να καταδικαστεί σε θάνατο. Εμπιστεύεται την ιστορία του στον πρόξενο της Κολομβίας στο Νέο Δελχί, τον μόνο άνθρωπο που δείχνει να τον ακούει. Μέσα από αυτή την εξομολόγηση ξετυλίγεται η μοναχική του ζωή, η φυγή του από μια αβάσταχτη καθημερινότητα με όχημα τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, μα πάνω απ’ όλα, ξετυλίγεται το μακρύ ταξίδι που έχει κάνει για να ξαναβρεί την αδερφή του Χουάνα.

Η Χουάνα έχει εξαφανιστεί εδώ και τέσσερα χρόνια. Αναζητώντας τη βρέθηκε στην Μπανγκόκ ο Μανουέλ, πηγαίνοντας για το Τόκιο, όπου έχει μάθει ότι ζει, μπλεγμένη σε ένα κύκλωμα πορνείας. Όσα αγνοεί ο Μανουέλ, θα τα αφηγηθεί η ίδια η Χουάνα, ενώ ο πρόξενος, συγκλονισμένος από την ιστορία τους, θα κάνει τα πάντα για να ξαναενώσει τα δύο αδέρφια.

Από την Μπογκοτά ως το Τόκιο και από το Νέο Δελχί ως την Τεχεράνη, ο συγγραφέας μάς οδηγεί σε έναν κόσμο όπου η αγάπη, η βία, η μοναξιά και η ενοχή συνυπάρχουν. Ένα μυθιστόρημα για την Κολομβία στη βαριά σκιά των ναρκωτικών και των παραστρατιωτικών οργανώσεων, για τους μοναχικούς μέσα στις μεγάλες μητροπόλεις του κόσμου, μα πάνω απ’ όλα για την αγάπη.

17.70

Ξένη λογοτεχνία

Η νύχτα θα είναι μεγάλη

Σαντιάγκο Γκαμπόα

Ένα μικρό κομβόι αυτοκινήτων πέφτει σε ένοπλη ενέδρα σ’ έναν αγροτικό δρόμο στην επαρχία της Κάουκα.
Ο μόνος μάρτυρας του μακελειού είναι ένα νεαρό αγόρι.

Λίγο αργότερα στο σημείο της σύγκρουσης όλα τα ίχνη έχουν εξαφανιστεί – από τα χτυπημένα αυτοκίνητα και τα πτώματα μέχρι τον τελευταίο κάλυκα.
Είναι λες και τίποτε δεν συνέβη ποτέ εκεί.

Μια ανώνυμη καταγγελία γίνεται αιτία να ξεκινήσει η έρευνα.
Ένας εισαγγελέας, μια τολμηρή δημοσιογράφος και η βοηθός της αναζητούν με κάθε κόστος την αλήθεια.
Αλλά κανένα στόμα δεν ανοίγει και σ’ αυτή την περιοχή, ένα από τα μεγαλύτερα «θερμοκήπια βίας» στην Κολομβία, οι δράστες θα μπορούσαν να είναι πολλοί: αντιφρονούντες, συμμορίες, ο στρατός.
Ή ίσως οι εκκλησίες, που ανταγωνίζονται λυσσαλέα για την επικράτηση στη σημερινή Κολομβία…

Ένα τραχύ και αιφνιδιαστικό θρίλερ, που αποτυπώνει με ακρίβεια μια χώρα όπου η βία, η διαφθορά και η απελπισία παίρνουν κάθε μέρα νέα, όλο και πιο απροσδόκητη μορφή…

Θυμάμαι που σκέφτηκα: αυτή η κωλοχώρα στην οποία είχα την ατυχία να γεννηθώ είναι ένα πεδίο εκτελέσεων, μια αίθουσα βασανιστηρίων, μια μηχανική πρέσα που ξεκοιλιάζει τους αγρότες, τους αυτόχθονες, τους μιγάδες και τους μαύρους.
Δηλαδή τους φτωχούς. Οι πλούσιοι, αντίθετα, είναι θεοί γιατί έτσι.
Κληρονομούν περιουσίες και επώνυμα, δεν δίνουν δεκάρα για τη χώρα και την απαξιώνουν.
Πίσω από τα κομψά ονοματεπώνυμα, τι υπάρχει; Ένας απατεώνας προπάππους, ένας δολοφόνος προ-προπάππους.
Ληστές των πόρων και της γης. Τότε πήρα την απόφαση: θα τους γαζώσω αυτούς τους μπάσταρδους με σφαίρες, είναι το μόνο που φοβούνται και σέβονται, το μόνο που ακούν. Σφαίρες που τρυπάνε το κορμί, για να μάθουν.

15.93