Βλέπετε 1–15 από 491 αποτελέσματα

Βιβλία που διαβάσαμε πρόσφατα

Φώντας Λάδης

Είναι δυνατόν μια σειρά πολιτικών τραγουδιών, όπως είναι τα «Γράμματα από τη Γερμανία» – να είναι επίκαιρα, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, μετά από πενήντα ολόκληρα χρόνια; Ο αναγνώστης των στίχων και, κυρίως, ο ακροατής των τραγουδιών, ας κρίνει. Ο παλιός και ο καινούριος. Και εκείνος που τα υποδέχτηκε πριν από πέντε δεκαετίες και ταυτίστηκε μαζί τους, και αυτός που τα πρωτοακούει.

Είναι δυνατόν τα πολιτικά γεγονότα να επαναλαμβάνονται, οι κοινωνικές καταστάσεις να μοιάζουν, να επιμηκύνονται ή να μένουν αναλλοίωτες τόσο πολύ στον χρόνο, ώστε ο ακροατής να βλέπει σε τραγούδια που γράφτηκαν πριν από τόσες δεκαετίες, συνθήκες και συμπεριφορές που είναι σημερινές;

Ας διαβάσει και ας ακούσει άλλη μια φορά αυτά τα τραγούδια ο παλιός και ο σημερινός ακροατής, και ας απαντήσει μόνος του σε αυτά τα ερωτήματα. Ας βρει τις αντιστοιχίες, τις ομοιότητες, τις αναλογίες και ας συγκρίνει τα αισθήματα και την ιδεολογία του με όσα λένε τα τραγούδια, από τη μια, και με όσα συμβαίνουν γύρω του, από την άλλη.

Υπάρχουν μέσα σε αυτή τη σειρά τραγουδιών, καταστάσεις που σίγουρα σε τίποτα δεν άλλαξαν. Μήπως και σήμερα δεν «βγαίνει η ζωή μας στο σφυρί σε Αμερική και Ευρώπη»;

Υπάρχουν τραγούδια που σκιτσάρουν τύπους του ελληνικού ακροδεξιού παρακράτους, που καταπίεζαν στη δεκαετία του ‘60 τους Έλληνες εργάτες στη Γερμανία. Θα βρείτε τέτοιους τύπους και σήμερα να στρογγυλοκάθονται στα πίσω πίσω έδρανα της ελληνικής Βουλής. Επίσης υπάρχουν τραγούδια που προειδοποιούν από τα βάθη μισού αιώνα για τον εκκολαπτόμενο νεοναζισμό στη Γερμανία και άλλα που ειρωνεύονται τις αντιφάσεις αλλά και τις επεκτατικές τάσεις του ΝΑΤΟ σε βάρος της τότε Σοβιετικής Ένωσης. Και εδώ οι αναγωγές με το σήμερα είναι εύκολες.

Κάποια τραγούδια, στη συνέχεια, παρακολουθούν τους μετανάστες στην καθημερινότητα τους, στη δουλειά και στη σχόλη. Τέλος, κάποια άλλα αναφέρονται στην έμφυτη τάση της εργατικής τάξης να βρίσκει τους συμμάχους της και να εντοπίζει τους εχθρούς της. Και, προς ενόχλησιν κάποιων, να δίνει τα χέρια και να συσπειρώνεται μαχητικά πάνω από εθνικές και θρησκευτικές διαφορές.

Μακάρι πάντως να φτάσει σύντομα η εποχή που το περιεχόμενο τραγουδιών, όπως τα «Γράμματα από τη Γερμανία», να γίνει ανεπίκαιρο.
Φώντας Λάδης

15.90

Ξένη λογοτεχνία

Σάρκα

Ντέιβιντ Σόλοϊ

Ένα αγόρι που αποξενώνεται. Ένας άντρας που αγωνίζεται να ανήκει. Μια ζωή που εκτροχιάζεται από την απρόβλεπτη δύναμη της μοίρας.

Ο Ίστβαν μεγαλώνει στην Ουγγαρία, ντροπαλός και απομονωμένος, ξένος ανάμεσα στους συνομηλίκους του και στη μητέρα του. Μια σειρά γεγονότων τον απομακρύνει από την παιδική του ηλικία και τον εαυτό του, οδηγώντας τον σε μια ζωή καθορισμένη από την καλοσύνη –ή την ιδιοτέλεια– των αγνώστων. Καθώς τα χρόνια περνούν, ο Ίστβαν παλεύει να βρει τη θέση του σε έναν κόσμο που αλλάζει, σημαδεμένος από τραύματα που δεν έχουν επουλωθεί και από ρόλους που δεν επέλεξε.

Το ΣΑΡΚΑ είναι ένα συγκλονιστικό πορτρέτο ενός άντρα σε σύγκρουση με τον εαυτό του και την εποχή του. Με ύφος λιτό αλλά βαθιά συναισθηματικό, το μυθιστόρημα χαρτογραφεί τις λεπτές γραμμές της απώλειας, της αποξένωσης και της ελπίδας, μέσα σε μια Ευρώπη που μεταμορφώνεται. Ένα έργο για την ανθρώπινη ανθεκτικότητα, την εύθραυστη ταυτότητα και την αδιάκοπη αναζήτηση του ανήκειν.

Ο εξαιρετικά χαρισματικός Ντέιβιντ Σόλοϊ προσφέρει ακατέργαστες σκηνές από μια μοναχική ζωή που ξεκινά από το τίποτα και φτάνει στην επιτυχία… Η απλότητά του είναι, όπως του Χέμινγουεϊ, ουσιαστική και επιδραστική.
—The New York Times Book Review

Σε υπνωτίζει… Παρακολουθούμε τον Ίστβαν να κινείται στον κόσμο σαν ένα μισοάγριο ζώο, ανήμπορος απέναντι στα ένστικτά του, τρομακτικός και ταυτόχρονα παράξενα αξιολύπητος.
—Wall Street Journal

16.60

Ξένη λογοτεχνία

Ο θάνατος στη Βενετία

Τόμας Μαν

Ο καταξιωμένος συγγραφέας Γουσταύος φον Άσενμπαχ ταξιδεύει στη Βενετία, όπου θα συναντήσει έναν έφηβο ίδιο άγγελο, τον Τάτζιο, που διαμένει με την οικογένειά του στο ίδιο ξενοδοχείο. Ο Άσενμπαχ αποκτά μια εμμονή μαζί του. Έρωτας; Πόθος; Επιθυμία για το άπιαστο, για το ιδανικό, την ιδεώδη, πλατωνική ομορφιά που φαίνεται να ενσαρκώνει ο Τάτζιο, στο πρόσωπο και στη μορφή του οποίου ο Άσενμπαχ νιώθει να δικαιώνεται ο προσωπικός του αγώνας για το Ωραίο; Την ίδια στιγμή, μια ακαθόριστη επιδημία πλανιέται πάνω από την υγρή, ζεστή Βενετία την οποία οι Αρχές ραντίζουν με απολυμαντικό. Ο Άσενμπαχ αρνείται να εγκαταλείψει την άρρωστη, θέλοντας μόνο να κοιτά ως το τέλος αυτόν τον άγγελο της ομορφιάς.
Στοχαστική αλλά και γεμάτη πάθος, η νουβέλα αυτή του Τόμας Μαν έχει περάσει στη σφαίρα του θρύλου για την τόσο γλαφυρή αποτύπωση της ανεκπλήρωτης ερωτικής επιθυμίας, για την εναγώνια αναζήτηση της ομορφιάς στη ζωή, για την τόσο δραστική συγχώνευση πλοκής και εσωτερικής περιπέτειας. Με γραφή που στιγμές φέρει τη δυναμική του θρησκευτικού οράματος, Ο θάνατος στη Βενετία είναι ακόμα μια πυκνή σπουδή πάνω στη φθορά και στον αέναο, αθόρυβο εναγκαλισμό ζωής και θανάτου.

Στην παρούσα έκδοση περιλαμβάνονται ένα δοκίμιο του Χέρμαν Κούρτσκε πάνω στη διαχρονική σημασία του έργου, καθώς και δύο κείμενα αναφορικά με τη διάσημη κινηματογραφική μεταφορά του έργου από τον Λουκίνο Βισκόντι και τον συσχετισμό του με τον Γκούσταφ Μάλερ, ως συνθέτη αλλά και ως προσωπικό φίλο του συγγραφέα, το πρώτο της μεταφράστριας Μαρίας Τοπάλη και το δεύτερο του υπεύθυνου σειράς Ηλία Μαγκλίνη.

9.90

Ξένη λογοτεχνία

Τόνιο Κραίγκερ

Τόμας Μαν

Από παιδί ο Τόνιο Κραίγκερ ξέρει ότι είναι διαφορετικός. Ξέρει πως, όσο και να το θέλει, δεν ανήκει στον νοικοκυρεμένο και ευπρεπή κόσμο του αξιοσέβαστου πατέρα του, ούτε στον χαρούμενο και φωτεινό κόσμο των συμμαθητών του που αγαπούν τις χοροεσπερίδες και τα εικονογραφημένα βιβλία με τα άλογα. Μεγαλώνοντας, θα υπακούσει στο σκοτεινό κάλεσμα της τέχνης και της απομόνωσης που αυτή απαιτεί. Ωστόσο, η μελαγχολική λαχτάρα του για την απλή, τίμια κι αβασάνιστη ζωή του αστού θα συνεχίσει να καίει μέσα του. Και κάπου εκεί, στο χάσμα ανάμεσα στους δύο κόσμους, θα γεννηθεί η δημιουργία.

Θαυμάζω τους περήφανους και τους ψυχρούς, αυτούς που τολμούν να πλανηθούν στα μονοπάτια της μεγάλης, της δαιμονικής ομορφιάς, περιφρονώντας τον «άνθρωπο», αλλά δεν τους ζηλεύω. Γιατί αν υπάρχει κάτι ικανό να μεταμορφώσει έναν λόγιο σε ποιητή, είναι ακριβώς αυτή η τόσο αστική αγάπη μου για καθετί ανθρώπινο, ζωντανό και συνηθισμένο. Η ζεστασιά, η καλοσύνη, το χιούμορ απ’ αυτήν την αγάπη πηγάζουν, και μου φαίνεται μάλιστα πως ίσως αυτή είναι η αγάπη που, κατά τας Γραφάς, ακόμα κι αν μιλάς όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, χωρίς αυτήν δεν είσαι παρά χαλκός ηχών και κύμβαλον αλαλάζον.

14.00

Ελληνική λογοτεχνία

Το χρονικό μιας διαβολούπολης

Σοφία Αυγερινού

Όταν ο περιπλανώμενος θίασος της Σιμύρνας εγκαθίσταται στη φιλήσυχη Αγαθούπολη, κανείς δεν φαντάζεται τις ανατροπές που θα προκύψουν από τη συνύπαρξη των αχαλίνωτων καλλιτεχνών με τους νομοταγείς πολίτες. Και ποιος θα μπορέσει να αντισταθεί στους πειρασμούς της απόλυτης ελευθερίας και της υποκριτικής αγαθότητας; Μια θεατρική παράσταση παρασύρει το πλήθος σε πρωτοφανείς βιαιότητες, ένα στυγερό έγκλημα οδηγεί την πόλη στο χάος, οι άδολες ψυχές παραπαίουν και το πεπρωμένο περιφέρεται παντοδύναμο και ανίσχυρο ανάμεσα στα παραπήγματα της Διαβολούπολης των θεατρίνων και των τρελών – στο Κουκούι. «Πόσες, πόσες ζωές μπορώ να ζήσω, πείτε μου, σύντροφοι. Πείτε μου, κι εγώ θα τις ζήσω τριπλές! Γλυκός, ζεστός ο ήλιος πάνω στο κορμί, ο άνεμος δύναμη μες στα μαλλιά μου, πικρό και μαλακό το σκοτάδι του έρωτα και λίγη η χαρά. Λίγη. Πάρε με, ήλιε, τι προσμένεις; Τι κι αν πλησιάζει ο θερισμός, πάρε με συ και κάνε με αφρό και κάνε με γλάρο. Μεγάλος ο εχθρός σαν τον κοιτάς από τ’ αμπάρι μέσα στην καταχθόνια νυχτιά, μα φίλος γίνεται ψηλά στ’ άρμενα σαν κρεμιέσαι. Πήγαινε συ σαν μαύρο βέλος, αγαπημένη, και άσε με στο στόχαστρο των άστρων να γελώ!» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

13.19

Ελληνική λογοτεχνία

Ο άλλος Λάζαρος

Σοφία Αυγερινού

Ο Λάζαρος είναι ένας άνθρωπος φτωχός και αθώος. Τόσο αθώος που χάνει δουλειά και σπίτι και περιφέρεται άστεγος με τη γυναίκα του, έχοντας δώσει την έφηβη κόρη του ως αντάλλαγμα για τα χρέη που τον πνίγουν. Τόσο φτωχός που δεν μπορεί ούτε να διαμαρτυρηθεί για τις συμφορές και τις αδικίες. Μόνο σωπαίνει. Μέχρι που του δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία να μιλήσει, να εκδικηθεί, να διεκδικήσει. Μια δεύτερη ζωή. Και μια τρίτη. Πόσο χρειάζεται ένας άνθρωπος για να βρει τη φωνή που έχει χάσει; “Ο τελώνης του παρέδωσε δυο-τρία χαρτιά με υπογραφές και σφραγίδες. Διαταγή πληρωμής. Κατάσχεση. Τρεις μέρες προθεσμία. Έστεκε όρθιος και παρίστανε πως διάβαζε κάτι χθεσινές εφημερίδες. Ο πλούσιος είχε καρφώσει τα μάτια στην πόρτα και περίμενε. Ο Λάζαρος ήξερε τι περίμενε και ήξερε επίσης πως έπρεπε κανονικά να τον πετάξει έξω. Ωστόσο αποφάσισε να δει πού θα πήγαινε το πράγμα. Όταν ήταν ώρα για μεγάλες αποφάσεις, ο Λάζαρος το έσκαγε από την πίσω πόρτα και άφηνε κάποιον άλλο Λάζαρο να παρακολουθεί στη θέση του”. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

14.40

Ελληνική λογοτεχνία

Τρεις κόρες

Σοφία Αυγερινού

Μπορούμε να γυρίσουμε πίσω το ρολόι, σ’ εκείνη τη στιγμή που διαπράξαμε το θεμελιώδες λάθος; Είναι η ζωή κύκλος αιώνιας επανάληψης, ή μοναδική παράσταση χωρίς σενάριο και χωρίς πρόβα; Τρεις κόρες χαμένες, η Αρετή, η Σιράν, η Ευρυδίκη. Τρεις και μυριάδες αποχωρισμοί, και το αβέβαιο χώμα της πατρίδας. Ένας διευθυντής μουσείου αναγκάζεται να θάψει τα αρχαία αγάλματα, και ο Νικόλας, άνεργος και ανέστιος στα σαράντα, αποφασίζει να πραγματοποιήσει το ταξίδι με το τρένο από το Βελιγράδι μέχρι το Βερολίνο, αυτό που δεν είχε τολμήσει στα είκοσι. Ανακαλύπτει από την αρχή το νόημα του οικείου και του ξένου, και συναντά, χωρίς ποτέ να το μάθει, το παρελθόν του, σε μια περιπλάνηση που κάνει τον ξενιτεμό να μοιάζει γυρισμός. “…για δες, πάντα χαμένοι οι Έλληνες, αναγκασμένοι να σκύβουν κάτω, να γυρνάνε πίσω, κάτω στη γη τους, πίσω στους γονιούς τους, πίσω στα παιδιά τους, οι Έλληνες είναι δεμένοι με κάτι από τα παλιά, και την ελευθερία τη βλέπουν σαν επανάληψη του αρχαίου μεγαλείου, της μητρικής αγκαλιάς, της ανοιχτής θάλασσας που τους καταπίνει στο τέλος και τους αποθέτει στον βυθό της ιστορίας, εκεί όπου αισθάνονται σαν στο σπίτι τους, παρέα με σκουριασμένες περικεφαλαίες και σπασμένα κιονόκρανα, πρασινισμένα από την υγρασία…” (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

14.90

Ελληνική λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις

Σοφία Αυγερινού

Οι τακτικές επισκέψεις της αφηγήτριας στο σπίτι των τυφλών συγγενών της μετατρέπονται σε εναγώνιες προσπάθειες να σώσει τον γιο τους από την ψυχική κατάρρευση, όταν εκείνος αρχίζει να σημειώνει ανύπαρκτες λέξεις σε χαρτάκια και να τα κολλάει παντού μέσα στο διαμέρισμα. Η προσπάθειά του να θυμηθεί κάποια λέξη από τα όνειρά του, μια λέξη που «θα του αλλάξει τη ζωή», θα οδηγήσει εκείνον και την εξαδέλφη του στο σκοτάδι του άρρητου, στη γιατρειά της γραφής και σε μια πορεία αυτογνωσίας, όπου η σιωπή, οι λέξεις και οι ήχοι συνενώνονται και γίνονται γέφυρα για μια πιθανή λύτρωση. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

14.00

Τζούλι Άκερμαν

Ακραία ποπ για ακραίους καιρούς. Τι συμβαίνει όταν η ποπ μουσική τρελαίνεται; Όταν οι φωνές γίνονται τσιριχτές, τα synths εκρήγνυνται και το γλυκό περιτύλιγμα του καπιταλισμού σπάει σε χίλια κομμάτια; Η απάντηση είναι η hyperpop – ένα μουσικό κίνημα που γεννήθηκε στο Λονδίνο με την PC Music και την SOPHIE, και αναγεννήθηκε στις ΗΠΑ με τους 100 gecs, για να κατακτήσει το διαδίκτυο και να ανατρέψει τα πάντα. Το Hyperpop: Η μουσική του ψηφιακού καπιταλισμού εξερευνά την hyperpop ως πολιτισμικό φαινόμενο της εποχής μας: μια μουσική που αγκαλιάζει την τεχνητότητα, τα simulacra και την υπερ-εμπορευματοποίηση, όχι για να τα χλευάσει, αλλά για να βρει μέσα τους χώρο για ειλικρινή έκφραση. Από τον «καρτούν καπιταλισμό» μέχρι τη queer ευαισθησία, από τις παραμορφωμένες baby voices μέχρι τα πλαστικά εξώφυλλα, η hyperpop αποκαλύπτει τα χάσματα του σύγχρονου κόσμου – την απόσταση ανάμεσα στη γυαλιστερή επιφάνεια και τη σκοτεινή πραγματικότητα, ανάμεσα στην υπόσχεση της ατέλειωτης κατανάλωσης και τη βία της. Μέσα από προσωπικές μαρτυρίες, πολιτισμική κριτική και θεωρητικές αναλύσεις, το βιβλίο της Julie Ackermann χαρτογραφεί μια αισθητική που γεννήθηκε στις διαδικτυακές υποκουλτούρες και εξελίχθηκε σε μια ηχητική πολιτική δήλωση. Μια ποπ που δεν υπόσχεται το μέλλον, αλλά που ζει πλήρως στο εξαντλητικό παρόν. Μια μουσική που ρωτά: Πώς νιώθουμε ζωντανοί μέσα σε έναν θανατερό κόσμο;

14.00

Ξένη λογοτεχνία

Στο night-club των συνειρμών

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

12.72

Φιλοσοφία

Τα εις εαυτόν

Μάρκος Αυρήλιος

Σε μια εποχή κατά την οποία κυριαρχεί το παροδικό, το κυνήγι της δημοσιότητας, ο ατομικισμός και ο καταναλωτισμός, ο Μάρκος Αυρήλιος τα απομυθοποιεί όλα αυτά με το συγκεκριμένο σύγγραμμά του και αναδεικνύει την αξία της εσωτερικής γαλήνης, που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αρετή και τη δικαιοσύνη. Κι ενώ επισημαίνει την αξία της κατανόησης του άλλου και της ανεκτικότητας, δεν υποστηρίζει την παθητικότητα, αλλά την ενεργή στάση που συμβάλλει στη βελτίωση του κόσμου. Στα Εις εαυτόν μπορεί να ανακαλύψει κανείς έναν κώδικα που φτιάχτηκε στο παρελθόν, αλλά μπορεί να ξεκλειδώσει το μέλλον. Ένα μοναδικό ντοκουμέντο που φανερώνει την εσωτερική πάλη ενός ηγέτη να παραμείνει ενάρετος μέσα σε χαώδεις συνθήκες. (Από τον πρόλογο της δημοσιογράφου Βασιλικής Σιούτη)

16.60

Κίμων Θεοδώρου

«Στη Νέα Υόρκη με θεωρούν φρικιό λόγω της ομορφιάς μου, αλλά στην Αθήνα έκανα θραύση. Με ζωγράφισαν. Με σμίλεψαν. Έγραψαν για εμένα και είπαν ότι είμαι μετενσάρκωση του Απόλλωνα!» Paul Swan. The World Magazine, Νέα Υόρκη 1915 Ο Παύλος Σουάν μεγάλωσε στη Νεμπράσκα. Από μικρό παιδί ονειρευόταν την Ελλάδα και τον κόσμο των μύθων της. Όταν ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Αθήνα τα όσα συνέβησαν διαμόρφωσαν την καλλιτεχνική του πορεία καθοριστικά. Θα έλεγε: «Η Ακρόπολη είναι το σπίτι μου». Στις αρχές του 1911 παρουσίασε μια έκθεση ζωγραφικών έργων, στο δωμάτιο της πανσιόν όπου έμενε, στην οδό Σταδίου. Τον παρομοίασαν με τον Απόλλωνα και τον Λόρδο Βύρωνα. Η έκθεση αποτέλεσε προσκύνημα για τον κόσμο των γραμμάτων και των τεχνών εκείνης της εποχής. Πολλοί θαύμασαν τα έργα του και τον ίδιο που, μάλιστα, επιχείρησε να μιλήσει με μια δημιουργική εμμεσότητα περί σεξουαλικότητας. Άλλωστε η σαγήνη του ομοκλασικού ερωτισμού θα πρέπει να συνέβαλε στο να θεωρήσει την Ελλάδα πνευματική του πατρίδα. Η Αθήνα των πολλαπλών ταυτοτήτων τον εμψύχωσε: εκτός από ζωγράφος θα γίνει γλύπτης, χορευτής, ποιητής, ηθοποιός, νάρκισσος και εραστής της εξιδανίκευσης στην τέχνη, εστέτ και έπειτα κοινωνικός οραματιστής, ο «Λεονάρντο ντα Βίντσι της Αμερικής» ή ο «πιο όμορφος άντρας στον κόσμο» σύμφωνα με τις εφημερίδες του καιρού του. Μέχρι που, μερικές δεκαετίες αργότερα, όταν ο αρχέγονα queer πρωταγωνιστής μας είναι πια ηλικιωμένος και λησμονημένος, τον ανακαλύπτει ο Άντι Γούορχολ με αμφιλεγόμενες προθέσεις: η εποχή έχει αλλάξει και η σπίθα της νεωτερικότητας έφτασε στην πυρίτιδα. Η παρούσα μελέτη ακολουθεί βηματισμούς πριν, κατά τη διάρκεια, και μετά από τις αθηναϊκές ημέρες του Σουάν, με κύρια, ωστόσο, επικέντρωση σε αυτές και τον σύγχρονο ορίζοντα υποδοχής, μέσα από πρωτογενή και δευτερογενή έρευνα, ενώ συνάμα διακλαδώνεται σε θέματα φύλου και ιστορίας της τέχνης.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

15.58

Ξένη λογοτεχνία

Συναίνεση

Βανέσα Σπρινγκορά

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος το βιβλίο της Vanessa Springora Συναίνεση (Le Consentement). Η Συναίνεση είναι το πρώτο βιβλίο της Springora που κυκλοφόρησε το 2020 στη Γαλλία προκαλώντας βαθύ κοινωνικό και πολιτισμικό αντίκτυπο αφού πρόκειται για μια μαρτυρία στην οποία η συγγραφέας καταθέτει την εμπειρία της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη στην εφηβεία της από τον διάσημο τότε συγγραφέα Gabriel Matzneff, όταν εκείνη ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών και εκείνος σαράντα εννέα. Το έργο γνώρισε τεράστια εκδοτική επιτυχία, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και συνέβαλε ουσιαστικά στη δημόσια συζήτηση για τη σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων στη Γαλλία, οδηγώντας ακόμη και σε νομοθετικές αλλαγές σχετικά με την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης.

Η Συναίνεση κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος σε μετάφραση του Γιώργου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη, μεταφραστική επιμέλεια της Μιρέλας Διαλετή και επιμέλεια έκδοσης της Ιωάννας Καραμαλή ενώ το εικαστικό εξωφύλλου είναι της Φωτεινής Χαμιδιελή.
***

«Ο Γ. ήξερε να επιλέγει τα θύματά του: νεαρά, ευάλωτα κορίτσια, με απόντες γονείς ή με γονείς που προτιμούσαν να μη βλέπουν. Ήξερε πως δεν θα απειλούσαν τη φήμη του. Από όσο γνωρίζω, καμιά από τις ερωμένες του δεν έχει γράψει βιβλίο για τη “θαυμάσια” σχέση της μαζί του. Ίσως κι αυτό να λέει κάτι.
Σήμερα κάτι έχει αλλάξει. Κι αυτό είναι που ενοχλεί τους άνδρες σαν κι εκείνον: πως, επιτέλους, ήρθε η σειρά των θυμάτων να μιλήσουν.»
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

***

Η Vanessa Springora γεννήθηκε το 1972 στο Παρίσι και είναι Γαλλίδα συγγραφέας, εκδότρια και σκηνοθέτις. Σπούδασε λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και
το 2003 ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της στο Εθνικό Ινστιτούτο Οπτικοακουστικού Υλικού (Institut national de l’audiovisuel), όπου εργάστηκε ως συγγραφέας και σκηνοθέτις. Από το 2006 εντάχθηκε στον εκδοτικό οίκο Éditions Julliard, στον οποίο ανέλαβε αρχικά καθήκοντα βοηθού σύνταξης και το 2019 προήχθη σε διευθύντρια του οίκου.
Η Vanessa Springora θεωρείται σήμερα μία από τις πιο σημαντικές φωνές της σύγχρονης γαλλικής λογοτεχνίας που ανέδειξαν με θάρρος ζητήματα εξουσίας, σιωπής και γυναικείας αυτοδιάθεσης μέσα από την προσωπική τους μαρτυρία.

15.90

Συλλογικό

Το εγκληματικό δυστύχημα στα Τέμπη προκάλεσε το θάνατο 57 ανθρώπων και τον τραυματισμό δεκάδων άλλων. Ήταν το πιο θανατηφόρο σιδηροδρομικό δυστύχημα που έχει συμβεί στην Ελλάδα, απόρροια της συστηματικής υποβάθμισης του σιδηροδρομικού δικτύου. Οι χειρισμοί που ακολουθήθηκαν παγίωσαν την αίσθηση εγκατάλειψης και τα συναισθήματα θυμού απέναντι στην κρατική εξουσία, ανοίγοντας μια αγεφύρωτη απόσταση.

Τα Τέμπη εξελίχθηκαν σε ένα ορόσημο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Απέκτησαν τα χαρακτηριστικά θρυαλλίδας που απεγκλωβίζει τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια για την απαξίωση της ζωής. Το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ταυτίστηκε με τα θύματα και τις οικογένειες των θυμάτων με αποτέλεσμα να στοιχηθεί γύρω από το αίτημα της απονομής δικαιοσύνης και να συμμετάσχει μαζικά στις κινητοποιήσεις, παράγοντας τριγμούς στο πολιτικό σύστημα.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η συλλογική έκδοση προσεγγίζει τα Τέμπη ως συμβάν συμπύκνωσης του ιστορικού χρόνου, και εισφέροντας ερευνητικά δεδομένα σε συνδυασμό μ’ έναν πλουραλισμό αναλύσεων και απόψεων, συμβάλλει σε μια νηφάλια αλλά πολιτικά νοηματοδοτημένη ανατομία της υπόθεσης.

Κείμενα: Χρήστος Αβραμίδης, Βαγγέλης Γκαγκελής, Αντώνης Δημάκης, Μυρτώ Δρούμπαλη, Δημήτρης Ελαφρόπουλος, Κάρολος Ιωσήφ Καβουλάκος, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Αλέξανδρος Λιτσαρδάκης, Ιωάννα Μοσχολίδου, Ιλιρίντα Μουσαράι, Δημήτρης Μπάρκας, Στρατής Μπουρνάζος, Μελίνα Νιράκη, Ιωάννης Ντότσικας, Λευτέρης Παπαγιαννάκης, Νάνσυ Παπαθανασίου, Δημήτρης Παπανικολάου, Δημήτρης Παπανικολόπουλος, Λαμπρινή Παπαφώτη, Γεώργιος Σαμαράς, Νίκος Σμυρναίος, Τέλης Τύμπας, Αντώνης Φάρας, Ξένια Χρυσοχόου.

16.60

Κοινωνιολογία

Μαθαίνοντας στη φυλακή

Αντιγόνη Ευστρατόγλου

Tι σημαίνει να επιστρέφει κανείς στα θρανία ενώ βρίσκεται στη φυλακή και γιατί ονομάζουν οι κρατούμενοι τη φυλακή «μεγάλο σχολείο»; Πόσα πράγματα χαμένα στα ελεύθερα σχολεία ξαναβρίσκουν οι κρατούμενοι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί στα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας των φυλακών και γιατί θα άξιζε να αντιμετωπίζουμε πολύ επιφυλακτικά την ιδέα ότι όπου ανοίγει ένα σχολείο κλείνει μία φυλακή;

Αντλώντας υλικό από μία σπάνια στο είδος της τριετή εθνογραφική μελέτη σε έξι σχολεία ελληνικών φυλακών, το βιβλίο αναδεικνύει άγνωστες όψεις της εκπαίδευσης στη φυλακή, εστιάζοντας όχι τόσο στα οφέλη, όσο στις θεμελιώδεις αντιφάσεις της.

Η συγγραφέας επιλέγει συνειδητά έναν προσωπικό, αναστοχαστικό τόνο, αναδεικνύοντας την πολιτική και ηθική διάσταση της έρευνας και μας καλεί να δούμε με ποιους τρόπους χτίζεται, στην πράξη, σε ένα πεδίο θεμελιωμένο στη δυσπιστία, εμπιστοσύνη.

Αντιπαραβάλλοντας βιογραφικές αφηγήσεις των κρατούμενων μαθητών και περιστατικά από τη σχολική ζωή, με (τα ελάχιστα διαθέσιμα και, εν πολλοίς, αναξιοποίητα) στατιστικά στοιχεία, τη διεθνή βιβλιογραφία και την εγχώρια επικαιρότητα, επιχειρεί να δείξει πώς η φυλακή επιβεβαιώνει όσα έχει ήδη διδάξει η ζωή σε αυτούς που (κατά προτεραιότητα) περιορίζει και γιατί το θέμα μάς αφορά περισσότερο από ποτέ, σε μια περίοδο που η φυλακή απλώνει ώστε να χωρά όλο και περισσότερους, όλο και νεότερους ανθρώπους.

19.33