Βλέπετε 1–12 από 18 αποτελέσματα

Θανάσης Τριαρίδης

15.00

“Κάθε φορά που αρχίζω να μιλάω για το Άουσβιτς (σωστότερα: για το Ολοκαύτωμα που συντομογραφούμε με τη λέξη Άουσβιτς) ξεκινάω με την ίδια μαρτυρία που έρχεται από τον Πρίμο Λέβι. Το φθινόπωρο του 1943 μοιράστηκαν από τις ναζιστικές αρχές κατοχής στον γερμανόφωνο πληθυσμό γύρω από το Άουσβιτς σαράντα χιλιάδες ζευγάρια παιδικά παπούτσια. (Τα παιδικά παπούτσια ήταν έτσι κι αλλιώς δυσεύρετο είδος στον Μεσοπόλεμο, πόσο μάλλον σε περίοδο πολέμου – και γι’ αυτό ήταν πάγια πρακτική τα χρησιμοποιημένα παπούτσια ενός παιδιού που μεγάλωνε να φοριούνται από ένα άλλο.) Προσήλθαν σαράντα χιλιάδες γονείς, γράφτηκαν στη λίστα διάθεσης, πήραν τα παπούτσια για τα παιδιά τους. Κανένας δεν ρώτησε: “Μα από πού ήρθαν τόσα παιδικά παπούτσια;”

Το περιστατικό αυτό δεν είναι μια παράπλευρη ιστορία γύρω από την τραγωδία του Άουσβιτς. Το γεγονός αυτό είναι το Άουσβιτς. Το Άουσβιτς είναι η απουσία της ερώτησης για τα σώματα (τα ζωντανά σώματα, τα παλλόμενα σώματα, τα τρεμάμενα σώματα) που κάποτε φόρεσαν τα παπούτσια. Το Άουσβιτς είναι η απουσία της ερώτησης.

Το βιβλίο αυτό (που συγκεντρώνει κείμενα μιας εικοσαετίας) καταγράφει, μέσα από μια ακολουθία επιχειρημάτων και συνδέσεων, τη βασική ερμηνευτική θέση του Θανάση Τριαρίδη για το Ολοκαύτωμα, αυτήν που δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου. Πως το Άουσβιτς το κάναμε εμείς (η ανέκφραστη πλειοψηφία των κοινωνιών της Δύσης, η σιωπηλή πλειοψηφία) – και θα το ξανακάνουμε εμείς. Πως τα τρένα που ξεκίνησαν για το Άουσβιτς τα φορτώσαμε εμείς – και θα τα ξαναφορτώσουμε εμείς. Πως το παράγγελμα Wstawac το προφέραμε εμείς – και θα το ξαναπροφέρουμε εμείς. Πως την επόμενη φορά, όταν τα θύματα θα είναι χοντροί / αδύνατοι / ξανθοί / μελαχρινοί / μετανάστες / φτωχοί / άρρωστοι / όποιοι άλλοι (πάντοτε “απειλητικά επικίνδυνοι”), εμείς (η κοινωνική πλειοψηφία, η πλειονότητα) θα είμαστε και πάλι οι θύτες.

 

Χάρης Βλαβιανός

7.70

«Στον Καναδά, όταν πηγαίνεις για κολύµπι στα δάση, τα νερά είναι τροµερά παγωµένα. Το ξεκίνηµα ενός βιβλίου λοιπόν είναι κάτι αντίστοιχο. Αναρωτιέσαι: Να µπω µέσα; Όχι; Μήπως; Όχι; Ο µόνος τρόπος να το κάνεις είναι να πάρεις φόρα και να βουτήξεις ουρλιάζοντας. Παίρνω φόρα και βουτάω στην ιστορία µου ουρλιάζοντας, γιατί διαφορετικά δε θα φτάσω ποτέ εκεί».

Η Μάργκαρετ Άτγουντ συζητά µε τον Χάρη Βλαβιανό για το πώς γράφει, αλλά και για την αρχαία ελληνική µυθολογία ως πηγή έµπνευσης, τη διάκριση δηµοκρατίας και τυραννίας, την πολιτική την εποχή της εικόνας, το ενδεχόµενο να επανεκλεγεί ο Τραµπ στις ΗΠΑ. Μιλά, µεταξύ άλλων, για τη γραφή ως πράξη αισιοδοξίας, τα βιβλία που τη διαµόρφωσαν και τη «βιβλιοθήκη του µέλλοντος», τον σύγχρονο φεµινισµό και το αν κινδυνεύει η λογοτεχνία από την τεχνητή νοηµοσύνη.

H φωτογραφία του εξωφύλλου είναι του Νίκου Κοκκαλιά.

Σούζαν Σόνταγκ

17.00

Η Σούζαν Σόνταγκ δεν υπήρξε μονάχα μια από τις πιο πρωτότυπες και επιδραστικές φωνές των αμερικανικών γραμμάτων, αλλά και μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του εικοστού αιώνα. Στον ανά χείρας τόμο συγκεντρώνονται για πρώτη φορά ορισμένα από τα πιο διεισδυτικά της άρθρα και δοκίμια, κείμενα παθιασμένα και αιρετικά, για τα μείζονα ζητήματα που απασχολούν τη σύγχρονη γυναίκα: την ομορφιά, τα γηρατειά, τη χειραφέτηση, τη σεξουαλικότητα, την αντίστασή της στην εξουσία της πατριαρχίας, και γενικότερα τη θέση της σε έναν κόσμο διαρκώς μεταβαλλόμενο και με ελάχιστες σταθερές.

Με τα άρθρα και τα δοκίμιά της, η Σόνταγκ «προσφέρει τροφή για σκέψη που χορταίνει ακόμα και τους πιο απαιτητικούς αναγνώστες» (The Times). Συγγραφέας, φιλόσοφος, δημοσιογράφος, ακτιβίστρια, η Σούζαν Σόνταγκ (Νέα Υόρκη, 1933-2004) δίδαξε σε διάσημα πανεπιστήμια και είχε πλούσιο συγγραφικό και καλλιτεχνικό έργο

Κωστής Παπαγιώργης

16.00

Ο τρόπος με τον οποίο κάποιος γραφιάς, κατά τεκμήριο προικισμένος, αφήνει «έργο» στον τόπο μας παραμένει δυσεπίλυτο αίνιγμα και συνεπάγεται σχεδόν πάντα εξωτισμούς και δραματικές ποινές σε βάρος του εγώ του. Δεν διαθέτουμε ισχυρό θεσμικό πλαίσιο που να επικουρεί τα άτομα, κατά συνέπεια ο καθένας γίνεται εφευρέτης του εαυτού του με διαμφισβητούμενη πάντα την πατέντα.

Ο δεύτερος τόμος της σειράς Τα βιβλία των άλλων συγκεντρώνει πρώιμα και ύστερα δοκίμια ή κριτικά σημειώματα του Κωστή Παπαγιώργη για σημαντικούς Έλληνες στοχαστές που «εφηύραν τον εαυτό τους» εντός και εκτός Ελλάδoς – ανάμεσά τους o Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο Κώστας Αξελός, ο Χρήστος Γιανναράς, ο Στέλιος Ράμφος. Με μια σπάνια θυμική εμπλοκή, ο Παπαγιώργης συζητά κομβικά έργα της σύγχρονης σκέψης –όπως Το χαμένο κέντρο, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, Το Πρόσωπο και ο Έρως ή Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη–, δίνοντας παράλληλα τη δική του απάντηση στα κρίσιμα πνευματικά ερωτήματα που τα εξέθρεψαν.

Σοφί Μπας

15.00

Το Τσανάκ Καλέ, πόλη κοντά στην Τροία, στην περιοχή των Δαρδανελλίων, έγινε γνωστό ήδη από τον 18ο αιώνα για τα κεραμικά του που εξάγονταν σ’ ολόκληρη την Ανατολή. Επηρεασμένοι από τις ανασκαφές του Σλήμαν, ορισμένοι περιηγητές ενθουσιάστηκαν τόσο πολύ από την παράξενη ομορφιά τους ώστε έφτασαν να τα θεωρούν απογόνους της κεραμικής τέχνης της εποχής του Ομήρου. Στη Γαλλία, η μανία γι’ αυτά τα κεραμικά συνέπεσε με την επανεκτίμηση των παραδοσιακών τεχνουργημάτων από φαγιάνς μετά την ήττα του 1870, μια τάση που ενθαρρύνθηκε από το κίνημα Arts & Crafts και τον ιαπωνισμό. Κανείς δεν αντιστάθηκε στη γοητεία τους, ανάμεσά τους ο Μαλλαρμέ και ο Προυστ. Στην Ελλάδα και την Τουρκία η οθωμανική αυτή χειροτεχνία, που τόσο είχαν θαυμάσει ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, συμβολίζει έναν κόσμο ειρηνικό, πριν από τα τραγικά γεγονότα του 1922. Τόπος μνήμης και καταλύτης παθών, αυτή η ταπεινή παραγωγή εξακολουθεί να φέρνει κοντά ή να χωρίζει τους ανθρώπους στις δύο απέναντι ακτές του Αιγαίου Πελάγους, καθώς υφίσταται την ιδεολογικοποίηση της νοσταλγίας. Η πολιτισμική αρχαιολογία είναι το αντικείμενο της παρούσας συγκριτικής μελέτης που εγκολπώνεται πολλούς επιστημονικούς κλάδους, προκειμένου να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τους λόγους που διαμόρφωσαν την οικειοποίηση, την υποδοχή και τη θριαμβευτική αναγνώριση αυτής της κληρονομιάς.

Λε Κορμπυζιέ

16.00

Η Συζήτηση με τους φοιτητές της αρχιτεκτονικής του Le Corbusier πρωτοκυκλοφόρησε το 1943, εν μέσω πολέμου, καρπός της επιθυμίας του μεγάλου αρχιτέκτονα και στοχαστή να απευθυνθεί άμεσα στους φοιτητές της αρχιτεκτονικής, αφού προηγουμένως είχε απορρίψει επανειλημμένα προτάσεις να διδάξει στο πανεπιστήμιο («Να διδάξω τι; Τη φιλοσοφία της ζωής;»). Με πρόταση του καθηγητή Δημήτρη Φατούρου, μια άλλη μεγάλη μορφή της ελληνικής αρχιτεκτονικής, η Σουζάνα Αντωνακάκη, μετέφρασε το κλασικό αυτό κείμενο, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά εν μέσω δικτατορίας, το 1971. Η μετάφραση της Σ. Αντωνακάκη επανεκδίδεται σήμερα από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, και η νέα αυτή έκδοση ακολουθεί πιστά την αισθητική της πρωτότυπης γαλλικής έκδοσης που είχε σχεδιάσει ο Jean Petit στις εκδόσεις Minuit. Έχει διατηρηθεί το εισαγωγικό κείμενο του Δ. Φατούρου που συνόδευε την έκδοση του 1971, και έχει προστεθεί ένα νέο προλογικό σημείωμα του Δημήτρη Αντωνακάκη.

Το σύντομο αυτό κείμενο είναι κατά κάποιον τρόπο μια πνευματική παρακαταθήκη του Le Corbusier. Η σημασία της συνείδησης και της ηθικής στάσης του αρχιτέκτονα και του πολεοδόμου, το βάρος της παιδείας του, η ευθύνη του απέναντι στον «αδελφό μας άνθρωπο», η αρχιτεκτονική ως κοινωνική αποστολή που απαιτεί από τους υπηρέτες της αφιέρωση, δόσιμο, το αρχιτεκτόνημα ως ζωντανή δημιουργία, η κατοικία ως κάλυκας της ζωής και καταφύγιο του ανθρώπου, η εναρμόνιση του αρχιτεκτονήματος με το περιβάλλον του, ο Νόμος του Ήλιου, της τοπογραφίας και της κλίμακας, η ποιητική διάσταση του έργου, είναι μερικές από τις ιδέες που εξαίρονται με μια φορτισμένη γλώσσα στο μοναδικό αυτό «μανιφέστο», που διατηρεί ατόφιο τον κλασικό του χαρακτήρα και την επικαιρότητά του.

Χρήστος Λάσκος

14.00

Γιατί οι διευθύνοντες σύµβουλοι αµείβονται 400 φορές περισσότερο από τις δασκάλες και τις νοσοκόµες; Είναι περισσότερο παραγωγικοί;

Πώς έχουµε ελεύθερη αγορά όταν 500 µόλις εταιρίες παράγουν πάνω από το µισό του παγκόσµιου προϊόντος;

Υπάρχει κέρδος χωρίς εκµετάλλευση; Μήπως το κέρδος του ενός γίνεται ευηµερία για όλους;

Είναι οι καπιταλιστές ευφυείς άνθρωποι; Είναι η «καινοτοµία» υπέρ των εργαζοµένων; Η ιδιοτέλεια ευνοεί την «ανάπτυξη»; Μας λείπουν «δεξιότητες»; Ή, µήπως, «αριστερότητες»;

Προσφέρουν τα Οικονοµικά έγκυρη γνώση; Είναι τα «επιστηµονικά» τους εργαλεία επαρκή; Γιατί ο Μαρξ δεν έγραψε Πολιτική Οικονοµία, αλλά την κριτική της;

Η εκµετάλλευση αφορά µόνο την παραγωγή; Η φορολογία και ο προσανατολισµός των δηµόσιων δαπανών δεν συνιστούν δευτερογενή εκµετάλλευση;

Πώς µοιράζεται το προϊόν στον κόσµο και την Ελλάδα; Γιατί µεγάλοι και «µεσαίοι» κατέχουν το 95% των περιουσιών και µένει µόνο το 5% για τους πολλούς «µικρούς»;

Είναι ο πληθωρισµός όσος λέγεται; Υπάρχει ένας ή πολλοί πληθωρισµοί; Αφού όλα δείχνουν πως ο πληθωρισµός οφείλεται κυρίως στα κέρδη, γιατί µας λένε: «Προς Θεού, όχι αυξήσεις στους µισθούς»;

Ρυπαίνουµε όλοι το ίδιο; Πώς οι «οικολογικές» πρακτικές των πλουσίων δολοφονούν τον πλανήτη; Ποια είναι η αγοραία τιµή της ανθρώπινης ζωής; Γιατί είµαστε τόσο άνισοι απέναντι στη ζωή και τον θάνατο;

Ζούµε στην Ανθρωπόκαινο ή στην «Κεφαλαιόκαινο»; Θα µας σώσει η αγορά από την κλιµατική κατάρρευση; Γίνεται χωρίς εκτεταµένο σχεδιασµό;

Μπορούµε να τα βάλουµε µε τον ταξικό ολοκληρωτισµό; Υπάρχει εργατική τάξη;

Είναι ο σοσιαλισµός ανέφικτος; Ή αποτελεί το µόνο που µας µένει;

Το βιβλίο πραγµατεύεται τα επίκαιρα αυτά ζητήµατα µε τη µορφή «47 απλοϊκών µαθηµάτων Πολιτικής Οικονοµίας».

Τ. Σ. Έλιοτ

16.60

Στο “Για την ποίηση” ανθολογούνται επτά σηµαντικά δοκίµια του Τ. Σ. Έλιοτ, σε µετάφραση και σχόλια του Στέφανου Μπεκατώρου, που φανερώνουν καίριες πτυχές της γόνιµης πορείας του στον τοµέα της λογοτεχνικής κριτικής και καλύπτουν χρονικά το διάστηµα 1919-1961.

Με αφετηρία το θεµελιακό κείµενο µε τίτλο «Η Παράδοση και το Ατοµικό Τάλαντο» και καταλήγοντας στο «Για να Κρίνουµε τον Κριτικό», την πιο γνωστή από τις τελευταίες διαλέξεις του ποιητή, παρουσιάζονται οι σηµαντικότεροι σταθµοί της εξέλιξης της κριτικής σκέψης του Έλιοτ εστιάζοντας στον τρόπο µε τον οποίο επανεξέτασε τη λειτουργία της ποίησης, επαναπροσδιόρισε την ίδια τη φύση της ποιητικής διαδικασίας και προσέφερε νέα εργαλεία και ένα φάσµα ρητορικών δυνατοτήτων στις µελλοντικές γενιές αναγνωστών και µελετητών της λογοτεχνίας.

Ο ίδιος ο Έλιοτ θεωρούσε τα δοκίµιά του αναπόσπαστο µέρος του συγγραφικού του εργαστηρίου υπογραµµίζοντας την αδιάσπαστη ενότητα της ποιητικής και δοκιµιακής του παραγωγής, κάτι άλλωστε που απηχεί την αντίληψή του ότι η λογοτεχνική κριτική εγγράφεται σε ένα ευρύτερο κοινωνικό, ηθικό και πολιτιστικό πλαίσιο ακολουθώντας τις τάσεις της εκάστοτε εποχής.

 

 

Μάγκι Νέλσον

12.96

Το μπλε δεν είναι ένα χρώμα, είναι ένα σύνολο αποχρώσεων, αντικειμένων, διαθέσεων, αναφορών, αναμνήσεων, συναισθημάτων. Η Μάγκι Νέλσον, ερωτευμένη με το μπλε, περιπλανιέται στη μελαγχολία, την απώλεια και τον πόθο διερευνώντας τη σύνδεση του χρώματος με το σώμα και το πνεύμα. Συνομιλώντας με τον Γκαίτε, τον Βιττγκενστάιν και τον Μπαρτ, γράφει ένα λυρικό δοκίμιο για τον έρωτα που τελειώνει, για το σώμα που υποφέρει και για την ομορφιά ως καταφύγιο στον καιρό της μοναξιάς και της θλίψης.

«Το να ερωτευτεί κανείς το μπλε μήπως σημαίνει λοιπόν ότι ερωτεύτηκε μια ενόχληση; Ή μήπως ενόχληση είναι ο ίδιος ο έρωτας; Και τι σόι τρέλα τέλος πάντων είναι να ερωτεύεσαι κάτι που είναι δομικά ανίκανο να σε ερωτευτεί κι αυτό;»

Αντρέ Μπρετόν

11.66

Ο σουρεαλισμός δεν επιτρέπει σε εκείνους που επιδίδονται σε αυτόν να παραιτηθούν όταν τους ευχαριστεί. Τα πάντα οδηγούν στην πίστη ότι επενεργεί στο μυαλό με τον τρόπο των ναρκωτικών· όπως κι αυτά, δημιουργεί μια ορισμένη κατάσταση ανάγκης και μπορεί να ωθήσει τον άνθρωπο σε τρομερές εξεγέρσεις. Είναι ένας τεχνητός παράδεισος· κι ακόμη –η ανάλυση των μυστηριωδών επιπτώσεων και των ξεχωριστών απολαύσεων που μπορεί να προκαλέσει ο σουρεαλισμός– παρουσιάζεται σαν ένα καινούριο βίτσιο που δεν πρέπει να είναι ίδιο ορισμένων ανθρώπων.

Δοκίμιο

Άνευ

Γιούλη Ψαρράκη

15.00

Ένας χρήσιμος οδηγός για να επαναπροσδιορίσεις τη σχέση σου με το αλκοόλ και να συναντήσεις την αλήθεια σου

Θέλεις να εξερευνήσεις ποια είναι η σχέση σου με το αλκοόλ; • Αναρωτιέσαι συχνά αν πίνεις παραπάνω από όσο πρέπει; • Νιώθεις συχνά κουρασμένος/η, χωρίς ενέργεια και δεν ξέρεις γιατί; • Συχνά αποφασίζεις να μην πιεις, αλλά τελικά υποκύπτεις και πίνεις έστω και ένα; • Είσαι έτοιμος/η να βάλεις αυτή τη σχέση στο μικροσκόπιο και να ανακτήσεις το 100% των ικανοτήτων σου; Το Άνευ είναι εδώ για να γνωρίσεις ακριβώς τι ρόλο παίζει το αλκοόλ στη ζωή σου, να επανεξετάσεις παγιωμένες απόψεις που μπορεί να μη σε εξυπηρετούν πια και να δεις πώς οι υγιεινοί τρόποι έκφρασης και διασκέδασης μπορούν να σε κάνουν να νιώσεις αυτό το high χωρίς να βλάπτεις τη σωματική και ψυχική σου υγεία. Είσαι έτοιμος/η να γνωρίσεις την καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου;

Σουζάνα Αντωνακάκη

35.00

Η Μαρία Σουζάνα Κολοκυθά-Αντωνακάκη (1935–2020) είναι η πιο γνωστή Ελληνίδα αρχιτέκτονας της γενιάς της, εντός και εκτός των συνόρων της χώρας μας. Η ενεργή παρουσία της στην αρχιτεκτονική σκηνή για έξι δεκαετίες, από την ολοκλή­ρωση των σπουδών της στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο το 1959 μέχρι το τέλος της ζωής της το 2020, είναι από μόνη της εντυπω­σιακή. Μολαταύτα, τα περισσότερα κείμενα από τις δημόσιες ομιλίες και διαλέξεις των έξι αυτών δεκαετιών της σταδιοδρομίας της παρέμεναν έως σήμερα αδημοσίευτα ή δυσεύρετα.

Ισορροπώντας ανάμεσα στις αναφορές της στους κόσμους της φιλοσοφίας και των καλών τεχνών, η Αντωνακάκη αποτελούσε η ίδια την ενσάρκωση της βαθιάς της πεποίθησης ότι η αρχιτεκτονική αποτελεί πολιτισμικό αγαθό. Τα κείμενά της αναπτύσσονται γύρω από ζητήματα όπως: η ποιητική σύλληψη του κτισμένου περιβάλλοντος της καθημερινότητάς μας, η σημασία των ορίων, της κίνησης και των μεταβάσεων στην αρχιτεκτονική, η χρήση του χρώματος στην αρχιτεκτονική και στην πόλη, η θεατρικότητα και η κατοίκηση, οι σχέσεις χρόνου και χώρου στην αρχιτεκτονική, ο διάκοσμος και η ποιητική διάσταση των αντικειμένων της καθημερινής ζωής, η αρχιτεκτονική της πολυκατοικίας και η συσχέτιση της ελληνικής πόλης με τον τόπο και το φυσικό περιβάλλον. Γράφοντας ανοιχτόκαρδα για την τέχνη της, με τη χαρακτηριστική της ευρυμάθεια και ευαισθησία, η Αντωνακάκη προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό τα κλειδιά που του χρειάζονται για να μάθει να κοιτάζει με οξύτερο, κριτικό βλέμμα το χώρο όπου ζει και κινείται καθημερινά.