Showing all 2 results

Ανθρώπινες σχέσεις

Λάρα Μορένο

«Σε μια άτσαλα φωτισμένη πλατεία […] πήρα την απόφαση. Ένα ζευγάρι γύρω στα πενήντα κάπνιζε σιωπηλά, ενόσω περίμεναν, υπέθεσα, να τους φέρουν τα ποτά τους. Τους πλησίασα και τους ζήτησα ένα τσιγάρο. […] Δε μου χαμογέλασαν ούτε όταν μου το έδωσαν, ούτε όταν ένας από τους δύο μού το άναψε μ’ έναν μπλε πλαστικό αναπτήρα που μόλις και μετά βίας είχε φλόγα. Εγώ, αντίθετα, τους χαμογέλασα και τους ευχαρίστησα από τα βάθη της καρδιάς μου για τη γενναιοδωρία τους. Ήμουν σχεδόν έτοιμη. Εκεί, όρθια στη μέση της πλατείας, βλέποντας τον ουρανό να έχει γίνει άξαφνα μαύρος, του τηλεφώνησα. Εφτά χρόνια είναι μια ολάκερη ζωή.»
Μια γυναίκα που ξανασμίγει με τον παλιό της εραστή, ένας τρυφερός δολοφόνος, ένας άνδρας που φαντάζεται τη ζωή της πρώην γυναίκας του, μια εξάχρονη που μυείται στο όπιο από τους ίδιους της τους γονείς, ένα ζευγάρι που αντιμετωπίζει το τέλος της σχέσης του, δύο γείτονες που ποτέ δεν πλησιάστηκαν…
Δεκαπέντε διηγήματα για τις κρυφές πτυχές των ανθρώπινων σχέσεων και της σιωπής που τις σφραγίζει.

«Μια από τις πιο δυνατές και βαθιές φωνές της σύγχρονης ισπανόφωνης λογοτεχνίας. […] Το Κανένας έρωτας δεν ζει στις αναμνήσεις βυθίζει τον αναγνώστη σ’ ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν τα έντονα συναισθήματα, η μνήμη και η καταπιεσμένη βία.» Rosa Sanchez de la Vega, El Espano

14.84

Ξένη λογοτεχνία

Ανήκουστος Βλάβη

Ντέιβιντ Λοτζ

Ο καθηγητής γλωσσολογίας Ντέσμοντ Μπέιτς συνταξιοδοτείται πρόωρα εξαιτίας της επιδεινούμενης βαρηκοΐας του. Ταυτόχρονα η γυναίκα του περνάει μια δεύτερη νεότητα, ενώ η υγεία του επίσης βαρήκοου πατέρα του πηγαίνει απ’ το κακό στο χειρότερο. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Ντέσμοντ γνωρίζει την Άλεξ, μια γοητευτική φοιτήτρια που του ζητάει τη βοήθειά του για τη διατριβή της, η οποία αφορά την ανάλυση λόγου των σημειωμάτων αυτοκτονίας. Κι αυτός προσφέρεται να τη βοηθήσει, χωρίς να ξέρει τι τον περιμένει.

Σε αυτό το μυθιστόρημα ο Λοτζ γράφει με χιούμορ που τσακίζει κόκαλα για τις ανθρώπινες σχέσεις, τη σεξουαλική ζωή στη μέση ηλικία, τις ελπίδες και τις ματαιώσεις, τη φθορά και τον θάνατο.

«Νοσταλγούσε τον ρυθμό της ακαδημαϊκής χρονιάς όπως ένας χωρικός θα νοσταλγούσε τις διαφορές των εποχών αν έπαυαν ξαφνικά να υπάρχουν· και ανακάλυψε επίσης ότι νοσταλγούσε ακόμα και τη δομή της ακαδημαϊκής εβδομάδας, την ημερήσια διάταξη της ανάθεσης εργασιών, την επίβλεψη των μεταπτυχιακών φοιτητών, τη διόρθωση των δοκιμίων, τις συσκέψεις των επιτροπών, τις συνεντεύξεις και τις προθεσμίες για τη μια ή την άλλη αναφορά, δουλειές ρουτίνας που τον έκαναν να γκρινιάζει, η διεκπεραίωση των οποίων όμως, όσο ασήμαντες ή εφήμερες κι αν ήταν, πρόσφερε μια έστω χαμηλού επιπέδου ικανοποίηση και διασφάλιζε ότι ποτέ, μα ποτέ δεν θα ερχόσουν αντιμέτωπος με το ερώτημα: Πού να περιφέρω το σαρκίο μου σήμερα;»

 

22.00