Απόστολος Δοξιάδης
Ο Δώρης Καλούσης δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. Θέλοντας να γράψει το μεγάλο του μυθιστόρημα, παλεύει με αναπάντεχες προκλήσεις, εξωτερικές αλλά και εσωτερικές. Δραπετεύει στον Παρνασσό για να συγκεντρωθεί. Όμως εκεί τον παρασέρνει ένα εντελώς άγνωστο βιβλίο, τόσο ζωντανό, ώστε ο κόσμος του αρχίζει να εισβάλλει στην πραγματικότητά του.
Αθήνα, 1942. Ο Χριστόφορος Μπάμιας, απότακτος δημοκρατικός αξιωματικός, αναλαμβάνει να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή. Όμως τίποτα δεν είναι απλό στην αποστολή του, σε μια πόλη που πεινάει και σε μια εποχή όπου οι Ναζί σχεδιάζουν να γυρίσουν ταινία την Ορέστεια του Αισχύλου ως ύμνο στον Φύρερ. Ο Σφενδαμής απειλείται για να προσυπογράψει την πιο τερατώδη διαστρέβλωση του αρχαίου πνεύματος. Ο Μπάμιας πρέπει να τον σώσει, και μαζί του, κάτι πολύ μεγαλύτερο: την Αλήθεια. Στο πλευρό του έχει τον Γαλάνη, έναν σκύλο που δεν είναι ακριβώς… σκύλος.
Από τα σκοτεινά παρασκήνια της Ακαδημίας Αθηνών μέχρι το Μαντείο των Δελφών, από τον Απόλλωνα ως τον Διόνυσο, από το ένδοξό μας παρελθόν ως τη σημερινή μας σχιζοφρένεια, η δράση, η σάτιρα και το μυστήριο υφαίνουν ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Ιστορίας και το λεπτό νήμα που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα, τη σοφία από την τρέλα, την αφήγηση από τη ζωή.
Τζάκομο Καζανόβα
“Οι αισθησιακές απολαύσεις ήταν το πρώτο μου μέλημα σ’ όλη μου τη ζωή, για μένα τίποτα δεν ήταν πιο σημαντικό. Αισθανόμουν γεννημένος για το άλλο φύλο, γι’ αυτό και πάντοτε το αγάπησα και, όσο μου ήταν δυνατό, φρόντισα να μ’ αγαπήσει. Παράφορα αγάπησα και το καλό φαγητό και κυνήγησα με πάθος όλα τα αντικείμενα που έχουν προορισμό να κινούν την περιέργεια”. (. . .) “Οι αφηγήσεις των περιπετειών του – ερωτικών και άλλων – είχαν ήδη γίνει μύθος όσο ζούσε και αποτελούσαν το διαβατήριό του στις αυλές και στα σαλόνια. Αυτές κατέγραψε στο τέλος της ζωής του στα γαλλικά, όταν, γέρος πια, δούλευε σαν βιβλιοθηκάριος σ’ έναν πύργο της Βοημίας. Ο Καζανόβα αναπολεί, αρνούμενος να προβάλει στη ζωή τη σκιά της παρακμής του. “Μου αρέσει υπερβολικά να βρίσκομαι μέσα σε έναν σκοτεινό θάλαμο και να βλέπω το φως μέσα από ένα παράθυρο ανοιχτό σ’ έναν απέραντο ορίζοντα”. (. . .)
Γιαννάκη Ευτυχία
-Τη σκότωσες;
-Ναι.
-Πού;
-Μέσα στο αμάξι της.
-Εκεί όπου τη βρήκαμε; Στην παραλία έξω από το Τολό;
-Ναι.
-Γιατί;
-Από αγάπη.
-Ποιος μπορεί να το πιστέψει αυτό;
-Δύο μπορούν.
Ναύπλιο. Παραμονή Χριστουγέννων. Με αφορμή τη δολοφονία μιας δικηγόρου, ο Χάρης Κόκκινος έρχεται αντιμέτωπος με μια υπόθεση που δεν μοιάζει με καμία από όσες έχει χειριστεί. Οι απαντήσεις που αναζητά δεν κρύβονται σε κάποιο μεμονωμένο στοιχείο, αλλά στις σιωπές των ανθρώπων, στις σχέσεις τους που φθείρονται και στις οριακές τους επιλογές. Κι αν η υπόθεση τον οδηγεί στον τόπο του εγκλήματος, η αλήθεια αυτή τη φορά τον σπρώχνει κάπου πιο σκοτεινά: μέσα του.
Ένα σύγχρονο κοινωνικό ψυχογράφημα για το αθέατο και παράλογο αυτής της γωνιάς της Μεσογείου, για τις ζωές που διαμορφώνονται στη σιωπή και για τους δεσμούς που μας δοκιμάζουν αποδεικνύοντας ότι ο πιο επικίνδυνος τόπος είναι εκεί όπου αγαπάμε.

