Φίλιππος Κ.Βασιλογιάννης
«Δε μιλούσε πια, ούτ’ έγραφε. (Το ξανάπες.) Και πριν και μετά ’ταν όλα ταχτοποιημένα. Μετά ’μως δεν είχε θέση γι’ αυτόν. (Στον Μπαρτ το διάβασε.) Στενοχωριόταν που τό ’βλεπε, και δεν ημπορούσε. Βόγκαγε. Απ’ όταν το κατάλαβε, δεν ξανα’ρωτεύτηκε. (Γέλια.) Ήταν ήδη πολύ αργά. Το κουβαλάει ακόμα, φαίνεται.»
Μια ηθελημένα ασταθής ισορροπία μεταξύ θεατρικής πρόζας, πεζού λόγου, ακόμη και πεζολογίας, και ποιητικής έκφρασης, η οποία κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι τις αποκαλυπτικές τελευταίες στιγμές.
***
Ο Φίλιππος Βασιλόγιαννης, Καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με πλούσιο συγγραφικό έργο που αφορά ιδίως σε ζητήματα φιλοσοφίας του δικαίου, πολιτικής φιλοσοφίας, βιοηθικής και μεταηθικής, ξαφνιάζει με την πρώτη του λογοτεχνική απόπειρα.
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.

