Big Bang 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας

32.00

Εκδόσεις:

Σελίδες: 720

Διατίθεται άμεσα και από τα γραφεία της LiFO, Boυλής 22, 6ος όροφος, Σύνταγμα.
Ώρες γραφείου (10:00-17:00). Τηλ. 210-3254290

Διατίθεται μόνο για αγορά online μέσω του lifoshop.gr

Η αγορά παλιών τευχών της LiFO αποτελεί ξεχωριστή λειτουργία του Shop.

Οι παραγγελίες για τα τεύχη της LiFO θα γίνονται ξεχωριστά και θα αποστέλλονται ξεχωριστά από άλλες αγορές από το LiFO Shop.

Tα έξοδα αποστολής υπολογίζονται για κάθε τεύχος ξεχωριστά.

Κωδικός προϊόντος: LF-BK-11207 Κατηγορία: Ετικέτα:

Όσοι αγόρασαν αυτό το προϊόν, επέλεξαν επίσης

Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν

Ο κόσμος μας εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Μια εποχή που χαρακτηρίζεται από έναν εκρηκτικό συνδυασμό πολέμων, κλιματικής αλλαγής, ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων και αμέτρητων άλλων προκλήσεων.

Ο Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν, ένας από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς στοχαστές και συγγραφέας περισσότερων από είκοσι βιβλίων για τη διεθνή πολιτική, εξηγεί με οξυδέρκεια πώς φτάσαμε ως εδώ και προς τα πού οδεύουμε. Στρέφεται στην Ιστορία, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία για να φωτίσει το παρόν – μεταξύ άλλων, και στο ποίημα του Τ. Σ. Έλιοτ που δίνει τον τίτλο αυτού του βιβλίου.

Ο Κάπλαν συγκρίνει τη σημερινή κατάσταση με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, την εύθραυστη δημοκρατική κυβέρνηση της Γερμανίας του Μεσοπολέμου, που κατέρρευσε υπό το βάρος πολλαπλών κρίσεων, οδηγώντας στην άνοδο του ναζισμού. Υποστηρίζει ότι οι ιδιαίτερες προκλήσεις του 21ου αιώνα –πανδημίες, ύφεση, μαζική μετανάστευση, ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων, αστικοποίηση, τεχνολογική διασύνδεση και ψηφιακή δικτύωση– δημιουργούν τις προϋποθέσεις μιας «παγκόσμιας Βαϊμάρης»: κάθε καταστροφή σε μια χώρα μπορεί να μετατραπεί σε παγκόσμια κρίση.

Ο Κάπλαν προειδοποιεί ότι η κατάσταση ενδέχεται να ξεφύγει από τον έλεγχό μας και υποδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε –ίσως– να προφυλαχθούμε από ένα χαοτικό μέλλον.

17.70

Μάρτσιο Γκ. Μιάν

Ο Μάρτσιο Γκ. Μιάν πραγματοποίησε ένα απαιτητικό ταξίδι έξι χιλιάδων χιλιομέτρων κατά μήκος του Βόλγα, παρακάμπτοντας τους αυστηρούς ελέγχους των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών. Επέλεξε το ποτάμι-σύμβολο της Ρωσίας ως κεντρικό άξονα της αφήγησής του, διότι στις όχθες του διαμορφώθηκαν κρίσιμες καμπές της ρωσικής ιστορίας: η εδραίωση της ορθοδοξίας μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η άνοδος της τσαρικής αυτοκρατορίας, η σοβιετική νίκη στο Στάλινγκραντ και η εκβιομηχάνιση του Στάλιν, αλλά και η παγίωση της μετασοβιετικής απολυταρχίας του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Ο Βόλγας υπήρξε κοιτίδα λαών και μορφών όπως οι Τάταροι, οι Κοζάκοι, οι μοναχοί και οι σαμάνοι, αλλά και προσωπικοτήτων όπως ο Ράζιν, ο Πουγκατσόφ, ο Λένιν, ο Πούσκιν, ο Γκόρκι και ο Χλέμπνικοφ. Εκεί συνυπάρχουν η αρχαϊκή αγροτική Ρωσία, η βιομηχανική και η μητροπολιτική, οι στέπες, τα σοβχόζ, τα εργοστάσια και οι ξύλινες καλύβες. Είναι ο τόπος όπου Ευρώπη και Ασία συναντιούνται ή απομακρύνονται.

Διασχίζοντας, λοιπόν, το ποτάμι από τα Υψώματα Βαλντάι έως το Άστραχαν και περνώντας από πόλεις όπως το Καζάν, το Νίζνι Νόβγκοροντ και το Βόλγκογκραντ, ο Μιάν φέρνει στο φως έναν πολυεθνικό λαό που εξακολουθεί να τρέφει το εύθραυστο όνειρο μιας αυτοκρατορικής ταυτότητας.

19.90

Πάολο Φόνζι

Η Ιταλική Κατοχή της Ελλάδας είναι ένα από τα λιγότερο μελετημένα κεφάλαια της περιόδου 1941-1943. Συνδυάζοντας αρχειακό υλικό, που παρέμενε για δεκαετίες δυσπρόσιτο, με σύγχρονες ιστοριογραφικές προσεγγίσεις, το βιβλίο ανασυνθέτει με ακρίβεια και οξυδέρκεια τις στρατιωτικές, πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις της ιταλικής παρουσίας στην Ελλάδα. Ο Fonzi εξετάζει την αποτυχημένη ιταλική εκστρατεία του 1940, την εγκαθίδρυση της Κατοχής και τους ανταγωνισμούς με τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους. Αναλύει τη βαθιά επισιτιστική κρίση του 1941-1942, τις πολιτικές διαίρεσης των τοπικών πληθυσμών, τη διαφθορά και τις αντιφάσεις της ιταλικής διοίκησης, τις ζώνες κατοχής στο Αιγαίο και στα Ιόνια, καθώς και την κλιμάκωση της βίας έως την πολιτική της «καμένης γης» το 1943. Με εξαιρετική τεκμηρίωση και νηφάλια προσέγγιση, το έργο αναδεικνύει πώς η Ιταλική Κατοχή επηρέασε τις οπτικές κοινωνίες, τις πρώιμες μορφές της Αντίστασης και τη διαμόρφωση του μεταπολεμικού τοπίου. Μια μελέτη ορόσημο που καλύπτει ένα μεγάλο κενό και προσφέρει μια νέα, καθαρή εικόνα για μια σκοτεινή αλλά κρίσιμη περίοδο της ελληνικής ιστορίας.

25.00

Χρήστος Λούκος

Μπορεί ο τρόπος που σκεπτόταν και δρούσε ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης της Ελλάδος, ότι όλα σχεδόν έπρεπε να γίνουν από την αρχή ακολουθώντας μια αυστηρά ιεραρχημένη πορεία που άμεσα θα ελεγχόταν από αυτόν, να φαίνεται σήμερα σε μας, που έχουμε τη μεταγενέστερη γνώση, ρεαλιστικός, σε μερικούς ακόμη και ορθός, ιδιαίτερα αν δούμε πώς χειρίστηκαν τα μικρά ή τα μείζονα ζητήματα όσοι διοίκησαν τη χώρα στη συνέχεια. Αλλά δεν πρέπει να αγνοούμε ότι, στα καποδιστριακά χρόνια, ναι μεν σταδιακά είχε λήξει ο ένοπλος αγώνας, όμως το επαναστατικό πνεύμα και οι προσδοκίες που αυτό δημιούργησε ήταν ακόμη έντονες, όσο ανεδαφικές κι αν ήσαν κάποιες από αυτές. Όσοι αντιπολιτεύτηκαν τον Κυβερνήτη δεν ήταν μόνον εκμεταλλευτές του απλού λαού και όργανα του ξένου παράγοντα, όπως αυτός και οι οπαδοί του τόνιζαν, αλλά πολλοί από αυτούς είχαν οραματιστεί μια άλλη μετεπαναστατική κοινωνία, φιλελεύθερη, στο σχεδιασμό της οποίας ήλπιζαν ότι θα συμμετείχαν ενεργά. Δεν μπορούσαν επομένως να ανεχθούν το αυταρχικό και αυστηρά ιεραρχημένο καποδιστριακό πρότυπο οργάνωσης του νέου κράτους.

Αν όμως επικεντρωθούμε μόνο στις πράγματι συντηρητικές πολιτικές επιλογές του Καποδίστρια και δεν δούμε το σημαντικό έργο που επιτέλεσε ή προσπάθησε να επιτελέσει για την οργάνωση της Ελληνικής Πολιτείας, θα δίναμε μια μερική εικόνα μιας σύνθετης πραγματικότητας. Η εικόνα αυτή θα ήταν ακόμη περισσότερο ελλιπής αν δεν βλέπαμε τα κίνητρα και τις πρακτικές αυτών που δεν συμφώνησαν μαζί του, τον αντιπολιτεύτηκαν και κάποιοι τον δολοφόνησαν. Όσοι, για διάφορους λόγους, τον αντιπολιτεύτηκαν δεν δίστασαν, για να εξασφαλίσουν την απομάκρυνσή του από την εξουσία, να δεχθούν αδιαμαρτύρητα τις όποιες αποφάσεις των Δυνάμεων, να βοηθήσουν τη συνεχή αγγλική προσπάθεια για την υπονόμευση του Κυβερνήτη, να καταφύγουν σε αστήρικτες κατηγορίες και σε συκοφαντίες. Η δολοφονία ανακούφισε μεν όσους φοβούνταν μια οποιασδήποτε μορφής παράταση της εξουσίας του Καποδίστρια, αλλά βύθισε τη χώρα στον εμφύλιο πόλεμο και την ανυποληψία, την οποία ενδεχομένως μόνον αυτός είχε ακόμη τη δυνατότητα, προβαίνοντας σε κάποιες υποχωρήσεις, να αποτρέψει.

(Από τον επίλογο του συγγραφέα)

30.00

Χρήστος Λούκος

Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής 2023

«Το προσωπικό κίνητρο για τη μελέτη της Ερμούπολης ενισχύθηκε από τη γοητεία που είχε η δημιουργία μιας πόλης εκ του μηδενός μέσα στο καμίνι της Ελληνικής Επανάστασης και η πράγματι εντυπωσιακή ανάπτυξή της: αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες πόλεις του ελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα και συγχρόνως σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο του διεθνούς εμπορίου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, η εμβέλεια του οποίου ήταν αισθητή στις δύο πλευρές του Αιγαίου και γενικότερα στην Ανατολική Μεσόγειο. Ήταν φανερό ότι τις τύχες της πόλης στην περίοδο της ακμής της διεύθυνε μια αστική τάξη που διατηρούσε, λόγω της οικονομικής της δύναμης, αρκετή ανεξαρτησία από την κεντρική εξουσία και μπόρεσε να αποτυπώσει τις απόψεις της στη φυσιογνωμία του οικισμού αλλά και σε πολλές όψεις της κοινωνικής ζωής.

Η εντύπωση που προκάλεσε η Ερμούπολη στον νεαρό βασιλιά Γεώργιο Α΄ κατά την πρώτη επίσκεψή του σε αυτήν –ο οποίος είπε ότι του θύμισε το Λίβερπουλ– μου έδωσε αφορμή για το πρώτο σκέλος του υπότιτλου του βιβλίου. Ένα άλλο κίνητρο, ίσως το πιο ελκυστικό, ήταν να ερευνηθεί πώς βίωσαν οι Ερμουπολίτες την παρακμή της πόλης τους από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Ποιες αντιστάσεις και εναλλακτικές λύσεις πρόβαλαν, ποιες αντισταθμίσεις αναζήτησαν για να διατηρήσουν κάπως τις παλαιές ισορροπίες, όχι μόνον οικονομικές. Εδώ ξεχωρίζει η τολμηρή απόφαση μερικών κεφαλαιούχων της να ιδρύσουν μεγάλες κλωστοϋφαντουργικές μονάδες στο γύρισμα του αιώνα, να απασχολήσουν εκατοντάδες άνεργων ή υποαπασχολούμενων ανδρών και πλήθος γυναικών. Δημιουργήθηκε έτσι μια πραγματική βαμβακούπολη, που το όνομά της δόθηκε στο δεύτερο σκέλος του υπότιτλου του βιβλίου.

Με τον νέο αυτόν οικονομικό προσανατολισμό η πόλη μπόρεσε να διατηρήσει μια σημαίνουσα θέση μεταξύ των μεγάλων ελληνικών επαρχιακών πόλεων. Κι εδώ η άφιξη μερικών χιλιάδων Μικρασιατών προσφύγων τόνωσε πληθυσμιακά την κοινωνία και επέτρεψε ποικίλες αλληλοσυμπληρώσεις. Από τις αρχές, ωστόσο, της δεκαετίας του 1930 η πόλη θα βιώσει και αυτή τη μεγάλη οικονομική κρίση. Στην Κατοχή θα χάσει από την πείνα περίπου το 1/3 του πληθυσμού της, ποσοστό θνησιμότητας μεγαλύτερο αναλογικά και από αυτό της Αθήνας. Η μεταπολεμική πραγματικότητα θα είναι οδυνηρή. Με δυσκολία επουλώνονται οι πληγές της ξενικής κατοχής, ενώ προστίθενται νέες λόγω του Εμφυλίου, με το τέρμα του οποίου σταματά και η αφήγηση».
[Από τον Πρόλογο του βιβλίου]

25.00