“Hinterhof” στα γερμανικά θα πει «πίσω αυλή»· ένα μέρος όπου
συνήθως στοιβάζονται πράγματα που δεν θέλουμε να βλέπουμε.
Μεταφορικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι το μέρος όπου
εμείς ως κοινωνία έχουμε κρύψει τη σεξουαλική εργασία. Ως
εκ τούτου, φαίνεται ταιριαστό το γεγονός ότι το στούντιο όπου
η Ντάσα Χινκ εργάζεται ως επαγγελματίας αφέντρα βρίσκεται
ακριβώς σε μια τέτοια αυλή στο Βερολίνο.
Πριν μετακομίσει εκεί, ζούσε μια καθημερνή ζωή, με μια σταθερή
σχέση και με βλέψεις για ιδιόκτητο σπίτι και παιδιά, αλλά τα όνειρα
της την οδήγησαν αλλού. Άφησε τον φίλο της, μετακόμισε στη
μεγαλούπολη και έγινε dominatrix. Στο Βερολίνο, βρήκε τη ζωή
που πάντα ονειρευόταν ως μουσικός, σκηνοθέτης, καλλιτέχνης
αλλά και σεξεργάτρια. Στο βιβλίο που κρατάτε, η Ντάσα
Χινκ μοιράζεται μαζί μας την καθημερινότητα και
τις σκέψεις της, μας συστήνει τους πελάτες της
και μας μιλάει για τη σεξεργασία και τις
αντιδράσεις του κόσμου στη νέα της ζωή.
Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης
Ροκ ποιητής, αντισυμβατικός, γνήσιος, αυτοκαταστροφικός, ρομαντικός επαναστάτης, εμβληματική φιγούρα της μεταπολιτευτικής γενιάς, περιθωριακός με συνείδηση, χαρισματικός ερμηνευτής. «Εν κατακλείδι», ο Παύλος Σιδηρόπουλος [1948-1990] έφυγε νωρίς, άφησε όμως πίσω του κάτι απόλυτα διαχρονικό: τραγούδια που μοιάζουν με εξομολογήσεις και σιωπές που ακόμα ηχούν.
Τα λόγια για να περιγράψει κανείς την μορφή του Παύλου Σιδηρόπουλου είναι περιττά. Ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής με το διαχρονικό έργο του να παίζει σε λούπα μέχρι και σήμερα. Μια βιογραφία που μόνο η τέχνη των κόμικς θα μπορούσε να αποδώσει με τέτοια ζωντάνια, μέσα από το πενάκι του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη και το ονειρικό σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου.
Ένα κόμικς για τον Πρίγκιπα της ελληνικής ροκ που δεν έζησε για να σωθεί, αλλά έζησε για να αισθανθεί μέχρι τέλους. Ένα έργο που αποτυπώνει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, το φως και το σκοτάδι ενός αλήτη διανοούμενου που λογοκρίθηκε και η μεγαλύτερη εκτίμηση ήρθε μεταθάνατον. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Αγγελάκας στην εισαγωγή του: «Ο Χρόνος βάζει τα πράγματα, τις αξίες και τα πρόσωπα στη θέση τους και όλοι πια ξέρουμε πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έχει τον Χρόνο με το μέρος του.»
Δείτε εδώ το αποκλειστικό trailer αφιερωμένο στην έκδοση.
Γιώργος Ν. Πολίτης
Tην έβλεπε να στέκει όρθια με γυρισμένη την πλάτη, κόντρα στον ήλιο, δίπλα στο μεγάλο κρυστάλλινο βάζο και τ’ ανοιγμένα λευκά Stargazer. Τα θυμόταν εκείνος αυτά τα εξωτικά λουλούδια με το βαρύ άρωμα και τ’ όνομα του τραγουδιού των Rainbow.
— Yπάρχει άλλος άντρας που να οδηγάει σαν εσένα, να φιλάει σαν εσένα και να ξέρει πώς λέγονται αυτά τα βρομολούλουδα; Εσύ με ανέστησες, να το ξέρεις. Εσύ με έφερες πίσω στον κόσμο των ζωντανών. Με τον έρωτά σου.
— Τότε, μήπως να σε λέω «Ευρυδίκη»;
— Λέγε με όπως θες. Εγώ θα σε λέω, «αγάπη μου».
Κολασμένο το πάθος που δένει τον Μπλάνκο και την Μπεττίνα, δύο πλάσματα που γεννήθηκαν για να υπάρχουν μαζί, σαν ένα −ή να μην υπάρχουν καθόλου. Ο άνδρας και η γυναίκα στο ζενίθ τους. Ο έρωτάς τους απρόβλεπτος, θυελλώδης, ανέφικτος. Απλώς γιατί δεν τους χωράει ο κόσμος. Σίγουρα όχι ο ανιαρός καινούργιος κόσμος.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι κάθε μάταιος ηρωισμός, κάθε απελπισμένο ρίσκο. Είναι αυτό που παραμονεύει έναν άνδρα που ζει και οδηγεί με το γκάζι στο πάτωμα.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι μια ιαχή ελευθερίας, ένα γραπτό road movie στις ατέλειωτες, φιδογυριστές διαδρομές ενός πόθου πέρα από μέτρα και όρια. Εκεί που δεν έχει καμιά σημασία ποιος κρατά το τιμόνι και ποιος οδηγεί.
Γιώργος Ν. Πολίτης
Tην έβλεπε να στέκει όρθια με γυρισμένη την πλάτη, κόντρα στον ήλιο, δίπλα στο μεγάλο κρυστάλλινο βάζο και τ’ ανοιγμένα λευκά Stargazer. Τα θυμόταν εκείνος αυτά τα εξωτικά λουλούδια με το βαρύ άρωμα και τ’ όνομα του τραγουδιού των Rainbow.
— Yπάρχει άλλος άντρας που να οδηγάει σαν εσένα, να φιλάει σαν εσένα και να ξέρει πώς λέγονται αυτά τα βρομολούλουδα; Εσύ με ανέστησες, να το ξέρεις. Εσύ με έφερες πίσω στον κόσμο των ζωντανών. Με τον έρωτά σου.
— Τότε, μήπως να σε λέω «Ευρυδίκη»;
— Λέγε με όπως θες. Εγώ θα σε λέω, «αγάπη μου».
Κολασμένο το πάθος που δένει τον Μπλάνκο και την Μπεττίνα, δύο πλάσματα που γεννήθηκαν για να υπάρχουν μαζί, σαν ένα −ή να μην υπάρχουν καθόλου. Ο άνδρας και η γυναίκα στο ζενίθ τους. Ο έρωτάς τους απρόβλεπτος, θυελλώδης, ανέφικτος. Απλώς γιατί δεν τους χωράει ο κόσμος. Σίγουρα όχι ο ανιαρός καινούργιος κόσμος.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι κάθε μάταιος ηρωισμός, κάθε απελπισμένο ρίσκο. Είναι αυτό που παραμονεύει έναν άνδρα που ζει και οδηγεί με το γκάζι στο πάτωμα.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι μια ιαχή ελευθερίας, ένα γραπτό road movie στις ατέλειωτες, φιδογυριστές διαδρομές ενός πόθου πέρα από μέτρα και όρια. Εκεί που δεν έχει καμιά σημασία ποιος κρατά το τιμόνι και ποιος οδηγεί.




