«Tη γυρόφερνε ένα κόκκινο φως, σαν να καιγόταν το φόρεμά της κάτω κάτω. Ερχόταν ίσια καταπάνω μου, με τα γέρικα, ροζιασμένα χέρια της λυγισμένα, σαν να πήγαινε να μ’ αρπάξει. Είχα παγώσει· με προσπέρασε όμως σαν αεράκι παγωμένο, και είδα στον τοίχο ορθάνοιχτη μια πόρτα, και τη γριά κάτι εκεί να ψαχουλεύει. Δεν την είχα ξαναδεί την πόρτα αυτήν. Γύρισε η γριά και με κοίταξε, απότομα, σαν μαριονέττα, με ένα γέλιο διαβολικό. Το δωμάτιο μεμιάς σκοτείνιασε κι εγώ βρέθηκα στην άλλη πλευρά του κρεβατιού – χωρίς να το καταλάβω.» Ο Σέρινταν Λε Φανού (1814-1873) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους και προπάτορες της λογοτεχνίας τρόμου – ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς ιστοριών με φαντάσματα της Βικτωριανής Περιόδου. Από τις αχυρένιες καλύβες της ιρλανδικής επαρχίας ως τα παρηκμασμένα αρχοντικά του Δουβλίνου και από τους προτεσταντικούς ναούς των Κάτω Χωρών ως τις σπηλαιώδεις καθολικές εκκλησίες της Ρώμης, οκτώ ιστορίες υπερφυσικού τρόμου για «αναγνώστες που διακατέχονται από πνεύμα αλλιώτικο», από έναν μετρ του είδους.
Πιερτζιόρτζιο Πούλισι
Στο κέντρο του Κάλιαρι, ο Μάρτσιο Μοντεκρίστο, μεγάλος φαν του αστυνομικού μυθιστορήματος, άνοιξε το Les Chats Noirs, ένα μικρό βιβλιοπωλείο που πήρε το όνομά του από τις δυο μαύρες γάτες, τη Μις Μαρπλ και τον Πουαρό, που εμφανίστηκαν μια μέρα στην πόρτα του, τις υιοθέτησε διστακτικά και από τότε έγιναν η ατραξιόν του καταστήματος, που ειδικεύεται στο είδος. Εκεί συναντιέται και η λέσχη ανάγνωσης οι «ντετέκτιβ της Τρίτης», μια παρέα ετερόκλητη αλλά δεμένη. Πριν από έναν χρόνο μάλιστα η λέσχη κατάφερε να βοηθήσει στην εξιχνίαση μιας υπόθεσης, την οποία όλοι θεωρούσαν χαμένη από χέρι. Τώρα η αστυνόμος Άντζελα Ντιμάζε επιστρέφει για να ζητήσει τη συνδρομή τους σε μια νέα έρευνα. Θα καταφέρουν οι «ντετέκτιβ της Τρίτης» να εξιχνιάσουν και αυτή την υπόθεση και να βοηθήσουν την αστυνομία να σταματήσει τον δολοφόνο προτού ξαναχτυπήσει;
Ο Pulixi υπογράφει ένα αστυνομικό θρίλερ γεμάτο σασπένς και ειρωνεία, που μιλάει για τα βιβλία και αποτίνει φόρο τιμής στα κλασικά του είδους.
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.



