Showing all 4 results

Φαρφουλάς

Νίκος Λογοθέτης

Ο Νίκος Βέλμος (1890-1930) ήταν μία από τις πιο ιδιότυπες και κοινωνικά στιγματισμένες μορφές των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Με πρώι­μες εμπειρίες περιπλανώμενου αλήτη και παραβάτη του ποινικού νόμου, έζησε ως το τέλος της ζωής του ως αληθινός μποέμ. Ομοφυλόφιλος, ναρκομανής και αλκοολικός, αλλά χαρισματικός και πο­λυτάλαντος, υπήρξε ακάματος δημιουργός.
Χωρίς, λόγω της αλητείας του, να έχει τελειώσει το δημοτικό σχολείο, κατόρθωσε με συνεχή αυτομόρφωση να γίνει ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, σατιρογράφος και ο πρώτος μεταγλωττιστής κειμένων της καθαρεύουσας στη δημοτική γλώσσα. Ήταν συνάμα ηθο­ποιός, θιασάρχης και διασκευαστής θεατρικών έργων· εκδότης περιοδικού, φυλλαδίων και καλλιτεχνικών λευ­κωμάτων· «ασπούδαχτος» ζωγράφος, τεχνοκρίτης και γκαλερίστας, ιδρυτής του πρωτοποριακού Ασύλου Τέχνης.
Τη δεκαετία του 1920 εμφανίστηκε ως αναρχικός και κοινω­νικός επαναστάτης. Σφοδρός πολέμιος του αστικού κατε­στημένου και διάπυρος υποστηρικτής των ταπεινών και καταφρονεμένων, αγωνίστηκε με πάθος και φραστικές α­κρότητες για κοινωνική δικαιοσύνη μέσω του περιοδικού του Φραγκέλιο (1926-1929), το οποίο, αν και συνάντησε την περιφρόνηση και την εχθρότητα του πνευματικού και καλλιτεχνικού κατεστημένου, αρκετοί λογοτέχνες και καλλιτέχνες το τίμησαν με τη συνεργασία τους, όπως ο Τέλλος Άγρας, o Τεύκρος Ανθίας, ο Στρατής Δούκας, ο Αναστάσιος Δρίβας, ο Φώ­της Κόντογλου, ο Τάκης Παπατσώνης, ο Δημήτρης Πικιώνης, ο Γιαννούλης Χαλεπάς κ.ά.

Το βιβλίο περιλαμβάνει πλούσιο και ανέκδοτο φωτογραφικό και εικαστικό υλικό από τη ζωή και το έργο του Βέλμου, πλήρη καταλογράφηση του συγγραφικού, εκδοτικού και θεατρικού έργου του, ευρετήριο ονομάτων, καθώς και ένα ανθολόγιο, ενδεικτικό του συγγραφικού του έργου.

Ο Νίκος Λογοθέτης αφιέρωσε περισσότερα από 20 χρόνια στην έρευνα και τη μελέτη του έργου και της ζωής του Νίκου Βέλμου. Είναι επί σειρά δεκαετιών εκδότης ιδιότυπων, χειροποίητων, εκτός εμπορίου, φιλολογικών περιοδικών και βιβλίων. Ασχολήθηκε επίσης με την γλυπτική.

12.07

Κίμων Θεοδώρου

«Σκοπός του Ασύλου Τέχνης είναι η ανάδειξη κάθε ελληνικής αξίας και κάθε ελληνικής ομορφιάς. Και επανάσταση ενάντια στο εμπόριο της τέχνης (…) δεν πάμε να κάνουμε εκθέσεις εμπορικές, μα όσο γίνεται καλλιτεχνικές (…) Αν θέλαμε τις εμπορικές, θα γινόμασταν κόλακες και δε θα βγάζαμε Φραγκέλια και δε θα πολεμούσε την καλλιτεχνική σαπίλα»
***
«Κι όμως υπάρχει εφτυχία στη ζωή, αφού υπάρχει ζωή· αφούχετε στα χέρια τ’ όπλο που σας έδωσε η ίδια η φύση, την τέχνη, που πρώτο απ’ όλα διδάσκει την αγάπη».

Νίκος Βέλμος, περιοδικό Φραγκέλιο

 

Η μελέτη αυτή παρουσιάζει το πρωτοποριακό Άσυλον Τέχνης, που ίδρυσε ο πολυσχιδής και ανατρεπτικός Νίκος Βέλμος στο σπίτι του, στην οδό Νικοδήμου 21, στην αθηναϊκή Πλάκα, το οποίο λειτούργησε από το 1928 έως το 1939, εκπέμποντας έναν επαναστατικό άνεμο στο πνευματικό και καλλιτεχνικό γίγνεσθαι της εποχής.

Σε ποιο ιστορικό συγκείμενο ο Βέλμος ανοίγει τη δική του αίθουσα τέχνης; Τι σήμαινε η απόρριψη της «φωτογραφικότητας» και ποιες ακόμη πεποιθήσεις καθοδήγησαν τη δράση του; Πώς έβλεπαν οι σύγχρονοί του τις εκθέσεις που οργάνωνε; Πόσο κατάφερε με τις ιδέες του να αλλάξει κάτι στην ιστορία της νεοελληνικής τέχνης;

Για πρώτη φορά γίνεται μια λεπτομερής καταγραφή στοιχείων, μέσα από έρευνα κυρίως στον μεσοπολεμικό Τύπο, που τεκμηριώνουν τη δράση του Ασύλου Τέχνης, και μας επιτρέπουν να μπούμε αμεσότερα στο κλίμα και στο όραμα των εκθέσεων που οργανώθηκαν στο εν λόγω καλλιτεχνικό καταφύγιο.

Μετά από αρκετές δεκαετίες λήθης, μόλις τα τελευταία χρόνια αναδύεται ένα ζωηρό ενδιαφέρον για τις βελμικές ημέρες και έργα. Ίσως επειδή η εν εξελίξει οικονομική, κοινωνική και αξιακή κρίση του 21ου αιώνα γεννά την ανάγκη επανεκτίμησης άλλων εποχών, αναζητώντας παρηγορία μέσα στην ιστορία.

Το βιβλίο περιλαμβάνει πλούσιο αρχειακό υλικό και συμπληρώνεται από έναν αναλυτικό κατάλογο-παράρτημα 55 σελίδων, που κατάρτισε ο συγγραφέας για όλες τις εκθέσεις που έλαβαν χώρα στην Αθήνα μεταξύ των ετών 1927-1930.

10.00

Κίμων Θεοδώρου

«Στη Νέα Υόρκη με θεωρούν φρικιό λόγω της ομορφιάς μου, αλλά στην Αθήνα έκανα θραύση. Με ζωγράφισαν. Με σμίλεψαν. Έγραψαν για εμένα και είπαν ότι είμαι μετενσάρκωση του Απόλλωνα!» Paul Swan. The World Magazine, Νέα Υόρκη 1915 Ο Παύλος Σουάν μεγάλωσε στη Νεμπράσκα. Από μικρό παιδί ονειρευόταν την Ελλάδα και τον κόσμο των μύθων της. Όταν ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Αθήνα τα όσα συνέβησαν διαμόρφωσαν την καλλιτεχνική του πορεία καθοριστικά. Θα έλεγε: «Η Ακρόπολη είναι το σπίτι μου». Στις αρχές του 1911 παρουσίασε μια έκθεση ζωγραφικών έργων, στο δωμάτιο της πανσιόν όπου έμενε, στην οδό Σταδίου. Τον παρομοίασαν με τον Απόλλωνα και τον Λόρδο Βύρωνα. Η έκθεση αποτέλεσε προσκύνημα για τον κόσμο των γραμμάτων και των τεχνών εκείνης της εποχής. Πολλοί θαύμασαν τα έργα του και τον ίδιο που, μάλιστα, επιχείρησε να μιλήσει με μια δημιουργική εμμεσότητα περί σεξουαλικότητας. Άλλωστε η σαγήνη του ομοκλασικού ερωτισμού θα πρέπει να συνέβαλε στο να θεωρήσει την Ελλάδα πνευματική του πατρίδα. Η Αθήνα των πολλαπλών ταυτοτήτων τον εμψύχωσε: εκτός από ζωγράφος θα γίνει γλύπτης, χορευτής, ποιητής, ηθοποιός, νάρκισσος και εραστής της εξιδανίκευσης στην τέχνη, εστέτ και έπειτα κοινωνικός οραματιστής, ο «Λεονάρντο ντα Βίντσι της Αμερικής» ή ο «πιο όμορφος άντρας στον κόσμο» σύμφωνα με τις εφημερίδες του καιρού του. Μέχρι που, μερικές δεκαετίες αργότερα, όταν ο αρχέγονα queer πρωταγωνιστής μας είναι πια ηλικιωμένος και λησμονημένος, τον ανακαλύπτει ο Άντι Γούορχολ με αμφιλεγόμενες προθέσεις: η εποχή έχει αλλάξει και η σπίθα της νεωτερικότητας έφτασε στην πυρίτιδα. Η παρούσα μελέτη ακολουθεί βηματισμούς πριν, κατά τη διάρκεια, και μετά από τις αθηναϊκές ημέρες του Σουάν, με κύρια, ωστόσο, επικέντρωση σε αυτές και τον σύγχρονο ορίζοντα υποδοχής, μέσα από πρωτογενή και δευτερογενή έρευνα, ενώ συνάμα διακλαδώνεται σε θέματα φύλου και ιστορίας της τέχνης.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

15.58

Νίκος Βέλμος

Η ανθρωπότης έχει σαπίσει από τα νεύρα της -αιώνες τώρα-, για τούτο βαδίζει προς την ηλιθιότητα. Ζούμε προσποιητά. Μας λείπει ο πραγματικός εαυτός μας. Οι περισσότεροι γεννιόμαστε δίχως αυτόν, κι όσοι γεννιούνται μ’ αυτόν πεθαίνουν μ’ άλλον. Μακριά, μακριά όσοι δεν μπορούν να επαναστατήσουν για την ευτυχία της ανθρώπινης φυλής, μακριά όσοι δε θυσιάζονται για την πίστη τους, μακριά όσοι ζητιανεύουν τη λύπη του άλλου. Αγαπώ τη δυστυχία μου σαν ευτυχία και δεν την ανταλλάζω με όλων των ειδών τις σημερινές εκτιμήσεις και αναπαύσεις, γιατί αυτή μου είπε πως υπάρχει ευτυχία, γιατί αυτή μου ‘δειξε το δρόμο που οδηγεί στην ευτυχία. Δεν υπάρχει πλέον κακό πλάσμ’ από τον άνθρωπο, και ιδίως απ’ τον σημερινό, το τελευταίο γέννημα του πιο σάπιου αιώνα· ως και τα σκυλιά διέφθειρε, μαθαίνοντά τα κι αυτά ν’ αγαπούν ορισμένους ανθρώπους. Επαναστατώντας δεν θα ελευθερώσει μοναχά τον εαυτό του, αλλά και τα ζώα. […] (“Κοινωνικό βιβλίο”, από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

12.00