Showing all 4 results

Γεννήτρια

Ξένη λογοτεχνία

Η καρδιά το καταχείμωνο

Κέβιν Μπάρρυ

Αφήνοντας πίσω έναν απατημένο σύζυγο, μια πανσιόν τυλιγμένη στις φλόγες και μια πόλη να συζητά αναστατωμένη τη φυγή τους, ο Τομ Ρουρκ και η Πόλλυ Γκιλλέσπυ ξεκινούν με ένα κλεμμένο άλογο να ζήσουν τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής τους, μέσα στα χιονισμένα δάση και τα έρημα βουνά της Μοντάνα, σε ένα σκηνικό έρωτα, λυρισμού, συγκίνησης και βίας. Οι κυνηγοί όμως που τους πήραν στο κατόπι, δεν είναι μακριά, κι ένα λάθος μόνο αρκεί για να στερήσει για πάντα τον έναν από τον άλλο.

«Ο Μπάρρυ έχει γράψει μια ιστορία αγάπης που δεν γίνεται ποτέ ψεύτικη ή φτηνή, και μια περιπέτεια όπου η βία δεν μοιάζει ποτέ χαιρέκακη ή απευαισθητοποιημένη. Είναι ένας συνδυασμός Κόρμακ Μακάρθυ και Φλανν Ο’Μπράιεν· ένα γουέστερν που είναι όμως και ένα απόλυτα ιρλανδικό μυθιστόρημα· μια τραγωδία γραμμένη σαν φάρσα».
—The Guardian

16.50

Ξένη λογοτεχνία

Τα θέλω όλα

Ντόμινικ Αμερένα

Η ερημίτισσα συγγραφέας Μπρέντα Σέιλς παραμένει ένα από τα τελευταία άλυτα λογοτεχνικά μυστήρια της Αυστραλίας. Τα βιβλία της κατέκτησαν τον κόσμο προτού εκείνη εξαφανιστεί από τα φώτα της δημοσιότητας ύστερα από μια μυστηριώδη υπόθεση λογοκλοπής. Όμως, όταν ένας αποτυχημένος νεαρός συγγραφέας τη βλέπει τυχαία σε ένα κολυμβητήριο της Μελβούρνης, συνειδητοποιεί πως αυτή είναι η ευκαιρία του: να πει επιτέλους την ιστορία πίσω από την ξαφνική εξαφάνισή της πενήντα χρόνια πριν. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα – πρέπει να προσποιηθεί ότι είναι κάποιος άλλος για να το καταφέρει. Κάπως έτσι σφραγίζει τη μοίρα του, ενώ πλέκει –αλλά και μπλέκεται σε– έναν ιστό από ψέματα, δολοπλοκίες και παρεξηγήσεις, που στο κέντρο του έχει ένα ερώτημα: ποια ήταν στα αλήθεια η Μπρέντα Σέιλς;

«Το Τα θέλω όλα είναι μια παιχνιδιάρικη, υπέροχη ιστορία εξαπάτησης που αποκαλύπτει το κόστος της άκρατης φιλοδοξίας».
—The Guardian

«Μπορεί να τα θέλεις όλα, λέει ο Αμερένα, αλλά πρώτα θα χρειαστεί να ξεπουληθείς –και να ξεπουλήσεις τους φίλους σου, τους εχθρούς, τους συναδέλφους, τους θαυμαστές, τους συνεργάτες, τα κατοικίδια, τους ομότεχνους και την οικογένειά σου– για να τα αποκτήσεις».
—The Age

19.00

Ελληνική λογοτεχνία

Το μόνο ζώο

Νατάσσα Σιδέρη

«Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που…»: η ιστορία του πολιτισμού μέσα από μία φράση. Μία δότρια ωαρίων σε μια αίθουσα αναμονής στοχάζεται το μέλλον της ανθρωπότητας, ένας άντρας αποφασίζει να επανεισάγει τον λύκο στο χωριό του πατέρα του, και άλλα επεισόδια από τη ζωή και τα έργα του μόνου ζώου που κοκκινίζει, του μόνου ζώου που μπορεί να κρατήσει μυστικό, του μόνου ζώου που προσεύχεται πριν διαπράξει φόνο, του μόνου ζώου που…

«Στα εκτενή διηγήματα [των Κυρίαρχων πονηρών λογισμών] η Νατάσα Σίδερη πραγματεύεται σε μυθοπλαστικό επίπεδο τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα, με γλώσσα κοφτερή και ευρηματική, σωστή αίσθηση του ρυθμού και πειστικούς χαρακτήρες, πετυχαίνοντας μέσα σε λίγες σελίδες να αποδώσει το κεντρικό διακύβευμα στη ζωή των ηρώων της».
—Χρίστος Κυθρεώτης, Εφημερίδα των Συντακτών

14.50

Ελληνική λογοτεχνία

Κωνσταντίνος

Παναγιώτης Ευαγγελίδης

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, σε μια Αθήνα νυκτόβια, απειλητική, ο Κωστής ερωτεύεται τον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος δεν ερωτεύεται τον Κωστή – αλλά μπορεί και ναι, ποιος ξέρει, ο Κωνσταντίνος είναι ένα μυστήριο. Συναντιούνται σε πάρκα, σε σπίτια, σε αυτοκίνητα, ψάχνουν ο ένας τον άλλον στα τηλέφωνα, ενώ ο χρόνος ήδη από την πρώτη τους συνάντηση μετράει αντίστροφα. Γύρω τους η πόλη σφίγγει σαν μέγγενη. Φίλοι και γνωστοί αργοπεθαίνουν από το AIDS, ενώ τα σπίτια, τα δωμάτια, τα καλώδια των τηλεφώνων τυλίγονται γύρω τους σαν φίδια. Ο Κωνσταντίνος του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, το εμβληματικό queer μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’90, επανεκδίδεται μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια για να ρίξει φως σε μια εποχή κι έναν κόσμο που κινδυνεύει να ξεχαστεί.

«Μακροπερίοδος λόγος που εμπεριέχει διαφορετικούς χρόνους και φωνές, λόγος που υιοθετεί την υφολογία του “Νέου Μυθιστορήματος” και, ταυτόχρονα, άκρως σύνθετη και φιλοσοφημένη γλώσσα για να ειπωθούν οι πλέον περιθωριακές, για την καθεστηκυία αντίληψη, καταστάσεις που, ωστόσο, συμβαίνουν σε όλη τους την ωμότητα κάτω από τα καθώς πρέπει παράθυρα των πολυκατοικιών, μέσα στα διπλανά διαμερίσματα οικογενειαρχών και αφορούν όχι κάποιους άλλους αλλά κομμάτι από εμάς. Μια γλώσσα/κοινωνικό εργαλείο στον τέλειο χειρισμό της, εργαλείο αναντίρρητης δύναμης για να περιγραφεί ο ανάστροφος κόσμος που βιώνουν οι γκέι, ανάτυπα και κακέκτυπα μιας συγκεκριμένης κοινωνικής δομής που αντανακλούν την ειλικρινέστερη εικόνα της. Μια γλώσσα που αποκτά τη λειτουργία που της προσέδωσε ο Ζαν Ζενέ, στα δικά του μυθιστορήματα, έτσι από την πίσω πόρτα στο μεγαλείο της γαλλικής κουλτούρας».
—Δημήτρης Τσατσούλης, Διαβάζω #384

19.00