Showing all 2 results

Μάγμα

Ξένη λογοτεχνία

Άνθρωποι και γρανάζια

Ερνέστο Σάμπατο

Στο κλασικό αυτό δοκίμιο, ο Σάμπατο καταπιάνεται με μια κριτική επισκόπηση του φαντασιακού της Προόδου, διατρέχοντας ολόκληρη την ιστορία του δυτικού πολιτισμού: από τις αντινομίες της Αναγέννησης, τις αμφισημίες της επιστημονικής εξέλιξης και την κρατική συγκεντροποίηση, ως την παντοδυναμία του Μεγάλου Μηχανισμού, τις αυταπάτες της σύγχρονης τέχνης, αλλά και τα όρια των κινημάτων του Ρομαντισμού και του Υπερρεαλισμού. Ο Αργεντινός λογοτέχνης καταδεικνύει το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος παλεύει με τα θεριά που δημιούργησε, θύμα των αφαιρέσεων που ο ίδιος επινόησε. Και σκιαγραφώντας τον απανθρωπισμό στον οποίο οδηγεί η αλαζονική πίστη στο ποσοτικά μετρήσιμο, δεν διστάζει να καταγγείλει την αχαλίνωτη εκμηχάνιση του πολιτισμού μας, καθώς απειλεί με εξόντωση την ίδια την ανθρώπινη φυλή.

«Όπως ακριβώς η μηχανή άρχισε να χειραφετείται από τον άνθρωπο και να εναντιώνεται σε αυτόν, έχοντας μετατραπεί σε ένα ανώνυμο τέρας, ξένο προς την ανθρώπινη ψυχή, έτσι και η επιστήμη μετατράπηκε προοδευτικά σε έναν παγερό και απανθρωπισμένο λαβύρινθο συμβόλων. Επιστήμη και μηχανή απομακρύνονταν ολοένα και περισσότερο προς έναν μαθηματικό Όλυμπο, αφήνοντας μόνο και αβοήθητο τον άνθρωπο, που τους είχε δώσει ζωή. Ατσάλινα τρίγωνα, λογάριθμοι και ηλεκτρισμός, ημιτονοειδή κύματα και ατομική ενέργεια, σε αγαστή συνεργασία με τις πλέον μυστηριώδεις και δαιμονικές μορφές του χρήματος, οικοδόμησαν, τελικά, τον Μεγάλο Μηχανισμό, στο πλαίσιο του οποίου τα ανθρώπινα όντα κατέληξαν να είναι αφανή και ανήμπορα γρανάζια. […] Θα χρειαστεί λοιπόν, τώρα, να αποκαταστήσουμε την προγενέστερη, ανθρώπινη πλευρά της τεχνικής και της επιστήμης, να καθορίσουμε τα όριά τους, να θέσουμε τέλος στη λατρεία τους».

«Οποιαδήποτε προσπάθεια να αναχθεί η τέχνη σε αφαίρεση θα πρέπει να θεωρείται ως απόπειρα απανθρωπισμού, όχι γιατί το αφηρημένο δεν είναι και ανθρώπινο, αλλά γιατί το ανθρώπινο είναι κάτι περισσότερο από αυτό: Είναι το αφηρημένο και το συγκεκριμένο, το ορθολογικό και το ανορθολογικό, η μηχανή και η φύση, η επιστήμη και η τέχνη».

12.00

Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ

Αναμένοντας την εσχάτη των ποινών, ένας κατάδικος, πασχίζει να συλλάβει τον κόσμο γύρω του, να βάλει τάξη στην ανθρώπινη εντροπία που τον βασανίζει. Κι ο κόσμος, διά των οικείων του, του δήμιου, και των δεσμοφυλάκων του, μοιάζει να του σκαρώνει μια μεγαλοπρεπή φάρσα: Αντί να τον τιμωρήσει, τον προσκαλεί να συνταχθεί με τους ανόμοιούς του και να συμφιλιωθεί με την τελετουργία του τέλους του. Καθώς η πλοκή εξελίσσεται, η ειρωνεία των ηρώων αλλά και του αφηγητή-συγγραφέα είναι τόσο συντριπτική που οτιδήποτε στιβαρό γκρεμίζεται, κάθε ανθρώπινο υλικό αποσυντίθεται, το σκηνικό και οι χαρακτήρες καταρρέουν μπροστά μας, οι ίδιες οι λέξεις εξεγείρονται. Η υποψία του πρωταγωνιστή ότι υπάρχει ένας εξωτερικός κόσμος αποδεικνύεται ψευδαίσθηση. Στην Πρόσκληση σε έναν αποκεφαλισμό ο Ναμπόκοφ χτίζει με χειρουργική περιγραφική ακρίβεια και απαράμιλλο ύφος μια κοινωνικοπολιτική αλληγορία που υπονομεύει ανηλεώς κάθε λογική, συναισθηματική, ηθική συνοχή, προσθέτοντας ακόμα ένα σπουδαίο έργο στη λογοτεχνική του κληρονομιά.

“Τότε ο Κιγκινάτος στάθηκε και, κοιτώντας γύρω του, λες και μόλις είχε προσγειωθεί σ’ αυτή την πέτρινη ερημιά, μάζεψε όλη του τη θέληση, φαντάστηκε τη ζωή του ολάκερη και επιχείρησε να ξεκαθαρίσει τη θέση του με τον ακριβέστερο τρόπο. Κατηγορούμενος για το χειρότερο των εγκλημάτων, τη γνωσιολογική νωθρότητα, τόσο εξαιρετικά ακατανόητη, που πρέπει να χρησιμοποιείς περιγραφές του τύπου: “μη διαπερατότητα”, “αδιαφάνεια”, “παρακώληση”· θανατική καταδίκη για έγκλημα· κλεισμένος στο φρούριο, εν αναμονή της άγνωστης, αλλά σύντομης, αλλά επικείμενης προθεσμίας αυτής της εκτέλεσης (την οποία την προαισθανόταν, σαν το τράβηγμα, το ξερίζωμα και τη σύνθλιψη κάποιου τερατώδους δοντιού, οπότε όλο του το σώμα ήταν το φλεγμαίνον ούλο και το κεφάλι ήταν αυτό το δόντι)· έτσι όπως έστεκε εκείνη τη στιγμή στον διάδρομο της φυλακής με την καρδιά να σβήνει, ακόμη ζωντανός, ακόμη ακέραιος, ακόμη Κιγκινάτος – ο Κιγκινάτος Κ. ένιωσε μια άγρια λαχτάρα για ελευθερία, για την πιο απλή, την πιο πραγματική, την πιο πραγματικά απτή ελευθερία?”

 

16.50