Δοκίμιο
Ο δικός μου κόσμος δεν είναι ο κόσμος των θεωριών. Οι σκέψεις αυτές είναι σκέψεις ενός πρακτικού. Το έργο κάθε μυθιστοριογράφου περιλαμβάνει μια εγγενή αντίληψη της ιστορίας του μυθιστορήματος, μια ιδέα για το τι εστί μυθιστόρημα. Σ’ αυτήν ακριβώς την ιδέα περί μυθιστορήματος που εμπεριέχεται στα μυθιστορήματα μου έδωσα τον λόγο.»
Γενικά
Να φωτίζεις τα σοβαρότερα προβλήματα και ταυτόχρονα να μη γράφεις ούτε μία σοβαρή φράση, να γοητεύεσαι από την πραγματικότητα του σημερινού κόσμου και ταυτόχρονα να αποφεύγεις κάθε ρεαλισμό, αυτό είναι η “Γιορτή της ασημαντότητας”. Όποιος γνωρίζει τα προηγούμενα βιβλία του Κούντερα ξέρει ότι δεν είναι διόλου απροσδόκητη η συνήθειά του να ενσωματώνει σ’ ένα μυθιστόρημα ένα “ασόβαρο” κομμάτι. Σε αρκετά κεφάλαια της “Αθανασίας” ο Γκαίτε με τον Χέμινγουέι περπατούν μαζί, φλυαρούν και διασκεδάζουν. Και στη “Βραδύτητα” η Βέρα, η γυναίκα του συγγραφέα, λέει στον άντρα της: “Συχνά μου έλεγες πως θες να γράψεις κάποτε ένα μυθιστόρημα όπου καμία λέξη δεν θα είναι σοβαρή… σε προειδοποιώ: φυλάξου: καραδοκούν οι εχθροί σου”. Όμως ο Κούντερα, αντί να φυλαχτεί, πραγματοποιεί επιτέλους στο ακέραιο το παλιό αισθητικό όραμά του, σ’ αυτό το μυθιστόρημα που μπορεί κανείς να το δει και σαν θαυμαστή σύνοψη ολόκληρου του έργου του. Παράξενη σύνοψη. Παράξενος επίλογος. Παράξενο γέλιο, που το εμπνέει η εποχή μας, που είναι κωμική επειδή έχασε κάθε αίσθηση του χιούμορ. Τι άλλο μπορεί να πει κανείς; Τίποτα. Διαβάστε!
Ελληνική λογοτεχνία
Ένα από τα κείμενα της σύγχρονης λογοτεχνίας μας που έχουν γίνει πια κλασικά -το βιβλίο με το οποίο ο Καραγάτσης πρωτοπαρουσιάστηκε και επιβλήθηκε ως πρώτης γραμμής πεζογράφος. Η συναρπαστική ιστορία και το δράμα ενός Ρώσου εμιγκρέ, που βρίσκεται ξαφνικά, ξεριζωμένος από τον τόπο του, στον κάμπο της Θεσσαλίας και που, όσο και να το προσπαθεί, αδυνατεί να εγκλιματιστεί στα ελληνικά χώματα. Η οριστική μορφή (από την 5η έκδοση) του δυνατού αυτού αφηγήματος, όπου έχουν διορθωθεί όλες οι ατέλειες του αρχικού κειμένου, χωρίς να χαθεί ούτε στο ελάχιστο ο αυθορμητισμός της πρώτης έμπνευσης. Έτσι, ο πρώτος αυτός Καραγάτσης, χωρίς να υπολείπεται σε τίποτα από τη νεανική του χάρη, παρουσιάζεται με την πνευματική και τεχνική ωριμότητα του συγγραφέα του «Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου» και του «Κίτρινου Φακέλλου».
Βιογραφία - Μαρτυρίες
Η ανέκδοτη αλληλογραφία του Μ. Καραγάτση με τους συμφοιτητές του Γιώργο Ρωμανό και Νικόλαο Κάλας μας αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της προσωπικής ιστορίας του, που αφορούν –μεταξύ άλλων– και στη συγγραφή του Συνταγματάρχη Λιάπκιν (1933): «Το έργο μου μάλλον θα εκδοθεί. Είναι καθαρά κομμουνιστικό. Μου φαίνεται ότι σου ανάγγειλα την προσχώρηση μου στις ιδέες της Γ? Διεθνούς», γράφει στον Ρωμανό, ενώ παράλληλα πληροφορεί τον Κάλας για την αναστάτωση που επικρατεί στο θεσσαλικό κάμπο, προσδοκώντας την «επανάσταση».
Ο Καραγάτσης γοητεύεται από τις ιδέες της κομμουνιστικής Αριστεράς σπρωγμένος από τη νεανική ροπή του προς την αμφισβήτηση των κοινωνικών στερεοτύπων, αλλά και επειδή θεωρεί τον ρεαλισμό ως την ενδεδειγμένη μέθοδο για την καλλιέργεια του νεοελληνικού μυθιστορήματος. Οι επιστολές αλλά και οι ημερολογιακές σημειώσεις του 1931, όπως καταδεικνύει και στο Επίμετρό της η Χριστίνα Ντουνιά, δεν μας προσφέρουν μόνο ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη βιογραφία του Καραγάτση, αλλά εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας σχετικά με τη διαμόρφωση του λογοτεχνικού πεδίου, στις αρχές μιάς κρίσιμης δεκαετίας και συνεισφέρουν στην καλύτερη κατανόηση του έργου του.
Ξένη λογοτεχνία
Η Σεροτονίνη (από το όνομα μιας ευφορικής ορμόνης) διασχίζει μια Γαλλία που αναμασά τις παραδόσεις της, τυποποιεί τις πόλεις της και καταστρέφει τις εξοχές της φέρνοντας τους ανθρώπους στα όριά τους. Ο μεσήλικας πρωταγωνιστής, ένας γεωργικός μηχανικός, αφηγείται όλη τη ζωή του, τη φιλία του μ’ έναν αριστοκράτη γεωργό (αξέχαστο μυθιστορηματικό ήρωα και ανεστραμμένο είδωλο του πρωταγωνιστή), την αποτυχία των ιδανικών της νιότης τους, τη χαμένη του λίμπιντο, την ίσως παράλογη ελπίδα του να ξαναβρεί έναν χαμένο έρωτα.
Το μυθιστόρημα θεωρήθηκε «προφητικό» -συμβαίνει συχνά με τα βιβλία του Ουελμπέκ- καθώς περιγράφει συγκλονιστικά την οργή των Γάλλων αγροτο-κτηνοτρόφων που οδηγούνται στην αυτοκτονία αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές και την παγκοσμιοποιημένη ελεύθερη αγορά.
Ένα μυθιστόρημα για την ερήμωση ενός κόσμου χωρίς καλοσύνη, χωρίς αλληλεγγύη, του οποίου οι μεταλλάξεις έχουν γίνει ανεξέλεγκτες. Κι επίσης ένα μυθιστόρημα για την ενοχή και τη μεταμέλεια.
Ελληνική λογοτεχνία
Τότε, ξαφνικά, κατάλαβε ότι τα αστέρια που κρέμονταν από πάνω τους ήταν αληθινά και ανεξήγητα και ότι είχαν αργήσει λίγο να τα κοιτάξουν με ειλικρίνεια. Κατάλαβε ότι δεν ήταν ούτε νωρίς μα ούτε και αργά για να πεθάνουν όλοι τους, και ότι ο πατέρας του Μάρκου είχε πεθάνει για πάντα. Κατάλαβε, επίσης, ότι δεν ήταν νωρίς μα ούτε και αργά για το οτιδήποτε, κατάλαβε ότι ο κόσμος ήταν παντού γύρω τους και ήταν τραχύς και αιχμηρός και αδιάφορος και ότι κανείς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τους βοηθήσει. Ένιωσε στο πετσί του ότι η ζωή του θα έσβηνε και θα ξεχνιόταν και, επομένως, μέχρι τότε θα ήταν εγκληματικό να κάνει οτιδήποτε δεν ήθελε και αντιστοίχως να απέχει από οτιδήποτε επιθυμούσε γιατί ούτως ή άλλως τίποτα δεν θα υπήρχε μετά, κανένας απολογισμός, θέλησε τότε όλο το σύμπαν μέσα στο κουτάκι της μπύρας του, να το πιει και να το τελειώσει, να τσαλακώσει το κουτάκι και να το πετάξει για να μην προλάβει τίποτα να συμβεί χωρίς εκείνον παρόντα.
“Εσύ τι πιστεύεις, Άλεξ;” ρώτησε ο Σπύρος.
“Τι εννοείς;”
“Γα την ευτυχία”.
Σε εννιά μέρες τα συναισθήματα των ανθρώπων θα παγώσουν. Ένας κομήτης θα πέσει στη Γη, οι τοξίνες του θα απελευθερωθούν στην ατμόσφαιρα και εξαιτίας τους οι άνθρωποι θα αισθάνονται για το υπόλοιπο της ζωής τους ακριβώς όπως αισθάνονταν την ώρα της σύγκρουσης. Ο Αλέξανδρος, φοιτητής στην Αθήνα, θα σκάψει βαθιά μέσα και γύρω του και θα πασχίσει να κατανοήσει τους ανθρώπους, τον έρωτα, τον πόνο και τη νοσταλγία· αγωνιά να προφτάσει την ευτυχία, ώστε να την εξασφαλίσει για πάντα.
Ελληνική λογοτεχνία
“Ο πόλεμος μεταμορφώνεται χωρίς ποτέ ν’ αλλάζει. Μπαίνει ολοένα και πιο βαθιά, τρυπώνει στην καμινάδα ως αντίστροφος καπνός και γεμίζει τα σπίτια μας μ’ αδιάκοπες συγκρούσεις. Το κόκκινό του σύννεφο μάς τυλίγει. Δεν κλαίμε στην κουζίνα· λιμοκτονούμε ξύνοντας τις άπειρες πληγές μας – ψίθυροι μάς τρώνε τα πλευρά, πιάτα σπάνε μόνα τους, ραδιοφωνικές εκπομπές προβλέπουνε την ώρα του θανάτου. Είναι ένας πόλεμος παντού, σε κάθε λέξη που λέγεται ή δεν λέγεται, σε κάθε χειρονομία που γίνεται ή δεν γίνεται, όλη μας η ζωή μια ατέρμονη πράξη πολέμου.
Οι μέρες αυτοκτονούν κι η σύρραξη εσωτερικεύεται, εγγράφεται στο σώμα μας και μαίνεται βουβή. Πια βλέπουμε φυλές να σφάζονται πάνω στον θώρακά μας, καθημερινά χαράσσουνε τη γυμνή μας σάρκα κατακτώντας γόνατα και μπούτια κι ευνουχίζοντάς μας στ’ όνομα νεκρών θεών. Ο πόλεμος μπαίνει ακόμα πιο μέσα, τόσο που το μέσα και το έξω δεν έχουν πια καμία ουσιαστική διαφορά, κι έτσι εκείνος ξεχύνεται πάνω στη θωριά της φύσης, ανάγεται σ’ οντολογική συνθήκη, ορίζει τον αέρα που αναπνέουμε και τις σχέσεις ανάμεσα στ’ αβάπτιστα στοιχεία: Υπάρχει μια σκληρότητα στα κλαδιά των δέντρων μεγαλύτερη από οποιαδήποτε ανθρώπινη κτηνωδία· το νερό ουρλιάζει σαν εξατμίζεται, τα φύλλα που πέφτουν είναι εγκλήματα, ο κόσμος μας ψυχορραγεί κι εμφύλια λαμπαδιάζει”.
Ένα βιβλίο για τον φασισμό, τον έρωτα, τη σεξουαλικότητα και τη δυνατότητα απελευθέρωσης.
Ελληνική λογοτεχνία
Πάντως τότε, μπορεί σε τίποτε άλλο να μην τον παίρναμε στα σοβαρά, αφού αυτό μας έβγαινε αυθορμήτως να πράττουμε ως άμυνα έναντι της γενικότερης πλοιαρχικής συμπεριφοράς του μέσα στο σπίτι, μπορεί επίσης με τις βιβλιοθήκες του, παρά τις εντολές και τις συνεχείς παραινέσεις του, να μην ασχολήθηκε ουσιαστικά ποτέ κανείς μας πλην της αδελφής μου, της Ιωάννας, η οποία τις είχε πάρει ράφι προς ράφι και διάβαζε τα πάντα, ένα προς ένα από μικρή· τις γνώσεις του όμως περί βιβλίων και συγγραφέων, αν και μας ήταν παντελώς άχρηστες και αδιάφορες αφού δεν μας ενδιέφερε διόλου το αντικείμενο, δεν είχαμε λόγο να τις αμφισβητήσουμε.
Έτσι, εκείνο το απόγευμα δεν μπορούσε και δεν ήθελε φυσικά κανείς μας να αντιπαρατεθεί στα όσα υποστήριζε για την ποιότητα της γραφής μου. Ιδίως εγώ, που όσο τον άκουγα ένιωθα πως κρυφοφτερούγιζε μέσα μου, έτοιμη να απογειωθεί ξανά, η ισοπεδωμένη μου αυτοπεποίθηση, μετά το ερωτικό στραπάτσο που είχα βιώσει για πρώτη φορά στη ζωή μου λίγες ώρες πρωτύτερα και με είχε οδηγήσει σε μια πρωτόγνωρη αίσθηση πλήρους αυτοακύρωσης.
Τον Ζαχαρία Μελιτάκη τον έριξε στη συγγραφή ένας ύπουλος συνδυασμός πατρικής χειραγώγησης και ερωτικής απογοήτευσης. Τα απόνερα της Σοφίας τον πήραν και τον σήκωσαν. Βρήκε όμως σωσίβιο να πιαστεί στα δέντρα της Αθήνας.
Γιατί συμμετείχε η Ελλάδα στον Πόλεμο της Κορέας το 1950-1953; Πώς ήταν η εμπειρία του πολέμου με αντίπαλο έναν “πολιτισμικά άλλο”, σε μια περιοχή όπου η Ελλάδα δεν είχε κάποια πληθυσμιακή παρουσία ή διεκδίκηση; Πώς μάθαιναν τα νέα του πολέμου οι Έλληνες; Ποιο ήταν το ανθρώπινο κόστος του πολέμου της Κορέας για την Ελλάδα; Γιατί σήμερα ελάχιστοι θυμούνται την ελληνική εμπλοκή στον πόλεμο; Και τι έμεινε από τη συμμετοχή των περίπου 5.000 ελλήνων στρατιωτικών στις επιχειρήσεις στο πλευρό της Νότιας Κορέας; Ποια ίχνη άφησε τελικά ο πόλεμος αυτός στη συλλογική μνήμη της χώρας;
Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα στα οποία προσπαθεί να απαντήσει το βιβλίο αυτό. Βασισμένο σε γενικές ιστορίες του Πολέμου της Κορέας, σε ελληνικές και ξένες ειδικές μελέτες, αλλά και σε απομνημονεύματα και μαρτυρίες Ελλήνων που συμμετείχαν, το βιβλίο ανασυστήνει τον Πόλεμο της Κορέας και την καθημερινή ζωή των Ελλήνων στρατιωτών στην πρώτη γραμμή αφηγούμενο τις μνήμες, 70 χρόνια μετά την ανακωχή του Ιουλίου 1953.
Ελληνική λογοτεχνία
«Η μεγάλη χίμαιρα» είναι ένα λεπτομερές ψυχογράφημα. Ο συγγραφέας καταπιάνεται με έναν γυναικείο χαρακτήρα και τον αναλύει συστηματικά. Είναι η ιστορία της Μαρίνας, μιας νεαρής Γαλλίδας που ερωτεύεται, παντρεύεται κι ακολουθεί τον άνδρα της στη Σύρα, στο πατρικό σπίτι της Επισκοπής. Εκεί ζει κάτω από τον βαρύ, αποδοκιμαστικό ίσκιο της πεθεράς της.
Καθώς η Μαρίνα συνδέει την τύχη της με τα βαπόρια του άνδρα της, κάθε ψυχική της αναταραχή έχει περίεργες συνέπειες πάνω στη ζωή τους. Όταν έρχεται η οικονομική καταστροφή που είναι συνδεδεμένη με την ψυχική φθορά της ηρωίδας, τότε όλα μπαίνουν στον φαύλο κύκλο του έρωτα και του θανάτου.
Ελληνική λογοτεχνία
Τα κλειστά της μάτια τον ενθαρρύνουν. Στα χείλη της διαγράφεται ένα φιλικό ευφρόσυνο χαμόγελο. Απλώνει το χέρι του και δειλά το βάζει ανάμεσα στους μηρούς της. Το κεφάλι του πάει να εκραγεί. Το χέρι του προχωράει ψηλότερα, την ψαύει ολόκληρη. Χώνει το πρόσωπό του στο στήθος της. Η μυρουδιά της τον αναστατώνει. Προσπαθεί να της κατεβάσει το εσώρουχο χωρίς να τα καταφέρνει.
Προσπαθεί επανειλημμένα αλλά χωρίς αποτέλεσμα, παρόλο που η ίδια τον ευκολύνει μετακινώντας το κορμί της. Η αγωνία του κορυφώνεται. Συνεπαρμένη από την ίδια αγωνία, η Γαλλίδα παραμερίζει βίαια το εσώρουχό της και το σκίζει. Στην κρίσιμη στιγμή η αποκάλυψη της σγουρής δασωμένης της ήβης τυφλώνει τον Νίκο. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι που επικρατεί, δεν ακούγεται τίποτε άλλο εκτός από τη βροχή στα κεραμίδια.
Ξένη λογοτεχνία
«Είναι η υποταγή», είπε απαλά ο Ρεντιζέ. «Η ανατρεπτική και απλή ιδέα, που ως τότε δεν είχε ποτέ εκφραστεί με τόση δύναμη, ότι το απόγειο της ανθρώπινης ευτυχίας έγκειται στην απόλυτη υποταγή».
Σε μια Γαλλία αρκετά κοντινή στή σημερινή, ένας άντρας ακολουθεί πανεπιστημιακή καριέρα. Η διδασκαλία τον ενδιαφέρει ελάχιστα, προσδοκά μια βαρετή αλλά ήρεμη ζωή, μακριά από τα μεγάλα ιστορικά δρώμενα. Ωστόσο, οι δυνάμεις που δρουν στη χώρα έχουν διασπάσει το πολιτικό σύστημα, επιφέροντας τελικά την κατάρρευσή του. Αυτή η εσωτερική ρήξη χωρίς αναταράξεις, χωρίς αληθινή επανάσταση, εξελίσσεται σαν εφιάλτης.
Το ταλέντο του συγγραφέα, η οραματική του δύναμη, μας παρασύρουν σε ένα αμφίσημο και ολισθηρό έδαφος το βλέμμα του στον γηράσκοντα πολιτισμό μας κάνει να συνυπάρχουν σε αυτό το μυθιστόρημα ποιητικές διοράσεις, κωμικές σκηνές και μια μοιρολατρική μελαγχολία.
Ένας συναρπαστικός πολιτικός και ηθικός μύθος.