Προβολή όλων των 2 αποτελεσμάτων

Προσφορά!

Βιβλία

Μέρφυ

Σάμιουελ Μπέκετ

16.00 14.40

Ο Μέρφυ είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Μπέκετ· δημοσιεύτηκε στην Αγγλία το 1938, ύστερα από δεκάδες απορρίψεις, από τις εκδόσεις Routledge. Η γαλλική μετάφραση (του ίδιου του συγγραφέα, σε συνεργασία με τον Alfred Péron, που είχε ξεκινήσει ήδη από το 1938) εκδό-θηκε το 1947 από τις εκδόσεις Bordas στο Παρίσι. Κείμενο σκοτεινό και κωμικό ταυτόχρονα, παρωδεί την παραδοσιακή φόρμα του μυθιστορήματος και ανατρέπει τα πάντα, στην ουσία ολόκληρη τη δυτική παράδοση.

Τα στερεότυπα εδώ αρχίζουν ήδη από τον τίτλο, καθώς ο φερώνυμος κεντρικός ήρωας, ο Μέρφυ, έχει το πιο κοινό ιρλανδικό επώνυμο. Ήδη από την πρώτη αράδα, ο παντογνώστης αφηγητής φροντίζει να μας ενημερώσει ότι με την αφήγησή του δεν θα προσφέρει τίποτα καινούριο.

Σε πρώτο επίπεδο, ο Μέρφυ είναι η ιστορία μιας ομάδας ανθρώπων που έζησαν στο Δουβλίνο και το Λονδίνο, από τον Φεβρουάριο ως τον Οκτώβριο του 1935, και οι οποίοι σχηματίζουν ένα «κλειστό κύκλωμα» όπου ο Α είναι ερωτευμένος με τη Β, ενώ η Β, με τη σειρά της, προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή του Γ, που ενδιαφέρεται για τη Δ. Η πορεία, όπως και η κατάληξη, όλων αυτών των προσώπων είναι προκαθορισμένη. Σε δεύτερο επίπεδο, είναι ένα κείμενο πολυπρισματικό και δύσβατο, γεμάτο «παρανοϊκά καθέκαστα» που δυσχεραίνουν το έργο της ερμηνείας.

Τα σημειωματάρια του Μπέκετ, από τα οποία αντλούσε περικοπές για να συνθέσει το παλίμψηστο του Μέρφυ, μαρτυρούν ότι οι αναφορές του καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα πηγών: τις Εξομολογήσεις του Αυγουστίνου, το Καθαρτήριο του Δάντη, διάφορα αποσπάσματα από τον Σαίξπηρ, εδάφια της Βίβλου, λήμματα από την Encyclopaedia Britannica, άρθρα από εφημερίδες, αποσπάσματα από το έργο διαφόρων συγγραφέων και φιλοσόφων, κινεζική ιστορία, ελληνική μυθολογία, δύσκολες λέξεις και διαφημίσεις για κορσέδες.

Βιβλία

Τα κύματα

Βιρτζίνια Γουλφ

8.60

Πόσοι άνθρωποι κατοικούν ανά πάσα στιγμή μέσα μας;

Οι γονείς μας, οι φίλοι μας, όλοι όσοι θαυμάσαμε, όσοι αγαπήσαμε, όσοι μας έβαλαν τρικλοποδιές, αλλά και τόσοι άλλοι που ποτέ δεν γνωρίσαμε προσωπικά, λατρεμένα φαντάσματα του παρελθόντος, ποιητές ή συγγραφείς που αναδύθηκαν μια δύσκολη ώρα της νύχτας στο γραφείο, δίπλα στον υπολογιστή μας, για να μας πουν ότι αξίζει τον κόπο και να είμαστε πείσμονες. Αλλά και άλλοι πολλοί, πλήθος συνωστίζεται στο στήθος μας, το πρόσωπο που φοράω όταν πηγαίνω στο γραφείο, το άλλο που ξεπηδάει όταν μιλάω στον σερβιτόρο, το τρίτο όταν θέλω να γίνω πειστική, ατέλειωτα πράγματι, και δεν είναι μόνο αυτά, δεν είναι μόνο όσα χρησιμοποιώ τις μέρες και τις νύχτες, είναι και όλα όσα ονειρεύτηκα, «σκιές ανθρώπων που θα μπορούσαμε να είχαμε γίνει, οι αγέννητοι εαυτοί μας», όπως λέει η Γουλφ.

«Ο καθένας είναι ο άλλος και κανένας δεν είναι ο εαυτός του» υποστήριζε ο Χάιντεγκερ. Τα Κύματα –το άκρως πειραματικό και ποιητικό μυθιστόρημα της Γουλφ, γραμμένο λίγα χρόνια μετά το Είναι και χρόνος του Χάιντεγκερ– μοιάζουν να εξερευνούν αυτήν ακριβώς την παράδοξη ρήση του Γερμανού φιλοσόφου. Το ζήτημα της ταυτότητας απασχολούσε σφόδρα τους συγγραφείς της ακμής του μοντερνισμού και η Γουλφ –ο πατέρας της οποίας ήταν επιφανής βιογράφος– μοιάζει να περιστρέφεται σχεδόν εμμονικά γύρω από το ερώτημα «πώς μπορούμε να αφηγηθούμε τη ζωή ενός ανθρώπου;». Όταν τα όρια είναι τόσο ρευστά, όταν δεν μπορούμε ποτέ να ξέρουμε πού τελειώνουμε και πού αρχίζουμε, πόσους ανθρώπους κουβαλάμε μέσα μας, ζωντανούς, νεκρούς ή αποκυήματα της φαντασίας μας, πώς μπορούμε να γνωρίσουμε ολοκληρωτικά τον άλλον; Πώς μπορούμε με βεβαιότητα να αποφανθούμε ή να αξιολογήσουμε τη ζωή του, να πούμε «ήταν αυτό» ή «ήταν εκείνο» και να κλείσουμε περισπούδαστα το θέμα;

Στα Κύματα η Γουλφ αναδεικνύει τη θαυμαστή πολυπλοκότητα του ψυχισμού μας και την πολλαπλότητα που κατοικεί μέσα μας (το ίδιο έκανε και στον/στην Ορλάντο, εκεί όμως ακολούθησε μια πιο ανάλαφρη οδό). «Και τώρα αναρωτιέμαι “Ποιος είμαι;”» λέει προς το τέλος του μυθιστορήματος ο Μπέρναρντ, ένας από την παρέα των έξι φίλων που παρακολουθούμε στην πορεία ενηλικίωσής τους. «Σας μιλούσα για τον Μπέρναρντ, τον Νέβιλ, την Τζίνη, τη Σούζαν, τη Ρόντα και τον Λούις. Είμαι άραγε όλοι αυτοί; Είμαι ένας και διακριτός; Δεν γνωρίζω. Καθίσαμε κάποτε εδώ όλοι μαζί. Αλλά τώρα ο Πέρσιβαλ είναι νεκρός και η Ρόντα είναι νεκρή‧ χωριστήκαμε‧ δεν είμαστε εδώ. Κι όμως δεν μπορώ να βρω κάποιο εμπόδιο που να μας χωρίζει. Δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε μένα και σε κείνους […]. Αυτή η διαφορά που την ανάγουμε σε τόσο μεγάλο ζήτημα, αυτή η ταυτότητα που με τόσο ζήλο περιθάλπουμε, έχει ξεπεραστεί».

Είναι, λοιπόν, οι φίλοι μας διάφορες εκδοχές μας, που τις αγαπήσαμε και τις απωθήσαμε, ανάλογα την ώρα και πόσα νεύρα είχαμε. Είναι αυτοί που μέσα στα χρόνια μάς πότισαν με τα όνειρα, τις αγωνίες, τις ζήλιες και τους ενθουσιασμούς τους. Είναι αυτοί που διαπέρασαν σταδιακά το δέρμα μας και χώθηκαν βαθιά, πολύ βαθιά, και τώρα πια δεν μπορούμε να χωριστούμε, επειδή οι φλέβες μας έχουν μπερδευτεί, «επειδή αυτή δεν είναι μία ζωή‧ ούτε πάντοτε γνωρίζω εάν είμαι άνδρας ή γυναίκα, ο Μπέρναρντ ή ο Νέβιλ, ο Λούις, η Σούζαν, η Τζίνη, ή η Ρόντα – τόσο παράξενη είναι η επαφή του ενός με τον άλλο».