Το έναυσμα για να γραφτεί τούτο το βιβλίο ήταν μια επιστολή διαμαρτυρίας του Γιάννη Τσαρούχη, το 1975, σε μια εφημερίδα, για την τυραννία της επιβολής του πρασίνου στην Αττική, υποδεικνύοντας έτσι το πράσινο ως κλειδί κατανόησης του Αττικού τοπίου. Η διαχρονική απουσία πρασίνου στην Αττική συμπίπτει με την πληθώρα των λεγόμενων «αρχαιολογικών χώρων» της. Η μεταξύ τους σχέση δεν είναι τυχαία, καθώς και τα δύο αυτά στοιχεία απειλούνται εξίσου με βανδαλισμούς και βιαιοπραγίες. Οπότε, το δημόσιο πράσινο έρχεται να πρωταγωνιστήσει αναπάντεχα στη συζήτηση για το τοπίο: όχι πια άμεσα, ως καθαυτό πράσινο με φυτά και βλάστηση, αλλά έμμεσα, ως θεσμοθετημένος άχτιστος χώρος, ως κενό. Με τη μορφή ανασκαφικών χώρων, ορυγμάτων ή νταμαριών, ακόμα και έρημο ή εγκαταλειμμένο, χαρίζει μια ανάσα στην πόλη, προσφέρει ένα άνοιγμα· από εκεί, δίνεται στους κατοίκους η δυνατότητα να επικοινωνούν ελεύθερα με τον ουρανό. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου συζητιούνται οι πτυχές του Αττικού τοπίου που σχετίζονται με την κατασκευή του ιδεολογήματός του και η μετατόπιση του ενδιαφέροντος προς την έλλειψη δημόσιου πρασίνου. Στο δεύτερο μέρος η αναζήτηση οδηγείται στην τυπολογία των ελεύθερων χώρων, αδόμητων και ανασκαφικών, και καταλήγει στη διατύπωση πρότασης, όπου το «πράσινο» συνεκτιμάται ως μέρος του τοπίου και αναδεικνύεται ο ρόλος της αρχαιολογίας ως παραγωγού και παρόχου ανοιχτών χώρων στη ζωή της σύγχρονης ελληνικής πρωτεύουσας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Απόστολος Δοξιάδης
Ο Δώρης Καλούσης δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. Θέλοντας να γράψει το μεγάλο του μυθιστόρημα, παλεύει με αναπάντεχες προκλήσεις, εξωτερικές αλλά και εσωτερικές. Δραπετεύει στον Παρνασσό για να συγκεντρωθεί. Όμως εκεί τον παρασέρνει ένα εντελώς άγνωστο βιβλίο, τόσο ζωντανό, ώστε ο κόσμος του αρχίζει να εισβάλλει στην πραγματικότητά του.
Αθήνα, 1942. Ο Χριστόφορος Μπάμιας, απότακτος δημοκρατικός αξιωματικός, αναλαμβάνει να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή. Όμως τίποτα δεν είναι απλό στην αποστολή του, σε μια πόλη που πεινάει και σε μια εποχή όπου οι Ναζί σχεδιάζουν να γυρίσουν ταινία την Ορέστεια του Αισχύλου ως ύμνο στον Φύρερ. Ο Σφενδαμής απειλείται για να προσυπογράψει την πιο τερατώδη διαστρέβλωση του αρχαίου πνεύματος. Ο Μπάμιας πρέπει να τον σώσει, και μαζί του, κάτι πολύ μεγαλύτερο: την Αλήθεια. Στο πλευρό του έχει τον Γαλάνη, έναν σκύλο που δεν είναι ακριβώς… σκύλος.
Από τα σκοτεινά παρασκήνια της Ακαδημίας Αθηνών μέχρι το Μαντείο των Δελφών, από τον Απόλλωνα ως τον Διόνυσο, από το ένδοξό μας παρελθόν ως τη σημερινή μας σχιζοφρένεια, η δράση, η σάτιρα και το μυστήριο υφαίνουν ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Ιστορίας και το λεπτό νήμα που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα, τη σοφία από την τρέλα, την αφήγηση από τη ζωή.
Έμιλυ Ντίκινσον
Έμοιαζε οι δρόμοι σα να τρέχαν – Μέναν οι δρόμοι ακίνητοι μετά – Έκλειψη – ό, τι βλέπαμε απ’ το παράθυρο, Και φόβος – ό, τι νιώθαμε βαθιά – Ύστερα – βγήκε απ’ τη Μονιά του ο πιο γενναίος Να δει αν ο Χρόνος ήταν κει – Η φύση οπάλινη ποδιά φορούσε, Κι ανάδευε μιαν αύρα δροσερότερη. [Από την έκδοση]
Ζαχαρίας Μαυροειδής
Ντόπιοι και ξένοι, μόνιμοι κάτοικοι και περαστικοί, πρόσωπα που συναντιούνται για λίγο κάτω από τον ίδιο ήλιο. Κοινός παρονομαστής αυτής της πολυφωνικής ανθρωπογεωγραφίας είναι ο γλυκόπικρα σαρκαστικός τόνος, που άλλοτε με σαφήνεια και άλλοτε υπαινικτικά υποδεικνύει το βαθύτερο διακύβευμα πίσω από τα γεγονότα.
Μέσα από ετερόκλητες ιστορίες, οι Θεριστές αναζητούν το νήμα που διατρέχει το συλλογικό βίωμα του ελληνικού θέρους: την προσμονή, τη διάψευση, την ένταση, αλλά και τον διαρκή νόστο για το καλοκαίρι που πιστεύουμε ότι θα επιστρέψει.




