Ο τρόπος που κατανοούμε το γήρας είναι πολύ διαφορετικός από τον τρόπο που το βιώνουμε οι ίδιοι όταν γεράσουμε, κι αυτή η διάσταση υπάρχει σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Το γήρας καθίσταται, εκ των πραγμάτων, ένα είδος κριτηρίου για κάθε κουλτούρα και κάθε εποχή, ιδιαίτερα ενεργό στη σημερινή κοινωνική οργάνωση. Ο όρος «νέο γήρας» αναδύεται μέσα από τα κείμενα του βιβλίου αυτού στηριγμένος στην πολύπλευρη προσέγγιση της φιλοσοφίας, της ψυχανάλυσης, της τέχνης και της ιστορίας. Η καρδιά του βιβλίου, όμως, είναι τα βιώματα και οι εμπειρίες όσων σήμερα ζούμε το γήρας και όσων το έζησαν πριν από εμάς. Γι’ αυτό και είναι ένα βιβλίο πολιτικό, διότι μιλάει για όσες αλλαγές είναι αναγκαίες για να αποσυρθούν η καταπίεση, ο ετεροπροσδιορισμός και οι εξαιρέσεις που ασκούνται στους ηλικιωμένους και στις ηλικιωμένες, και μάλιστα με διαφορετικό τρόπο για κάθε πλευρά. Η κοινωνική αντίληψη και πρόνοια επανασχεδιάζεται, η επιστημολογία αναδιαρθρώνεται, η γηριατρική ακολουθεί νέα μονοπάτια, στο βιβλίο όμως αυτό η Χλόη Κολύρη υποστηρίζει ότι χρειάζεται κάτι πολύ σημαντικότερο, κάτι που θα επηρεάσει το πεπρωμένο του είδους μας, εν μέσω όλων των άλλων οντοτήτων.
Πολλοί γέροι και γριές δείχνουν τον δρόμο σε αυτό το ταξίδι: Σπινόζα, Χέλντερλιν, Φρόυντ, Λακάν, Φέρεντσι, Ντε Μπoβουάρ, Λυς Ιριγκαρέ, Μπάτλερ, Xιροσίγκε, Μιχαήλ-Άγγελος, Άρεντ κ.ά. Γιατί οι τυχεροί γερνάνε…
Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης
Ροκ ποιητής, αντισυμβατικός, γνήσιος, αυτοκαταστροφικός, ρομαντικός επαναστάτης, εμβληματική φιγούρα της μεταπολιτευτικής γενιάς, περιθωριακός με συνείδηση, χαρισματικός ερμηνευτής. «Εν κατακλείδι», ο Παύλος Σιδηρόπουλος [1948-1990] έφυγε νωρίς, άφησε όμως πίσω του κάτι απόλυτα διαχρονικό: τραγούδια που μοιάζουν με εξομολογήσεις και σιωπές που ακόμα ηχούν.
Τα λόγια για να περιγράψει κανείς την μορφή του Παύλου Σιδηρόπουλου είναι περιττά. Ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής με το διαχρονικό έργο του να παίζει σε λούπα μέχρι και σήμερα. Μια βιογραφία που μόνο η τέχνη των κόμικς θα μπορούσε να αποδώσει με τέτοια ζωντάνια, μέσα από το πενάκι του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη και το ονειρικό σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου.
Ένα κόμικς για τον Πρίγκιπα της ελληνικής ροκ που δεν έζησε για να σωθεί, αλλά έζησε για να αισθανθεί μέχρι τέλους. Ένα έργο που αποτυπώνει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, το φως και το σκοτάδι ενός αλήτη διανοούμενου που λογοκρίθηκε και η μεγαλύτερη εκτίμηση ήρθε μεταθάνατον. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Αγγελάκας στην εισαγωγή του: «Ο Χρόνος βάζει τα πράγματα, τις αξίες και τα πρόσωπα στη θέση τους και όλοι πια ξέρουμε πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έχει τον Χρόνο με το μέρος του.»
Δείτε εδώ το αποκλειστικό trailer αφιερωμένο στην έκδοση.
Τζον Τσίβερ
Ο Ιεζεκιήλ Φάραγκατ, καθηγητής πανεπιστημίου και ηρωινομανής εθισμένος στη μεθαδόνη, φυλακίζεται στο Σωφρονιστικό Ίδρυμα “Φάλκονερ” για το φόνο του αδελφού του. Κλεισμένος σε ένα άθλιο κελί, γίνεται καθημερινά μάρτυρας της θηριωδίας των δεσμοφυλάκων και των συγκρατούμενων του και νιώθει ζωντανός-νεκρός.
Ο νους του όμως εξακολουθεί να ταξιδεύει ελεύθερος. Και καθώς επανέρχονται σαρωτικές οι μνήμες της τραυματικής παιδικής ηλικίας του και του ταραγμένου του γάμου, ο Φάραγκατ πασχίζει να επιβιώσει και να διατηρήσει την ανθρωπιά του μέσα στην ανελέητη βαρβαρότητα της φυλακής.
Το περίφημο μυθιστόρημα του Τζον Τσίβερ -ένα από τα αριστουργήματα της αμερικάνικης λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, σε νέα μετάφραση.
«Σκληρό, κομψό, αγνό. Αναντικατάστατο για κάποιον που ειλικρινά επιθυμεί να κατανοήσει τί συμβαίνει στις ψυχές των ανθρώπων στην Αμερική». Σωλ Μπέλοου
Άνια Βουλούδη
Καθώς οι μέρες περνάνε σαν νύχτες η μία μετά την άλλη, μια γυναίκα αφηγείται τις σχέσεις, τα συναισθήματα και το παρελθόν της σε μια μονομερή, επίμονη αλληλογραφία με έναν μακρινό φίλο, πιάνει και αφήνει τα νήματα μιας σκόρπιας ζωής, μιας καθημερινότητας από τη Θεσσαλονίκη στην Κρήτη, στη Γερμανία, στο χωριό και πίσω στη Θεσσαλονίκη. Συνειδητοποιεί γράφοντας πως το μόνο που της ανήκει είναι ένας σωρός παλιοπράγματα, διάσπαρτες αναμνήσεις, εντυπώσεις, αφηγήσεις που προσπαθούν να οργανωθούν, αντικείμενα και αγαπημένα πρόσωπα που ψάχνουν να βρουν τη θέση τους, πως πάντοτε αναζητά κάτι και πως την ίδια στιγμή κάτι απ’ όσα έχει δεν είναι δικό της.



