Βλέπετε 1–15 από 178 αποτελέσματα

Πατάκης

Ρόντρικ Μπίτον

Ο Σεφέρης δεν διευκόλυνε το έργο του βιογράφου του. Έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να διαχωρίσει την ταυτότητα του ποιητή και του ανθρώπου των γραµµάτων από εκείνη του ανώτατου δηµοσίου υπαλλήλου. Από τα είκοσι ως τα εξήντα του χρόνια, παραπονιόταν ότι υπήρξε ο «υπηρέτης των δυο αφεντάδων». Από τον καιρό που εξέδωσε τον πρώτο τόµο των ποιηµάτων του, µοίρασε τον εαυτό του σε δύο δηµόσια προσωπεία: το όνοµα «Σεφέρης» είναι ένα λογοτεχνικό ψευδώνυµο, προφανώς συγγενές αλλά και διακριτέο ταυτόχρονα από το «Σεφεριάδης», το οικογενειακό όνοµα του διπλωµάτη. Η ιστορία της ζωής του Σεφέρη είναι η ιστορία αυτής της διχασµένης προσωπικότητας. Γράφοντας το βιβλίο αυτό, κράτησα εσκεµµένα την ακόλουθη στάση: η βιογραφία αυτή δεν είναι η ιστορία του ποιητή «Σεφέρη» ή του διπλωµάτη «Σεφεριάδη», αλλά αντίθετα, και όσο είναι δυνατόν να την ανασυνθέσει κανείς, η ιστορία του ανθρώπου που ήταν και τα δύο. Για τον λόγο αυτό, στα κεφάλαια που ακολουθούν τον αποκαλώ µε το µικρό του όνοµα: Γιώργος. R.B.

29.90

Ξένη λογοτεχνία

Στην ακτή

Ίαν Μακ Γιούαν

Ιούλιος του 1962. Ο Έντουαρντ και η Φλόρενς, δύο αθώοι νεαροί νιόπαντροι, φτάνουν στο ξενοδοχείο τους στην ακτή του Ντόρσετ. Καθώς δειπνούν στα δωμάτιά τους, παλεύουν να καταπνίξουν τους κρυφούς τους φόβους για τη γαμήλια νύχτα που έρχεται… Το Στην ακτή είναι ένα ακόμη αριστούργημα από τον Ίαν ΜακΓιούαν – μια ιστορία για το πώς μπορούν ολόκληρες ζωές να μεταμορφωθούν από μια χειρονομία που δεν έγινε ή μια λέξη που δεν ειπώθηκε ποτέ.

«Μετά την Εξιλέωση και το Σάββατο, που θεωρήθηκαν τα “μεγάλα” σύγχρονα βρετανικά μυθιστορήματα (μαζί με τα πρώτα του Μάρτιν Έιμις και του Γκρέιαμ Σουίφτ), ο Ίαν ΜακΓιούαν υπογράφει ένα σύντομο, αλλά όχι λιγότερο “μεγάλο” αφήγημα, που θυμίζει τις καλύτερες σελίδες της Ήντιθ Γουόρτον».

10.50

Ξένη λογοτεχνία

Μίλησε, μνήμη

Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ

«Το ανά χείρας βιβλίο συγκεντρώνει και συσχετίζει συστηματικά μια σειρά προσωπικών ενθυμήσεων, με εμβέλεια γεωγραφική από την Αγία Πετρούπολη έως το Σαιν Ναζαίρ, χρονική τριάντα επτά ετών, από τον Αύγουστο του 1903 έως τον Μάιο του 1940, και λίγες μόνον εξορμήσεις σε κατοπινούς χρόνους και χώρους. […] Τούτη η επαν-αγγλοποίηση μιας ρωσικής επανεκδοχής εκείνου που ήταν αρχικώς η αγγλική επανιστόρηση ρωσικών αναμνήσεων αποδείχτηκε εγχείρημα διαβολικό· εντούτοις με παρηγορούσε κάπως η σκέψη ότι τέτοια πολλαπλή μεταμόρφωση, οικεία στις πεταλούδες, άνθρωπος δεν την είχε αποπειραθεί στο παρελθόν». Β.Ν.

20.80

Ξένη λογοτεχνία

Τζακαράντα

Γκαέλ Φάιγ

Ποια μυστικά κρύβονται στη σκιά της επιβλητικής τζακαράντας, του αγαπημένου δέντρου της Στέλλας; Ο Μιλάν θα χρειαστεί χρόνια για να τα ανακαλύψει καθότι, γεννημένος και μεγαλωμένος στη Γαλλία, δε γνωρίζει τίποτα για τη Ρουάντα, τη χώρα καταγωγής της μητέρας του. Παρά τις φρικιαστικές εικόνες από τη γενοκτονία των Τούτσι που μεταδίδει η τηλεόραση, η μητέρα του Μιλάν δε μιλάει για τις σφαγές. Ο Μιλάν θα γνωρίσει την ιστορία της καθημαγμένης αυτής χώρας μέσα από τη γνωριμία του με τον Κλοντ, ένα αγόρι σωματικά και ψυχικά τραυματισμένο, αλλά και χάρη σε ένα ταξίδι που θα κάνει αργότερα μαζί με τη μητέρα του στη Ρουάντα, όπου θα συναντήσει τη Στέλλα, η οποία γεννήθηκε μετά τον αφανισμό. Θα περάσουν χρόνια μέχρι ο Μιλάν να ανασύρει στο φως τις μνήμες και να αποκαλύψει τα μυστικά όσων επέζησαν και παλεύουν με το προσωπικό και συλλογικό τους τραύμα, μέχρι όλοι να ξαναβρούν τη γαλήνη στις όχθες της λίμνης Κίβου.

Μέσα από τις αφηγήσεις τεσσάρων γενεών, ο Φάιγ μάς αφηγείται την αιματοβαμμένη ιστορία μιας χώρας που, παρά τα δεινά, επιδιώκει τη δικαίωση των νεκρών, τη συγχώρεση και την ομόνοια. Όπως το ομώνυμο δέντρο, που ξεπροβάλλει από τα σπλάχνα της σκοτεινής γης και υψώνεται προς το φως, η Τζακαράντα αποτελεί έναν ύμνο στην ανθρωπότητα και στην παράδοξη φύση της, αλλά και στην ανεξάντλητη ικανότητά μας να επιβιώνουμε και να αγαπάμε.

15.50

Αν Κάρσον

Η μεγάλη ποιήτρια της εποχής μας με την «Αυτοβιογραφία του κόκκινου» μας παραδίδει ένα έργο που είναι μυθιστόρημα και ποίημα μαζί, ιδιοφυής αναδημιουργία ενός αρχαιοελληνικού μύθου και υπέροχη σύγχρονη ιστορία ενηλικίωσης.

Ο Γηρυόνης, νεαρό αγόρι και, ταυτόχρονα, κόκκινο φτερωτό τέρας, ξεδιπλώνει τη βασανισμένη του ψυχή σε μια συγκινητική αυτοβιογραφία που ξεκινά από την ηλικία των πέντε του χρόνων. Μεγαλώνοντας, ο Γηρυόνης δραπετεύει από τη ζωή με τον βίαιο αδελφό του και τη, στοργική μεν, ανίκανη να τον προστατεύσει δε, μητέρα του. Βρίσκει παρηγοριά πίσω από τον φακό της φωτογραφικής του μηχανής, καθώς και στην αγκαλιά του νεαρού Ηρακλή, υπερόπτη και ηδονοθήρα, που τον εγκαταλείπει μόλις εκείνος αρχίσει να τον ερωτεύεται. Η επανεμφάνιση του Ηρακλή μετά από χρόνια θα φέρει αντιμέτωπο τον Γηρυόνη ξανά με τον πόνο της επιθυμίας και θα τον κάνει να ξεκινήσει ένα ταξίδι που θ’ απελευθερώσει τη δημιουργική του φαντασία.

H Αυτοβιογραφία του κόκκινου είναι το συγκλονιστικό πορτρέτο ενός καλλιτέχνη και της περιπετειώδους πορείας του προς την αυτογνωσία.

18.80

Ξένη λογοτεχνία

Λολίτα

Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ

Το 1955, όταν εκδόθηκε για πρώτη φορά η “Λολίτα”, η αίσθηση που προκάλεσε ήταν τέτοια, ώστε καθιέρωσε τον Ναμπόκοφ ως έναν από τους πιο πρωτότυπους συγγραφείς του 20ού αιώνα.Στην εισαγωγή του σ’ αυτό το σύγχρονο κλασικό έργο ο ‘Aλφρεντ ‘Aππελ ο νεότερος χαρακτηρίζει τη “Λολίτα” ως «αναμφιβόλως το πλέον υπαινικτικό και γλωσσικά παιγνιώδες μυθιστόρημα μετά τον “Οδυσσέα” του Τζόυς». Η παρούσα υπομνηματισμένη έκδοση, αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη εκδοχή της έκδοσης του 1970, αναλύει εμπεριστατωμένα τον κειμενικό πλούτο της “Λολίτας”, φωτίζοντας τις περίτεχνες λεκτικές υφάνσεις και δείχνοντας πώς συμβάλλουν στο γενικό «νόημα» του μυθιστορήματος. Ο ‘Aλφρεντ ‘Aππελ ο νεότερος παρέχει επίσης νέες παρατηρήσεις σχετικά με την τεχνική του μυθιστορήματος, με τα παιχνίδια, τα λεκτικά σχήματα και τα καλολογικά στοιχεία, καθώς και μια απολαυστική βιογραφική βινιέτα του Ναμπόκοφ. Οι σημειώσεις ετοιμάστηκαν σε συνεργασία με τον ίδιο τον Ναμπόκοφ, ενώ νέες εικασίες σχετικά με τους λογοτεχνικούς υπαινιγμούς και τις αναφορές επιβεβαιώθηκαν από τον Ναμπόκοφ στα τελευταία χρόνια της ζωής του. «Το έργο του καθηγητή ‘Aππελ αποκαλύπτει πολλά… πάνω απ’ όλα δείχνει ότι η “Λολίτα” είναι ένα από τα λίγα μοντέρνα έργα που επιδέχονται τέτοιον υπομνηματισμό… Από δω και πέρα, οι πάντες θα πρέπει να διαβάζουν τη “Λολίτα” σ’ αυτή την έκδοση». New Statesman & Society

27.90

Ελληνική λογοτεχνία

Η αγέλη

Βίκυ Τσελεπίδου

Το χρονικό μιας γυναικοκτονίας μέσα από τα μάτια του δράστη και των ανθρώπων του περιβάλλοντός του. Οι έξι αφηγητές, καθώς συμπληρώνουν το παζλ του εγκλήματος και του προσώπου που το διέπραξε, έρχονται σταδιακά αντιμέτωποι με τα δικά τους λάθη και πάθη.

Ο γυναικοκτόνος, σε μια διαρκή, υπόγεια συνομιλία με το θύμα, παρεμβαίνει κάθε τόσο στα λεγόμενα των αφηγητών για να εκφράσει τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας. Άλλοτε σαν μουρμουρητό κι άλλοτε σαν κραυγή, ξεδιπλώνονται οι σκέψεις του για τον έρωτα και τον θάνατο, τη λογική και την τρέλα, την ομορφιά και την ασχήμια του κόσμου, τον ίδιο του, εν τέλει, τον εαυτό και το καθρέφτισμά του στα μάτια της αγέλης του.

Ένα μυθιστόρημα για τη σκοτεινή ανθρώπινη φύση, τη συνθήκη του «ανήκειν» και τη βία στον έρωτα, τα πολλαπλά πρόσωπα της αλήθειας και τον καταλυτικό ρόλο της αφήγησης.

15.50

Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου

Σχεδόν είκοσι χρόνια από τον θάνατό του, βλέπω ακόμη τον Ε.Χ. Γονατά να ψάχνει έντρομος στη μεγάλη δερμάτινη τσάντα που πάντα κουβαλούσε, θαρρείς σαν γιατρός, για να βρει το πολύτιμο εργαλείο που θα τον βοηθούσε καλύτερα στην εξερεύνηση του κόσμου: τα γυαλιά του, ένα κολλύριο για τα μάτια, μια φωτοτυπία, ένα απόκομμα εφημερίδας, τα κλειδιά του. Ήταν σαν να προσπαθούσε να θεραπεύσει την αντιφατική και ανησυχητική φύση της πραγματικότητας με ένα ελάχιστο αλλά αναγκαίο «τίποτε», κρυμμένο καλά, μέσα στο μυστικό και ανεξέλεγκτο στριφογύρισμα του χρόνου – ένας γιατρός της ψυχής μας; Ίσως.

Οι κριτικοί της γενιάς του τον είπαν «ονειροποιό», «παραδοξογράφο», «ερημίτη της Κηφισιάς», «αυτοεξόριστο στο εργαστήρι του». Μόνο μετά το 1980 το έργο του άρχισε να γίνεται γνωστό, να συζητιέται, να εμπνέει τους νεότερους, να αποκτά φανατικούς αναγνώστες, να βρίσκει μαθητές, να διασκευάζεται για το θέατρο. Γιατί δεν είναι μυστικό ότι εκείνος ανέδειξε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό τις αρετές και τη μαγεία της λεγόμενης «μικρής φόρμας», της λογοτεχνικής μινιατούρας. Αυτό το επέτυχε καλλιεργώντας συνειδητά μια πρόζα με ποιητική εμβέλεια. Η πρόζα αυτή, ιδιόμορφη και ανήσυχη, συγγενεύει με το παραδοξογράφημα, τη φανταστική λογοτεχνία, τη «νουβέλα θαυμασίων πράξεων», το «merveilleux» του Μπρετόν, την ονειρική αφήγηση, και έχει προσλάβει τη μορφή της σύντομης και παράξενης ιστορίας.

Tο βιβλίο αυτό άρχισε να γράφεται από παλιότερα. Γεννήθηκε στα χρόνια της φιλίας μου με τον Γονατά, που κράτησε από τη γνωριμία μας το 1980 μέχρι τον θάνατό του. Ένα πρώτο υλικό σχηματίστηκε όταν δίδαξα το έργο του στο πλαίσιο της μεταπολεμικής λογοτεχνίας και των πρωτοποριακών κινημάτων στον Τομέα Φιλολογίας του ΑΠΘ. Η τελική μορφή είναι αποτέλεσμα εντατικής προσπάθειας των τελευταίων χρόνων.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου παρακολουθεί τη ζωή και την πνευματική διαμόρφωση του συγγραφέα μέσα από το έργο και την αλληλογραφία του, τη σχέση με τους δασκάλους του, ιδιαίτερα τον Νίκο Εγγονόπουλο, και με τους φίλους του Γιώργο Κοτζιούλα, Γιώργο Μακρή, Μίλτο Σαχτούρη, Δημήτρη Παπαδίτσα, Νίκο Καχτίτση, Αλέξη Ακριθάκη.
Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει «Σημειώματα», στα οποία επανέρχομαι πιο διεξοδικά στους αγαπημένους του συγγραφείς και φίλους και σε ζητήματα-κλειδιά του έργου του.
Φ. Α.

Ο Ε.Χ. Γονατάς (1924-2006) δημοσίευσε το 1945 το πρώτο βιβλίο του, το αιρετικό και στοχαστικό πεζογράφημα Ο Ταξιδιώτης, σε ηλικία 20 χρονών, και συνέχισε με ποιητικά και πεζά κείμενα, την Κρύπτη (1959) και το Βάραθρο (1963). Όμως δεν τον περιέλαβαν σε καμιά ανθολογία ποίησης ή πεζογραφίας από αυτές που κυκλοφόρησαν μέχρι τη δεκαετία του ’70.
Υπήρξε ολιγογράφος και για μεγάλο διάστημα έδρασε στο περιθώριο της λογοτεχνικής ζωής. Μετά το 1980 δημοσίευσε τα βιβλία Ο φιλόξενος καρδινάλιος, Η προετοιμασία και οι Τρεις δεκάρες. Τόσο με τα βιβλία του όσο και με τη σύνολη και σχετικά αφανή δραστηριότητά του –την έκδοση του περιοδικού Πρώτη Ύλη σε δύο τεύχη, του 1959 και του 1961, τις εξαιρετικές μεταφράσεις του του Ιβάν Γκολ, του Κόλριτζ, του Φλομπέρ, του Λίχτενμπεργκ, του Αντόνιο Πόρτσια, κι ακόμη την επίμοχθη προσπάθεια χάρη στην οποία μας έκανε γνωστά τα Γραπτά του Γιώργου Μακρή–, ο Ε.Χ. Γονατάς έδωσε ένα διαφορετικό στίγμα αντίληψης για τη λογοτεχνία σε κρίσιμους καιρούς.

Στο εξώφυλλο: Ο Ε.Χ. Γονατάς, φωτογραφημένος από τον ανιψιό του Λάμπρο Βαλλερά, στα τέλη της δεκαετίας του ’70.

19.90

Κυριάκος Χαρίτος

“Αύριο αναχωρώ για την έρημο, μάνα.
Πρέπει να χάσω τον κόσμο ώστε να μπορώ να μιλάω εξ ονόματός του.
Πρέπει να θαφτώ στη σιωπή για να δικαιούμαι να έχω φωνή.
Θα γυρίσω όταν μπορέσω.”

Είκοσι έξι γράμματα χαμένα για αιώνες.
Ήρθαν στο φως πριν λίγα χρόνια, αν και η γνησιότητά τους αμφισβητήθηκε.
Καταγράφουν θραυσματικά την πορεία ενός ανθρώπου στον κόσμο.
Τις σκέψεις και όσα ένιωσε.
Χαρά, αγωνία, πίστη, αμφιβολία, κούραση, γαλήνη.
Πιο πολύ το θαύμα.
Την αγάπη.

9.90

Ελληνική λογοτεχνία

Η εγγαστρίμυθη φάλαινα

Χρήστος Αστερίου

Μία νουβέλα και έξι διηγήματα για τη δύναμη της εκδίκησης, την πολιτική παράνοια, τις βαλτωμένες ζωές που ζητούν διέξοδο, για την αίσθηση του καθήκοντος αλλά και για το μεγαλείο της έβδομης τέχνης.

Οι δίδυμες αδερφές Αβεγιάρδο αφηγούνται την ιστορία της ζωής τους στο Ορίμπε, ένα μικρό χωριό στη μέση του πουθενά, όπου συρρέουν ιδιόρρυθμοι καλλιτέχνες, τεχνίτες και επιστήμονες κάθε λογής. Ποια σχέση έχει μαζί τους ο ιερωμένος που βρίσκεται σε αναζήτηση της «Εγγαστρίμυθης φάλαινας»;

Με ποιον τρόπο μπορεί να επηρεάσει το κόκκινο εσώρουχο του Αρχηγού τους πολίτες μιας δυστοπικής κοινωνίας;

Πώς διαχειρίζεται τη φυγή της συζύγου του ένας διανοούμενος της Ανατολικής Γερμανίας πριν και μετά την πτώση του βερολινέζικου τείχους;

Γιατί δεν επιστρέφει από το έρημο ορεινό χωριό το ζευγάρι που εγκατέλειψε την πόλη λόγω του αφόρητου καύσωνα;

Τι σκέφτεται μια γυναίκα καθισμένη πίσω απ’ το τζάμι του σταθμού διοδίων και πώς παρουσιάζει ένας κριτικός την αριστουργηματική «Απογραφή», το πλέον παραγνωρισμένο φιλμ του ελληνικού κινηματογράφου;

11.90

Ρεμπέκκα Φ. Κουάνγκ

«Η πράξη της μετάφρασης είναι οπωσδήποτε μια πράξη προδοσίας».

Βικτωριανή Αγγλία, 1828. Ο Ρόμπιν Σουίφτ, ορφανό παιδί από την Καντόνα της Κίνας, φτάνει στο Λονδίνο μαζί με τον κηδεμόνα του, τον μυστηριώδη καθηγητή Λόβελ. Στα επόμενα έξι χρόνια θα σπουδάσει λατινικά, αρχαία ελληνικά και κινεζικά, προετοιμαζόμενος για τη μέρα που θα εγγραφεί στο περίφημο Βασιλικό Ινστιτούτο Μετάφρασης –γνωστό ως Βαβέλ– του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Ο πύργος της Βαβέλ αποτελεί το παγκόσμιο κέντρο μετάφρασης και, κυρίως, το παγκόσμιο κέντρο μαγείας. Η αργυροτεχνική –η τέχνη της απόδοσης του νοήματος που χάνεται στη μετάφραση με τη χρήση μαγικών ράβδων αργύρου– έχει φέρει ασύλληπτη ισχύ στη Βρετανία, καθώς αυτή η απόκρυφη τεχνική υπηρετεί την αποικιοκρατική αποστολή της αυτοκρατορίας.

Για τον Ρόμπιν, η Οξφόρδη είναι μια ουτοπία αφιερωμένη στην κατάκτηση της γνώσης. Όμως η γνώση υπακούει στην εξουσία και εκείνος, ως νεαρός Κινέζος μεγαλωμένος στη Βρετανία, συνειδητοποιεί ότι, υπηρετώντας τη Βαβέλ, προδίδει ουσιαστικά την πατρίδα του. Καθώς προχωράει στις σπουδές του, ο Ρόμπιν βρίσκεται παγιδευμένος μεταξύ της Βαβέλ και της μυστηριώδους Αδελφότητας Ερμής, οργάνωσης αποφασισμένης να σταματήσει την επέκταση της αυτοκρατορίας. Κι όταν η Βρετανία κηρύσσει αδικαιολόγητα τον πόλεμο στην Κίνα για το ασήμι και το όπιο, ο Ρόμπιν καλείται να αποφασίσει…

Μπορούν άραγε οι πανίσχυροι θεσμοί να αλλάξουν με εσωτερικές διαδικασίες ή η βία είναι απαραίτητη για κάθε επανάσταση;

25.50

Λεωνίδας Μακρής

Ο Γιάννης Μπουτάρης ήταν μοναδικός. Και τη μοναδικότητά του αυτή την έφερε και στην ενασχόλησή του με την πολιτική.

Το βιβλίο αυτό είναι μια απόπειρα να κατανοηθεί το σπάνιο φαινόμενο ένας άνθρωπος του επιχειρηματικού κόσμου να εξελιχθεί σε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες και αντιφατικές πολιτικές προσωπικότητες της Μεταπολίτευσης, και κυρίως το πώς άσκησε «πολιτική αλλιώς», μακριά από κομματικές εξαρτήσεις, με μια ολoδική του πολιτική ηθική. Μια ηθική που διαφέρει από τα μεγάλα λόγια και τις ιδεολογικές βεβαιότητες, που ταυτίζεται με την ηθική του ρεαλισμού και την αποδοχή του συμβιβασμού, όταν είναι ο μόνος δρόμος να αποφευχθεί η δημαγωγία.

Η «πολιτική αλλιώς» που ανέδειξε ο Μπουτάρης είναι μάλλον το μάθημα μιας στάσης ζωής: να έχεις το θάρρος να πεις αυτό που όντως πιστεύεις, να εργάζεσαι για το κοινό καλό χωρίς να λογαριάζεις το προσωπικό κόστος, να εμπιστεύεσαι τη φαντασία και τη δημιουργικότητα.

«Το ξεχωριστό που φέρνει το βιβλίο του Λεωνίδα Μακρή», όπως σημειώνει στον πρόλογό του ο Άρης Δημοκίδης, «είναι ότι δεν μας δίνει μόνο την ιστορία ενός δημάρχου• μας δείχνει την πιθανότητα μιας άλλης πολιτικής στην Ελλάδα. Και αυτή η πιθανότητα είναι πολύτιμη».

15.50

Ελληνική λογοτεχνία

Ζήτω η Άγκαθα Κρίστι

Μάρω Δούκα

«Κι όπως ανέβαινε για το σπίτι, στριφογύριζαν πολλά και διάφορα στο κεφάλι της, έχανε κάθε λίγο την ισορροπία της, προς στιγμήν ένιωθε ότι σβήνει κι έπειτα πάλι έβρισκε το όνομά της. Μα τι είναι ο άνθρωπος, τη μια έτσι, την άλλη αλλιώς. Πότε με την απελπισία, πότε με την ανισορροπία του, πότε με την ανεμελιά, με την υπόγεια χαρά, αλλά και την ανεδαφική ελπίδα του».

11.97

Ποίηση

Ρουμπαγιάτ

Καγιάμ Ομάρ

Πολλοί έχουν υποστηρίξει ότι η καγιαμική ποίηση είναι μυστικιστική. Μια άλλη όμως άποψη, που εξηγεί πολύ πιο πειστικά την γοητεία που ασκούν τα Ρουμπαγιάτ στο πλατύ κοινό, υποστηρίζει ότι ο φαινομενικά ανακρεόντειος ηδονισμός τού Καγιάμ δεν είναι αλληγορικός, αλλά εκφράζει έναν βαθύ σκεπτικισμό και μια απέραντη θλίψη για την “ανθρώπινη κατάσταση”: ο Χάρος μάς παραμονεύει, κι όταν φύγουμε δεν θα γυρίσουμε· αυτή εδώ η ζωή, είναι ο Παράδεισος. Άδραξε λοιπόν τη μέρα, γιατί αυτή είναι η μόνη παρηγοριά για μια ύπαρξη δίχως νόημα: πιες το κρασί σου, βρες χαρά με την παρέα σου, και κάνε έρωτα. Η απόδοση φιλοδοξεί να ακούγονται οι στίχοι τού Καγιάμ ως στρωτά ελληνικά, όταν διαβάζονται φωναχτά. Ακόμα, έχει γίνει προσπάθεια να διατηρηθεί ακέραιο το λεπτό χιούμορ και ο σαρκασμός τού ποιητή, η συγκινητική του απλότητα, το παιχνίδι των υπαινιγμών του, οι εκπλήξεις τής εικονογραφίας που απλόχερα προσφέρει, ο ρεαλισμός των στίχων, η γήινη ευαισθησία του, και ο βαθύς ίσκιος τής μελαγχολίας του. Χωρίς αμφιβολία, η ποίηση τού Καγιάμ είναι διαχρονική, κι έχει απόλυτη σχέση με το σήμερα και με μάς.

O Ομάρ Καγιάμ (1048-1131) ήταν διάσημος μαθηματικός, αστρονόμος και φιλόσοφος τής εποχής του. Δεν υπάρχει όμως ίχνος αδιάσειστης πληροφορίας ότι ήταν και ποιητής. Μαρτυρίες γραμμένες περίπου 150 χρόνια μετά το θάνατό του αναφέρουν ότι ίσως έγραψε μερικά ρουμπαγιάτ (τετράστιχα), ενώ μεταγενέστερα χειρόγραφα τού αποδίδουν συνολικά ως και 2.000 ποιήματα (!). Είναι, λοιπόν, φανερό ότι τα περισσότερα απ’ αυτά τα τετράστιχα, ίσως και όλα, είναι ψευδεπίγραφα. Έτσι, το όνομα “Καγιάμ” θα πρέπει να θεωρείται ότι εκπροσωπεί ανώνυμους ποιητές μιας “καγιαμικής” σχολής. Όμως, ανεξάρτητα από το ποιος κρύβεται πίσω από κάθε τετράστιχο, το σημαντικό γεγονός είναι ότι μια προσεκτική τους επιλογή, όπως αυτή που επιχειρείται σ’ αυτό εδώ το βιβλίο, μπορεί να αναδείξει ένα (συλλογικό) έργο υψηλής ποιητικής αξίας. Τα Ρουμπαγιάτ τού Καγιάμ έγιναν γνωστά στη Δύση από την ακραία παράφραση τού Edward FitzGerald (Λονδίνο, 1859), που είχε προοδευτικά πολύ μεγάλη απήχηση στο κοινό. Για μια πιστή όμως μεταγραφή, η ελληνική απόδοση που παρουσιάζεται εδώ έχει βασιστεί σε κατά λέξη μεταφράσεις από τα περσικά, που έγιναν κατά καιρούς από διαθέσιμα χειρόγραφα (πέντε αγγλικές, δύο γαλλικές και μία ισπανική).

15.00

Ντάνιελ Μέντελσον

“Η άλλοτε δυσχερής, άλλοτε γόνιμη συνάντηση ανάμεσα στον αρχαίο και στον σύγχρονο κόσμο αποτελεί, από πολλές απόψεις, τη βασική θεματική που συνδέει τα είκοσι τέσσερα δοκίμια της συλλογής αυτής, που με μεγάλη χαρά παρουσιάζω για πρώτη φορά στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας, μιας χώρας της οποίας η κουλτούρα, τόσο η αρχαία όσο και η σύγχρονη, διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό το πώς γράφω και το πώς ζω. Ορισμένα από τα κείμενα του βιβλίου είναι, αναπόφευκτα, αφιερωμένα στον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδας […] Πολλά όμως από τα «κλασικά» δοκίμια του βιβλίου εξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους το παρόν, και ιδίως η αμερικανική ποπ κουλτούρα, αναμετράται, άλλοτε επιτυχώς, άλλοτε όχι, με την ελληνική κληρονομιά […] Σε άλλα «κλασικά» δοκίμια μελετώ το πώς ορισμένα κεντρικά θέματα των ελληνικών μύθων εξακολουθούν να διαμορφώνουν με τρόπους απροσδόκητους τη μαζική εμπειρία, από την εμμονή μας με τη δολοφονία του Κέννεντυ έως την άρνησή μας να ταφεί η σορός του βομβιστή της Βοστόνης. Αλλά ακόμα και πολλά από τα δοκίμια που δεν είναι εμφανώς «ελληνικά» προδίδουν, ενδεχομένως, μια ισόβια πνευματική ενασχόληση με την αρχαιοελληνική κουλτούρα και λογοτεχνία και την επιρροή τους επάνω μου”. Από τον πρόλογο του συγγραφέα.

19.70