Βλέπετε 1–12 απο 50 αποτέλεσματα

Ορχάν Παμούκ

21.51

Τρεις γενιές µιας οικογένειας, από το 1905 και µέχρι τα µέσα της δεκαετίας του 1970. Ο Τζεβντέτ µπέη, ένας δραστήριος µουσουλµάνος έµπορος, ιδιοκτήτης ενός µικρού καταστήµατος, φιλοδοξεί να πλουτίσει και, σε αντίθεση µε τις αρχές του ιδεολόγου Νεότουρκου αδερφού του, να αποκτήσει µια οικογένεια ευρωπαϊκής νοοτροπίας.

Η ιστορία του, και η ιστορία των γιων και των εγγονών του, όπως την αφηγείται ο Παµούκ, παρακολουθεί τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και στην καθηµερινότητα της Ιστανµπούλ από την εποχή του σουλτάνου Αµπντουλχαµίτ µέχρι τα χρόνια της Τουρκικής Δηµοκρατίας, µε την ανέγερση πολυκατοικιών, τα κυριακάτικα οικογενειακά απογεύµατα γύρω από το ραδιόφωνο, τα ψώνια στα µαγαζιά του Μπέγιογλου…

Η πορεία µιας οικογένειας και ενός έθνους· οι πόθοι και τα πάθη της ανερχόµενης αστικής τάξης της τουρκικής κοινωνίας.

 

Ελληνική λογοτεχνία

Η νοσταλγία της απώλειας

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

12.33

Οι τριάντα µία διηγήσεις είναι αφηγήσεις προσωπικές, ιστορίες φίλων και περαστικών, εξιστορήσεις που φανερώθηκαν µέσα από καταχωνιασµένα σηµειωµατάρια και το καταστάλαγµα της ζωής. Καταστάσεις πραγµατικές και φανταστικές, ανοµολόγητες και παρανοηµένες, για ανθρώπους που δοκιµάστηκαν στα όρια της ζωής τους. Κοινά στοιχεία των διηγήσεων η µνήµη, ο πόνος και η απώλεια, οι εµµονές του έρωτα, τα ανθρώπινα παθήµατα.

Οι διηγήσεις, σύνοψη και απόσταγµα ζωής, αποτελούν µια αποσπασµατική  μυθοπλασία. Ως αφηγητής δεν θέλησα µόνο να περιγράψω και να στοχαστώ, αλλά να εκτεθώ, να µιλήσω µε ειλικρίνεια, να διηγηθώ ανυπόκριτα µε συγκίνηση και αυτοσαρκασµό, αναζητώντας τη µοναδικότητα του εαυτού µας και την επαφή µε τον αναγνώστη στη χαοτική εποχή µας. Άραγε πόσο αποκαλυπτόµαστε µέσα από τα λόγια και τις ιστορίες µας; Και πότε η ανάκληση µιας ιστορίας γίνεται εκµυστήρευση µε όλο της το κόστος και όχι απλώς  η νοσταλγία της απώλειας;
Θ.Γ.

Ελληνική λογοτεχνία

Ονειρεύτηκα τη Διδώ

Λένα Διβάνη

15.93

«Εγώ σ’ όλη μου τη ζωή πήγαινα ασορτί με την Ελλάδα. Δράμα αυτή; Δράμα κι εγώ. Αδύνατον να ξεσπάσει καταιγίδα στη χώρα και να μη βρεθώ στο κέντρο της εγώ».
Διδώ Σωτηρίου

Μέσα στον ζόφο των αλλεπάλληλων κρίσεων ένιωσα ξαφνικά την έντονη ανάγκη να ανασάνω λίγο φρέσκο αέρα, να αισιοδοξήσω. Αποφάσισα λοιπόν ότι είχε έρθει η ώρα να ξαναζωντανέψω το ίνδαλμά μου, τη Διδώ Σωτηρίου. Είναι άδικο να τη λησμονούν σιγά σιγά οι παλιότεροι και να την αγνοούν τελείως οι νεότεροι. Δεν υπήρχε άλλη σαν κι αυτή τη γυναίκα-πολεμίστρια του καλού που διέσχισε ολόκληρο τον 20ό αιώνα, βρέθηκε στο επίκεντρο κάθε ελληνικής τραγωδίας (από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τη χούντα) και κατάφερε να δρασκελίσει όλα τα ερείπια φορώντας το αιώνιο χαμόγελό της, κόκκινο μπερέ, κολιέ και άρωμα. Άρχισα αμέσως την έρευνα (με αφορμή την οποία εν τέλει εμπνεύστηκα το βιβλίο Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας) και ευτυχώς, γιατί χάθηκαν εν τω μεταξύ η Άλκη Ζέη κι ο Νίκος Μπελογιάννης, οι μοναδικοί επιζώντες που την ήξεραν από την καλή και την ανάποδη.

Ελπίζω ότι έγραψα μια εντελώς υβριδική βιογραφία με τον χαρακτηριστικό τίτλο Ονειρεύτηκα τη Διδώ. Γιατί πράγματι την ονειρεύτηκα ολοζώντανη, ακαταπόνητη και γελαστή, όπως ήταν πάντα, να μου διηγείται με το νι και με το σίγμα τη ζωή της που ήταν αγρίως απίθανη!
Λ. Δ.

Τζον Τζ. Μερσχάιμερ

3.98

Ο Τζον Τζ. Μερσχάιμερ, ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς επιστήμονες της εποχής μας, μας προσφέρει την πρώτη συστηματική ανάλυση του ψεύδους ως εργαλείου διακυβέρνησης, κατηγοριοποιώντας τα είδη, τις αιτίες και τα δυνητικά οφέλη και βλάβες. To αποτέλεσμα είναι ένα πλούσια ενημερωμένο και τεκμηριωμένο βιβλίο που θα αλλάξει τις αντιλήψεις μας σχετικά με το γιατί λένε ψέματα οι ηγέτες κρατών και οι κυβερνήσεις τους. Μπορούμε να καταδικάσουμε συλλήβδην τους πολιτικούς; Είναι το ψέμα ο βασικός τρόπος παραπλάνησης των πολιτών; Καμία διάκριση δεν είναι ίσως πιο σημαντική από αυτήν ανάμεσα στο ψέμα που απευθύνεται προς μια άλλη χώρα και στο ψέμα που απευθύνει κάποιος ηγέτης στον ίδιο του τον λαό.

Ο Μερσχάιμερ διαπίστωσε, για παράδειγμα, πως στις διακρατικές σχέσεις τα ψέματα είναι πιο σπάνια απ’ όσο νομίζουμε. Με δεδομένη την ατμόσφαιρα δυσπιστίας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, η απροκάλυπτη εξαπάτηση δύσκολα επιτυγχάνεται και επομένως σπάνια αξίζει τον κόπο να επιχειρηθεί. Επιπλέον, μερικές φορές φέρνει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ο Χρουστσόφ είπε ψέματα για το μέγεθος της πυραυλικής ισχύος της Σοβιετικής Ένωσης πυροδοτώντας την αμερικανική συσσώρευση πυραύλων. Ο Αϊζενχάουερ πιάστηκε να λέει ψέματα για τις κατασκοπευτικές πτήσεις των U-2 το 1960, γεγονός που ακύρωσε τη συνάντηση κορυφής με τον Χρουστσόφ.

Στην πραγματικότητα, οι ηγέτες παραπλανούν συχνότερα τον λαό τους παρά άλλες χώρες, συχνά με ολέθριες επιπτώσεις. Ακόμη κι αν η πρόθεση είναι ευγενής –ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ, για παράδειγμα, το 1940 είπε ψέματα στον αμερικανικό λαό ότι γερμανικά υποβρύχια επιτέθηκαν στο αντιτορπιλικό «Γκριρ» ώστε να δρομολογήσει τον πόλεμο κατά του Χίλτερ–, αυτό μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε καταστροφή.

Αλέξανδρος Μασσαβέτας

16.92

Το βιβλίο αυτό αναδεικνύει ένα ζήτημα καθαρά γεωπολιτικό, παρά την φαινομενικά θρησκευτική του διάσταση: τον πόλεμο που η Μόσχα έχει κηρύξει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η φράση “Μόσχα, η Τρίτη Ρώμη” είναι μέρος των σχολικών μας ακουσμάτων. Λίγοι γνωρίζουν ωστόσο πως ο αυτοπροσδιορισμός της Μόσχας ως “Τρίτης Ρώμης” τροφοδοτείται συστηματικά από μία εθνική γραμμή δημιουργίας θρησκευτικών “αποικιών”, με προφανή πολιτικά οφέλη.

Η από αιώνων ρωσική στρατηγική διείσδυσης και κυριαρχίας στον ορθόδοξο κόσμο γνώρισε νέα έξαρση την μετασοβιετική εποχή. Στην Ελλάδα μαίνεται από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 μια καλοστημένη επιχείρηση “υβριδικού πολέμου”, που στοχεύει να στρέψει την ελληνική κοινωνία ενάντια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Παράλληλα η Μόσχα προσπάθησε, με απειλές και πράξεις δολιοφθοράς κατά του πατριάρχη Βαρθολομαίου, να εμποδίσει την δημιουργία αυτοκέφαλης Εκκλησίας στην Ουκρανία, την οποία θεωρεί πνευματική της “αποικία”. Έχοντας αποτύχει να εκβιάσει τις εξελίξεις, διέκοψε σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και με κάθε άλλη Εκκλησία που αναγνώρισε την θρησκευτική χειραφέτηση της Ουκρανίας. Προσπάθησα, μελετώντας την διαμόρφωση της ρωσικής ορθοδοξίας και την κοσμοθεωρία κράτους και Εκκλησίας στην Ρωσία, να κατανοήσω πώς γεννήθηκε η υπερφίαλη “γεωπολιτική της ορθοδοξίας”. Μόλις σήμερα, με την ορθόδοξη “οικουμένη” να κινδυνεύει να διχοτομηθεί, δείχνει ενδιαφέρον για όλα αυτά η ευρύτερη κοινωνία, πέραν του στενού κύκλου του κλήρου, των εκκλησιαστικών ιστορικών και των διπλωματών.

Οι Ρώσοι παραμένουν δέσμιοι της σαγήνης τους για ένα ένδοξο παρελθόν. Μήπως όμως η ψύχωσή τους με την αυτοκρατορική ιδέα και την ισχύ υπονομεύει τελικά την επιρροή τους στον όλο ορθόδοξο κόσμο; Α.Μ.

Βιογραφία - Μαρτυρίες

Διαθήκη

Βίτολντ Γκομπρόβιτς

16.92

“Είμαι χιουμορίστας, γελωτοποιός, ακροβάτης, προβοκάτορας. Τα έργα μου κάνουν διπλές κωλοτούμπες για να διασκεδάσουν το κοινό μου. Εγώ είμαι τσίρκο, λυρισμός, ποίηση, τρόμος, καβγάς, παιχνίδια, τι άλλο θέλετε;”

Το κείμενο αυτό, οι συνομιλίες του Γκομπρόβιτς με τον Ντομινίκ Ντε Ρου, μας καλεί να ζήσουμε από κοντά τη μεγάλη περιπέτεια μιας νεωτερικής δημιουργίας που ξεθεμελιώνει, ανατρέπει τις μορφές του συρμού, αποδέχεται ανοιχτά τις αντιφάσεις και δυναμιτίζει κάθε θεωρία. Απέναντι στον Ντομινίκ Ντε Ρου, ο Γκομπρόβιτς απαντά με την οξύνοια, το χιούμορ, τη διαίσθηση, το ίδιο το ύφος του έργου του.

“Μετά τη συγγραφή αυτής εδώ της Διαθήκης, του απέμεναν λίγοι μόνον μήνες ζωής. Στόχος του ήταν να εξάψει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, να τον αιφνιδιάσει και να τον καταπλήξει και, ομολογουμένως, τα καταφέρνει. Η Διαθήκη δεν εκπλήσσει τόσο εξαιτίας των “αποκαλύψεών της”, οι οποίες είναι εσκεμμένα παραδοξολογικές ή συχνά προκλητικές, όσο εξαιτίας της ακλόνητης αυτοπεποίθησης την οποία ο Γκομπρόβιτς κατάφερνε να διατηρεί ακόμη και στις χειρότερες στιγμές της ζωής του (είκοσι τρία χρόνια εξορίας σε μια ήπειρο της οποίας, για να μην πούμε τίποτε άλλο, δεν μιλούσε καν τη γλώσσα) και εξαιτίας της αντίστοιχης αδιασάλευτης εμπιστοσύνης που είχε στο έργο του. Γνώριζε πως ήταν καινούριο, πρωτότυπο, άφθαρτο”.

Σβετλάνα Αλεξίεβιτς

13.16

Η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς φωτίζει το στοιχείο της συμμετοχής της Σοβιετικής γυναίκας (Ρωσίδας, Ουκρανής, Λευκορωσίδας, Σιβηριανής κτλ.) στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Πάνω από 500.000 γυναίκες -στην πλειονότητά τους νεαρά κορίτσια, σχεδόν έφηβες- πήραν ενεργό μέρος στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο και στις πρώτες γραμμές του μετώπου, όχι μόνον ως νοσοκόμες και τραυματιοφορείς, αλλά και σε αποκλειστικά έως τότε ανδρικές ειδικότητες: πολυβολήτριες, ελεύθεροι σκοπευτές, αεροπόροι, χειρίστριες βαρέων αντιαεροπορικών και πυροβόλων, απλές τυφεκιοφόροι, ασυρματίστριες ή αντάρτισσες στα μετόπισθεν του εχθρού. Κάποιες από τις γυναίκες αυτές, που επέζησαν κι έφτασαν ως τις μέρες μας, και που η συγγραφέας αναζήτησε σε πόλεις, κωμοπόλεις και απομακρυσμένα χωριά, αφηγήθηκαν τον δικό τους πόλεμο – και το έκαναν με τρόπο συγκλονιστικό.

Το βιβλίο αυτό, που ήταν το πρώτο από μια σειρά “βιβλίων των φωνών” που έγραψε η συγγραφέας-δημοσιογράφος, κυκλοφόρησε σε μια πρώτη εκδοχή το 1985 στη Ρωσία σε 2 εκατομμύρια αντίτυπα (είχαν προηγηθεί και αποσπασματικές δημοσιεύσεις σε περιοδικά) και μεταφράστηκε σε 35 γλώσσες. Αρκετές από τις ιστορίες του έγιναν η βάση για κινηματογραφικά και τηλεοπτικά σενάρια. Η αναθεωρημένη έκδοση του 2002 περιλαμβάνει κομμάτια που είχαν αφαιρεθεί από τη λογοκρισία, καθώς και υλικό που η ίδια η συγγραφέας δεν είχε τολμήσει εκείνη την εποχή να χρησιμοποιήσει.

Τάσος Μπρεκουλάκης

14.94

Ξεκίνησε ως ανθολόγιο κειμένων για το σουβλάκι από την ελληνική και παγκόσμια βιβλιογραφία, μια συλλογή με αποσπάσματα από άρθρα και βιβλία που ήταν απελπιστικά λίγα. Μετά εξελίχθηκε σε μια έρευνα για το σουβλάκι του ελλαδικού χώρου από την εποχή του Ομήρου, κι ακόμα πιο παλιά, μέχρι τις σημερινές μπασταρδεμένες εκδοχές του (που ΔΕΝ είναι σουβλάκια).

Στη συνέχεια ερευνήσαμε εξαντλητικά το σουβλάκι της Αθήνας και κάναμε άπειρες συνεντεύξεις, μαζέψαμε μαρτυρίες και ιστορίες σουβλατζήδων και αρχίσαμε να συνθέτουμε ένα στόρι απίστευτο που ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που περιμέναμε.

Δοκιμάσαμε αμέτρητα σουβλάκια, σχεδόν από κάθε σουβλατζίδικο της Αττικής, καθημερινά, για χρόνια, μιλήσαμε με ανθρώπους που έχουν μελετήσει το ελληνικό φαγητό (όλοι ξένοι), αρχαίο και σύγχρονο, αναζητήσαμε ένα σωρό εξαντλημένα και σπάνια βιβλία –βρήκαμε μέχρι και χρονικά από εκστρατείες Βυζαντινών στρατιωτών που αναφέρουν αναλυτικά τι έτρωγαν–, αφηγήσεις περιηγητών, λαογράφων, ψάξαμε τραγούδια (όλα σχεδόν σατιρικά, γιατί το σουβλάκι είναι ταπεινό και καταφρονημένο και κανείς δεν το πήρε ποτέ στα σοβαρά).

Το αποτέλεσμα είναι αυτό το βιβλίο, που δεν έχει ούτε μία φωτογραφία και είναι όλο σχεδιασμένο στο χέρι από τον Κωνσταντίνο Φυντάνη, και που αποτελεί την πρώτη απόπειρα να καταγραφεί η ιστορία του πιο δημοφιλούς ελληνικού street food, του πιο γνωστού ίσως ελληνικού φαγητού στα πέρατα του κόσμου.

Ντάνιελ Μέντελσον

25.92

Ο Ντάνιελ μεγαλώνει ακούγοντας διαρκώς από τους συγγενείς του –Εβραίους μετανάστες από το μακρινό Μπόλεχοφ της Ουκρανίας– πόσο μοιάζει στον μακαρίτη θείο Σμιλ. Μεγαλώνει ακούγοντας επίσης τις οικογενειακές ιστο­ρίες του πληθωρικού παππού του, από τις οποίες όμως ο θείος Σμιλ απουσιάζει παντελώς. Το μόνο που γνωρίζει για τον αμνημόνευτο θείο, τη γυναίκα και τις τέσσερις όμορφες κόρες του είναι ότι «τους σκότωσαν οι ναζί».

Ενήλικος πια, παρακινούμενος από το ένστικτο του «ιστορικού της οικογένειας» και από τη φρικτή υποψία ότι η σιωπή του παππού του υποκρύπτει μια ιστορία αδελφικής προδοσίας, θα ξεκινήσει τη δική του οδύσσεια ανά τον κόσμο για να τρυγήσει από τους λιγοστούς πια γέροντες, πρώην κατοίκους του Μπόλεχοφ –όσους επέζησαν του Ολοκαυτώματος– τις τελευταίες τους αναμνήσεις για τον Σμιλ και τη μοίρα του, για τον θάνατο αλλά και τη ζωή των Εβραίων της Ευρώπης.

 

Αλμπέρ Καμύ

11.84

«Επαναστατώ, άρα υπάρχουµε» επιβεβαιώνει ο Αλµπέρ Καµύ. Η εξέγερση είναι ο µόνος τρόπος για να ξεπεράσουµε το παράλογο. Αλλά το αληθινό θέµα του Επαναστατηµένου ανθρώπου είναι τα ερωτήµατα που θέτει το διεισδυτικό πνεύµα του Καµύ: Πώς ο άνθρωπος, στο όνοµα της εξέγερσης, συµβιβάστηκε µε το έγκληµα; Πώς η εξέγερση κατέληξε στα αυταρχικά κράτη του 20ού αιώνα που αντιγράφουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Πώς η ανθρώπινη περηφάνια αλλαξοδρόµησε;

Ο Επαναστατηµένος άνθρωπος είχε ευθύς εξαρχής τεράστιο αντίκτυπο, προκάλεσε όµως και πολλές αντιδράσεις από διάφορες πλευρές: κοµουνιστές, σουρεαλιστές, υπαρξιστές, χριστιανούς… Οι σύγχρονοι του Καµύ δεν ήταν αρκετά ώριµοι για να παραδεχτούν αλήθειες που επιβλήθηκαν τα κατοπινά χρόνια, καθιστώντας τον Επαναστατηµένο άνθρωπο έργο επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε.

«…Το επαναστατικό πνεύµα στην Ευρώπη µπορεί επίσης, για πρώτη και τελευταία φορά, να στοχαστεί πάνω στις αρχές του, ν’ αναρωτηθεί ποια παρέκκλιση το οδηγεί στον χαµό της τροµοκρατίας και του πολέµου, και να ξαναβρεί, µαζί µε τις αιτίες της εξέγερσής του, την πίστη του σε τούτες τις αρχές».

Ένα από τα σπουδαιότερα µανιφέστα ανθρωπισµού. The Times

Αλμπέρ Καμύ

8.54

«Πρώτα πρώτα πρέπει να σωπαίνουµε – να καταργούµε το κοινό και να έχουµε το κουράγιο της αυτοκριτικής. Να εξισορροπούµε µια προσεκτική καλλιέργεια του σώµατος µε την πλήρη συνείδηση της ζωής. Να εγκαταλείπουµε κάθε αξίωση και ν’ αφοσιωνόµαστε σ’ ένα διπλό έργο απελευθέρωσης – ως προς τα χρήµατα και ως προς τις µαταιοδοξίες και τις µικροψυχίες µας. Να ζούµε ακολουθώντας τους κανόνες του παιχνιδιού. Δεν είναι υπερβολικά τα δύο χρόνια από µια ολόκληρη ζωή για να σκεφτούµε πάνω σ’ ένα µόνο πράγµα. Πρέπει να εξουδετερώσουµε οριστικά όλες τις προηγούµενες καταστάσεις και να βάλουµε όλη µας τη δύναµη, πρωτίστως για να µην ξεµάθουµε τίποτα, κατόπιν για να µάθουµευποµονετικά».

Ο Αλµπέρ Καµύ αντιµέτωπος τόσο µε τον κόσµο όσο και µε τον εαυτό του. Με περιέργεια για όλους και για όλα, διηγείται ένα συµβάν, «πιάνει» µια αίσθηση, αποτυπώνει –για να επιστρέψει αργότερα σε αυτές– ιδέες και µνείες. Οι σηµειώσεις αφορούν τα παιδικά του χρόνια, αρχικά, τα αναγνώσµατά του εκείνης της εποχής. Τις σκέψεις, κατόπιν, που θα πλέξουν τα θέµατα από όπου θ’ αναδυθούν ο Ευτυχισµένος θάνατος, ύστερα ο Ξένος, αποσπάσµατα του Μύθου του Σισύφου και της Πανούκλας, που προαναγγέλλουν τον Επαναστατηµένο άνθρωπο. Τα Σηµειωµατάρια µας µισανοίγουν την πόρτα της εσωτερικής ζωής του Καµύ, σε µια ατµόσφαιρα οικειότητας που φωτίζει το έργο του, ενώ αποτελούν, παράλληλα, µια θαυµαστή µαρτυρία για τη σχέση του µε τον κόσµο.

Βιογραφία - Μαρτυρίες

Ένας άντρας

Οριάνα Φαλλάτσι

26.91

«Ένα μουγκρητό οδύνης και οργής υψωνόταν στην πόλη, και αντηχούσε ακατεύναστα, ανυποχώρητα, αφανίζοντας κάθε άλλο θόρυβο, τονίζοντας ρυθμικά το μεγάλο ψέμα. Ζει, ζει, ζει! Μουγκρητό που δεν είχε τίποτε το ανθρώπινο. Δεν υψωνόταν από ανθρώπινα όντα, πλάσματα με δυο χέρια και δυο πόδια και μια δική τους συνείδηση, υψωνόταν από ένα τερατώδες και ασύνετο θεριό, το πλήθος, το χταπόδι που το καταμεσήμερο, καλυμμένο από σφιγμένες γροθιές, στρεβλωμένα πρόσωπα, συσπασμένα στόματα, είχε κατακλύσει την πλατεία Μητροπόλεως, έπειτα είχε απλώσει τα πλοκάμια στους παρακείμενους δρόμους φράζοντάς τους, καταβυθίζοντάς τους με την ανηλεή λάβα που στο ορμητικό της πλημμύρισμα καταπίνει κάθε εμπόδιο, ξεκουφαίνοντάς τους με το ζει, ζει, ζει».

Η Οριάνα Φαλλάτσι, σύντροφος του Αλέκου Παναγούλη τα τελευταία χρόνια της ζωής του, εκδίδει το Ένας άντρας τον Ιούλιο του 1979 στην Ιταλία, τρία χρόνια μετά τον αδόκητο θάνατό του, σε ηλικία 36 ετών. Το βιβλίο γίνεται παγκόσμια επιτυχία και μεταφράζεται σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες. «Είχε πεθάνει αυτός που αγαπούσα και είχα ξεκινήσει να γράφω ένα μυθιστόρημα που θα έδινε νόημα στην τραγωδία» γράφει η Φαλλάτσι. Και σε μια συνέντευξή της δηλώνει: «Διαβάζοντας Προπ, είδα πως η ιστορία του Παναγούλη αντιστοιχούσε στη δομή ενός παραμυθιού: η μύηση, η περίοδος της μεγάλης δοκιμασίας, η επιστροφή στο χωριό, η τελευταία πρόκληση, η αποθέωση ή ο θάνατος». Και συμπληρώνει: «Δε λέω ποτέ πως ήταν ήρωας –βεβαίως και ήταν ήρωας, αλλά μου φαίνεται περιοριστικό να το λέω–, ήταν πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα ένας ποιητής, ένας καλλιτέχνης, και ο ηρωισμός του ήταν απόρροια της ποίησής του».