Βλέπετε 1–12 απο 59 αποτέλεσματα

Ξένη λογοτεχνία

Νεφελοκοκκυγία

Άντονι Ντορ

18.90

ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ “Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε” (Βραβείο Πούλιτζερ)

Η Νεφελοκοκκυγία είναι ένα μυθιστόρημα ύμνος στη φαντασία και στη συμπόνια, που διαδραματίζεται στην Κωνσταντινούπολη του 15ου αιώνα, σε μια μικρή πόλη της πολιτείας του Άινταχο σήμερα και σε ένα διαστρικό σκάφος στο εγγύς μέλλον, κάποιες δεκαετίες μετά. Ο Ντορ δημιούργησε ένα υπέροχο μωσαϊκό από εποχές και τόπους με συνδετική ύλη αυτή καθαυτή την ιδιότητά μας να συνδεόμαστε – με τη φύση, μεταξύ μας, με εκείνους που έζησαν πριν από εμάς και με εκείνους που θα είναι εδώ όταν εμείς θα έχουμε πια φύγει.

Η δεκατριάχρονη Άννα είναι ορφανή, ζει μέσα στα επιβλητικά τείχη της Κωνσταντινούπολης σε ένα σπίτι με γυναίκες που κεντούν άμφια. Αχόρταγα περίεργη, η Άννα μαθαίνει να διαβάζει, και σε αυτή την πόλη, που φημίζεται για τις βιβλιοθήκες της, ανακαλύπτει ένα βιβλίο: την ιστορία του Αίθωνα, ο οποίος λαχταρά να μεταμορφωθεί σε πουλί για να μπορέσει να πετάξει σε έναν ουτοπικό παράδεισο στον ουρανό. Έξω από τα τείχη βρίσκεται ο Ομίρ, ένα χωριατόπουλο, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του. Τον επιστράτευσαν μαζί με τα αγαπημένα του βόδια στον στρατό του σουλτάνου. Οι δρόμοι τους διασταυρώνονται. Πεντακόσια χρόνια αργότερα, σε μια βιβλιοθήκη στο Άινταχο, διαδραματίζεται μια άλλη πολιορκία: ο ογδονταεξάχρονος Ζίνο, που έμαθε ελληνικά ως αιχμάλωτος πολέμου, ετοιμάζει με μια ομάδα πέντε παιδιών μια θεατρική διασκευή της ιστορίας του Αίθωνα, που διασώθηκε ως εκ θαύματος μέσα στους αιώνες. Κρυμμένη στα ράφια της βιβλιοθήκης βρίσκεται μια βόμβα, που τοποθέτησε ένας θυμωμένος ιδεολόγος έφηβος, ο Σέυμορ. Και σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον, στο διαστρικό σκάφος Άργος, η Κόνστανς είναι μόνη της σε μια κάψουλα κι αντιγράφει πάνω σε κομμάτια από σάκους την ιστορία του Αίθωνα, που της διηγήθηκε ο πατέρας της. Δεν έχει πατήσει ποτέ το πόδι της στη Γη.

Ξένη λογοτεχνία

Όμορφε κόσμε που είσαι

Ρούνεϋ Σάλλυ

17.73

Νο 1 στη λίστα ευπώλητων των Sunday Times
Μυθιστόρημα της Χρονιάς στα An Post Irish Book Awards

Η Άλις, νεαρή συγγραφέας, γνωρίζει τον Φίλιξ, που εργάζεται σε αποθήκη στην ιρλανδική επαρχία, και του προτείνει να τη συνοδεύσει σε ένα ταξίδι στη Ρώμη. Στο Δουβλίνο, η καλύτερή της φίλη, η Αϊλίν, προσπαθεί να ξεπεράσει τον χωρισμό της φλερτάροντας με τον Σάιμον, που τον ξέρει από παιδί.

Η Άλις, ο Φίλιξ, η Αϊλίν και ο Σάιμον είναι ακόμα νέοι – όμως η ζωή τούς προσπερνάει σιγά σιγά. Ερωτεύονται ο ένας τον άλλο, εξαπατούν ο ένας τον άλλο, σμίγουν, χωρίζουν. Τους προβληματίζουν το σεξ, η φιλία, ο κόσμος στον οποίο ζουν. Βρίσκονται άραγε μέσα στο τελευταίο «φωτεινό δωμάτιο» πριν πέσει για πάντα το σκοτάδι; Γίνονται μήπως αυτόπτες μάρτυρες κάποιας μεγάλης αλλαγής; Θα βρουν τον τρόπο να πιστέψουν ότι όντως υπάρχει ένας όμορφος κόσμος;

Μαρία Μαυρικάκη

10.35

«Δεν ήμασταν παιδιά εγκαταλειμμένα ή κακοποιημένα, γόνοι διαλυμένης οικογένειας, ούτε τίποτα πλουσιόπαιδα, που από την ευμάρεια οδηγούνται στην πλήξη και στους πειραματισμούς με τα διάφορα. Κοντολογίς, δεν ανταποκρινόμασταν σε κανένα από τα στερεότυπα που περιγράφονται ως οικογενειακό περιβάλλον των εξαρτημένων. Συνηθισμένοι άνθρωποι οι γονείς μας, τα παιδικά μας χρόνια χορτάτα από παιχνίδι στους χωματόδρομους της γειτονιάς. Στα εμβληματικά 60s εσύ, εγώ στα 70s, της μεταπολίτευσης καημένη γενιά. Αργότερα κατάλαβα πως αυτό που σου (μας) συνέβη μπορεί να συμβεί στον καθένα».

Τι σημαίνει να έχεις στο στενό σου περιβάλλον έναν άνθρωπο παγιδευμένο στις ουσίες; Επτά διαφορετικές φωνές απαντούν, περιγράφοντας τα συναισθήματα που προκαλεί στους γύρω του ο γιος, ο αδερφός, ο φίλος, ο σύντροφος, ο εραστής που εξαρτάται. Ηχεί όμως και η δική του φωνή.

Μια αφήγηση για το ακόρεστο του ελλείμματος, τις προσπάθειες θεραπείας και τις υποτροπές, τη μελαγχολία, τις ενοχές και τη συγχώρεση, μια ιστορία συνεξάρτησης, που αποτυπώνει γυμνή την αλήθεια της κάθε πλευράς.

Πάνος Σόμπολος

13.16

Εγκλήματα γένους θηλυκού περιλαμβάνει το πέμπτο βιβλίο μου. Πρόκειται για γυναίκες όλων των ηλικιών που έφτασαν να εγκληματήσουν για διάφορες αιτίες. Το πρώτο έγκλημα με το οποίο ασχολούμαι διαπράχθηκε το 1931 και έγινε ακόμη και τραγούδι: “Καημένε Αθανασόπουλε, τι σου ‘μελλε να πάθεις, από κακούργα πεθερά τα νιάτα σου να χάσεις”. Ακολουθούν δεκάδες άλλα εγκλήματα που έγιναν στην Αθήνα και σε διάφορες περιοχές της χώρας.

Οι περισσότερες από τις ανθρωποκτονίες στις οποίες αναφέρομαι έχουν απασχολήσει για πολύ καιρό ή και χρόνια ακόμη την κοινή γνώμη. Ήταν εγκλήματα που πραγματικά συγκλόνισαν την Ελλάδα.
Πρωταγωνίστρια είναι πάντα η γυναίκα, ως φυσική ή ηθική αυτουργός ή συναυτουργός, σε όλες τις ανθρωποκτονίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο: συζυγοκτονίες, παιδοκτονίες, μητροκτονίες και δολοφονίες άλλων προσώπων, για διάφορους λόγους. Πολλές από τις ανθρωποκτονίες αυτές φέρουν τον χαρακτήρα της εκδίκησης, του φοβερού πάθους, του αβυσσαλέου μίσους και σχετίζονται με το χρήμα, τον έρωτα, τη ζηλοτυπία, τα περιουσιακά και άλλα ζητήματα.

Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις γυναίκες που εγκλημάτησαν είχαν λευκό ποινικό μητρώο, δεν είχαν απασχολήσει την αστυνομία για το παραμικρό.
Ήταν δηλαδή οι γυναίκες της διπλανής πόρτας.

Προσπάθησα να κάνω ακριβή περιγραφή και καταγραφή των πραγματικών γεγονότων, ώστε να χρησιμοποιηθούν από τον ιστορικό του μέλλοντος χωρίς τον φόβο της ανακρίβειας.

Πάνος Σόμπολος

Άρτεμις Λεοντή

19.98

Η πρώτη βιογραφία που αφηγείται τη γοητευτική ιστορία της Εύας Πάλμερ-Σικελιανού (1874-1952), Αμερικανίδας ηθοποιού, σκηνοθέτριας, συνθέτριας και υφάντρας, γνωστής κυρίως για την προσπάθειά της να αναβιώσει το ελληνικό πνεύμα με τις Δελφικές Εορτές. Όπως αποκαλύπτει η Άρτεμις Λεοντή, το πιο σημαντικό έργο της Πάλμερ ήταν η αναβίωση, στην καθημερινότητά της, της αρχαίας ελληνικής ζωής. Για μισό αιώνα σχεδόν, ντυμένη με υφασμένες από την ίδια αρχαιοπρεπείς χλαμύδες και σανδάλια, προσπάθησε να κάνει τη σύγχρονη ζωή πιο ελεύθερη και πιο όμορφη, μέσα από μια δημιουργική σύνδεση με την αρχαιότητα. Στη διαδρομή, διασταυρώθηκε με άλλους πρωτοπόρους δημιουργικούς καλλιτέχνες όπως η Νάταλι Κλίφορντ Μπάρνεϋ, η Ρενέ Βιβέν, η Ιζαντόρα Ντάνκαν, η Σούζαν Γκλάσπελ , ο Τζορτζ Κραμ Κουκ, ο Ρίχαρντ Στράους, ο Δημήτρης Μητρόπουλος, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Χένρυ Μίλλερ, ο Πολ Ρόμπσον και ο Τεντ Σον.

Έξυπνη και ωραία, με κόκκινα μαλλιά που έφταναν ως το πάτωμα, η Εύα Πάλμερ ήταν μια πλούσια ντεμπιτάντ της Νέας Υόρκης που σπούδασε αρχαία ελληνικά στο Κολέγιο Μπρυν Μορ πριν γυρίσει την πλάτη της στη συμβατική κοινωνία, για να ζήσει ως λεσβία στο Παρίσι. Αργότερα, ακολούθησε τον Ρέυμοντ Ντάνκαν (αδελφό της Ιζαντόρα) και τη σύζυγό του στην Ελλάδα και παντρεύτηκε τον Άγγελο Σικελιανό το 1907. Ταγμένη ολόψυχα στον σκοπό της, η Εύα αναδημιούργησε αρχαίες καλλιτεχνικές μορφές και σκηνοθέτησε αρχαία ελληνική τραγωδία με δική της χορογραφία, κοστούμια, ακόμα και μουσική. Στην προσπάθειά της να αναβιώσει το αρχαίο ελληνικό π νεύμα, καταστράφηκε οικονομικά και επέστρεψε στην Αμερική το 1933.

Την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου μπήκε στη μαύρη λίστα επειδή επέκρινε σφοδρά τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και δεν κατάφερε να αποσπάσει βίζα για να επισκεφθεί την Ελλάδα παρά λίγους μόλις μήνες πριν πεθάνει. Αντλώντας από το υλικό εκατοντάδων επιστολών που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και παρουσιάζοντας πολλές αδημοσίευτες ως τώρα φωτογραφίες, η βιογραφία της Πάλμερ είναι μια ολοζώντανη αναδημιουργία της αλησμόνητης ιστορίας μιας σημαντικής αντικομφορμίστριας την οποία μια σύγχρονή της περιέγραψε με τα εξής λόγια: «Είναι η μόνη αρχαία Ελληνίδα που γνώρισα»

Ξένη λογοτεχνία

Εσύ, η ζωώδης μηχανή

Ελένη Σικέλιανός

12.96

H ιστορία της Χρυσής Ελληνίδας, της Ελένης Παπαμάρκου, που παντρεύτηκε πέντε φορές, έκανε τρία παιδιά, ήταν χορεύτρια μπουρλέσκ με το ψευδώνυμο Μελένα, το Κορίτσι Λεοπάρδαλη, αλλά και «η πιο σκληροτράχηλη γυναίκα που έφαγε σίδερο και μάσησε ατσάλι επί προσώπου γης».

Αντλώντας από την ιστορία και τη μνήμη, η Σικελιανός γράφει για τη γιαγιά της, έναν κρίκο μιας ευρύτερης οικογενειακής αλυσίδας, που περικλείει μορφινομανείς και ηρωινομανείς, πρόσφυγες, ρεμπέτες, αριστοκράτες από το Ιόνιο, μια από τις πλουσιότερες οικογένειες των Ηνωμένων Πολιτειών που εξάντλησε την περιουσία της επιχειρώντας να αναβιώσει το αρχαιοελληνικό θέατρο, Εβραίους από τη Λιθουανία, μουσικούς, γκαρσόνες, έναν ζωγράφο, αρκετούς ποιητές (έναν υποψήφιο για Νόμπελ), διακινητές οπίου και έναν νάνο (τον έναν από τους πέντε συζύγους της Ελένης).

Μετεωριζόμενη ανάμεσα στο πραγματικό και στο φανταστικό, συνδυάζοντας το χρονικό με την ποίηση, το ντοκουμέντο και το δοκίμιο με τη μυθοπλαστική επινόηση, η Σικελιανός θέτει με αριστοτεχνικό τρόπο το ζήτημα της ταυτότητας όπως αναδύεται μέσα από την εμπειρία μιας γυναίκας ελληνικής καταγωγής, δεύτερης γενιάς μετανάστριας στην Αμερική.

Ίαν Κόλινς

20.61

Γεννηµένος σε µια µεγάλη µποέµικη οικογένεια, ο John Craxton (1922-2009) από πολύ νωρίς λαχταρούσε να ζήσει και να ζωγραφίσει στην Ελλάδα. Πέτυχε τον στόχο του, και έκτοτε όλα τα έργα του έχουν τα χρώµατα µιας ακατάλυτης χαράς.

Δεν έδωσε ποτέ στη ζωή του εξετάσεις, παρά µόνο για να αποκτήσει δίπλωµα οδήγησης µοτοσικλέτας. Αναρχικό πνεύµα αυτοδίδακτης ευρυµάθειας, απεχθανόταν τις ταµπέλες, ειδικά του νεοροµαντικού κινήµατος της δεκαετίας του 1940, του οποίου θεωρήθηκε πρωταγωνιστής. Κι ενώ οι µοναχικές, σκοτεινές φιγούρες του ήταν αυτοπροσωπογραφίες του, ο ίδιος ζούσε εξαιρετικά κοινωνική ζωή σε όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσµίου πολέµου. Στα 19 του γνώρισε µια ατίθαση αδελφή ψυχή ονόµατι Lucian Freud, που τον ακολούθησε στην Ελλάδα το 1946, για να επιστρέψει µόνος του στην Αγγλία πέντε µήνες αργότερα. Ο Craxton είχε ήδη γνωρίσει, στο Λονδίνο το 1945, τον Έλληνα ζωγράφο Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, καθώς και τον Βρετανό συγγραφέα Patrick Leigh Fermor. Οι τρεις τους συµπορεύθηκαν, στη ζωή και στην τέχνη, για τα επόµενα 50 χρόνια, στην Ύδρα, στην Κρήτη, στην Καρδαµύλη, στην Κέρκυρα…

Μοντερνιστής µε αγάπη για την αρχαιολογία, ο Craxton υπήρξε ιδιαίτερος καλλιτέχνης. Το έργο του, µε επιρροές αρχικά από τον Blake και τον Palmer και στη συνέχεια από τον Miró και τον Picasso, εξελίχθηκε σε έναν διάλογο µε τα βυζαντινά ψηφιδωτά, τον Ελ Γκρέκο και τον ελληνικό τρόπο ζωής. Ο Craxton αγαπούσε την ανθεκτικότητα του µύθου στη ζωή της ελληνικής υπαίθρου. Είχε διάσηµους φίλους, αλλά ζωγράφιζε καθηµερινούς ανθρώπους. Στο τέλος έµοιαζε µε βοσκό από την κατ’ επιλογήν πατρίδα του, την Κρήτη.

Αφελής ξένος και θύµα µιας σκανταλιάρικης αίσθησης του χιούµορ, έµπλεξε αρκετές φορές σε δυσάρεστες καταστάσεις. Όσα κι αν τραβούσε, όµως, δεν έπαψε ποτέ να αντιµετωπίζει τα πάντα µε έναν ηρωικό ηδονισµό.

Ξένη λογοτεχνία

Συζητήσεις με φίλους

Σάλλυ Ρούνεϋ

11.62

H Φράνσις είναι είκοσι ενός ετών και σπουδάζει στο Δουβλίνο· μια συγκρατημένη και μελαγχολική νεαρή γυναίκα, που παρατηρεί τα πάντα γύρω της και την ενδιαφέρει, αν και χαλαρά, να γίνει συγγραφέας. Πρώην ερωτική της σύντροφος και τώρα καλύτερή της φίλη είναι η όμορφη Μπόμπι, που δε χάνει στιγμή την αυτοκυριαρχία της. Ένα βράδυ, ύστερα από μια ποιητική περφόρμανς των δυο τους σε μια από τις σκηνές της πόλης, συναντούν τη γνωστή δημοσιογράφο Μελίσσα, γνωρίζουν έπειτα τον όμορφο σύζυγό της Νικ και σταδιακά εμπλέκονται στον κόσμο τους: πολυτελή σπίτια, ξέφρενα πάρτι, διακοπές στη Βρετάνη. Το διασκεδαστικό φλερτ ανάμεσα στη Φράνσις και στον Νικ, όπως φαινόταν στην αρχή, θα εξελιχθεί σε μια παράξενη –κι έπειτα οδυνηρή– οικειότητα.

Γραμμένο με ρεαλισμό και ευφυή αίσθηση του χιούμορ, το μυθιστόρημα Συζητήσεις με φίλους, που έχει μεταφραστεί σε 12 γλώσσες, ζωντανεύει τις βαθιές επιθυμίες και τα βάσανα των νέων ανθρώπων του 21ου αιώνα, αλλά και τις αιχμηρές γωνίες της γυναικείας φιλίας. Και η Σάλλυ Ρούνεϋ γίνεται η φωνή της γενιάς της, των παιδιών που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1990, στον δρόμο τους προς την ενηλικίωση.

Κέιτ Έβανς

17.91

Μια μεγάλη προσωπικότητα της διεθνούς αριστεράς, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, βρίσκεται στο πάνθεον των μαρξιστών στοχαστών – αλλά εκτός από αγωνίστρια, υπήρξε και μια μοναδική γυναίκα με αγάπη για τη ζωή, θάρρος και επαναστατική αποφασιστικότητα. Σε μια εποχή όπου οι γυναίκες ήταν περιορισμένες στις οικιακές ασχολίες, η Ρόζα όρμησε μέσα στον κόσμο: το βιβλίο περιγράφει με εικόνες τη μυθιστορηματική της ζωή, πώς ξεπέρασε την αναπηρία της, πώς άφησε πίσω της την πολωνική επαρχία και έγινε πολίτης –και επαναστάτρια– της Ευρώπης. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ παρέμεινε μέλος μιας αριστερής μειοψηφίας που αντιτάχθηκε στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και στον εθνικισμό. Άνοιξε εχθρικά μέτωπα τόσο εναντίον των πολεμοκάπηλων όσο και των μεταρρυθμιστών του δικού της κόμματος. Φυλακίστηκε, βασανίστηκε και δολοφονήθηκε γνωρίζοντας καλά ότι η επανάσταση που είχε ονειρευτεί ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία.

Το βιβλίο της Kate Evans δεν είναι μόνο μια εικονογραφημένη βιογραφία, αλλά το χρονικό μιας επανάστασης που απέτυχε οικτρά, η σύνοψη ενός σημαντικού έργου που παραλίγο να αλλάξει την πορεία της Ιστορίας. «Αν πάρουμε μαθήματα από την Κόκκινη Ρόζα, θα μπορέσουμε να συμβάλουμε στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου· δικαιότερου και ευτυχέστερου». Barbara Ehrenreich «Η Kate Evans είναι ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα στον χώρο των κόμικς εδώ και πολλά χρόνια». Steve Bell, The Guardian «Απίστευτα απολαυστικό και χρήσιμο βιβλίο». Paul Mason «H Kate Evans είναι μια πραγματική ιδιοφυΐα». George Monbiot

Ορχάν Παμούκ

21.51

Τρεις γενιές µιας οικογένειας, από το 1905 και µέχρι τα µέσα της δεκαετίας του 1970. Ο Τζεβντέτ µπέη, ένας δραστήριος µουσουλµάνος έµπορος, ιδιοκτήτης ενός µικρού καταστήµατος, φιλοδοξεί να πλουτίσει και, σε αντίθεση µε τις αρχές του ιδεολόγου Νεότουρκου αδερφού του, να αποκτήσει µια οικογένεια ευρωπαϊκής νοοτροπίας.

Η ιστορία του, και η ιστορία των γιων και των εγγονών του, όπως την αφηγείται ο Παµούκ, παρακολουθεί τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και στην καθηµερινότητα της Ιστανµπούλ από την εποχή του σουλτάνου Αµπντουλχαµίτ µέχρι τα χρόνια της Τουρκικής Δηµοκρατίας, µε την ανέγερση πολυκατοικιών, τα κυριακάτικα οικογενειακά απογεύµατα γύρω από το ραδιόφωνο, τα ψώνια στα µαγαζιά του Μπέγιογλου…

Η πορεία µιας οικογένειας και ενός έθνους· οι πόθοι και τα πάθη της ανερχόµενης αστικής τάξης της τουρκικής κοινωνίας.

 

Ελληνική λογοτεχνία

Η νοσταλγία της απώλειας

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

12.33

Οι τριάντα µία διηγήσεις είναι αφηγήσεις προσωπικές, ιστορίες φίλων και περαστικών, εξιστορήσεις που φανερώθηκαν µέσα από καταχωνιασµένα σηµειωµατάρια και το καταστάλαγµα της ζωής. Καταστάσεις πραγµατικές και φανταστικές, ανοµολόγητες και παρανοηµένες, για ανθρώπους που δοκιµάστηκαν στα όρια της ζωής τους. Κοινά στοιχεία των διηγήσεων η µνήµη, ο πόνος και η απώλεια, οι εµµονές του έρωτα, τα ανθρώπινα παθήµατα.

Οι διηγήσεις, σύνοψη και απόσταγµα ζωής, αποτελούν µια αποσπασµατική  μυθοπλασία. Ως αφηγητής δεν θέλησα µόνο να περιγράψω και να στοχαστώ, αλλά να εκτεθώ, να µιλήσω µε ειλικρίνεια, να διηγηθώ ανυπόκριτα µε συγκίνηση και αυτοσαρκασµό, αναζητώντας τη µοναδικότητα του εαυτού µας και την επαφή µε τον αναγνώστη στη χαοτική εποχή µας. Άραγε πόσο αποκαλυπτόµαστε µέσα από τα λόγια και τις ιστορίες µας; Και πότε η ανάκληση µιας ιστορίας γίνεται εκµυστήρευση µε όλο της το κόστος και όχι απλώς  η νοσταλγία της απώλειας;
Θ.Γ.

Ελληνική λογοτεχνία

Ονειρεύτηκα τη Διδώ

Λένα Διβάνη

15.93

«Εγώ σ’ όλη μου τη ζωή πήγαινα ασορτί με την Ελλάδα. Δράμα αυτή; Δράμα κι εγώ. Αδύνατον να ξεσπάσει καταιγίδα στη χώρα και να μη βρεθώ στο κέντρο της εγώ».
Διδώ Σωτηρίου

Μέσα στον ζόφο των αλλεπάλληλων κρίσεων ένιωσα ξαφνικά την έντονη ανάγκη να ανασάνω λίγο φρέσκο αέρα, να αισιοδοξήσω. Αποφάσισα λοιπόν ότι είχε έρθει η ώρα να ξαναζωντανέψω το ίνδαλμά μου, τη Διδώ Σωτηρίου. Είναι άδικο να τη λησμονούν σιγά σιγά οι παλιότεροι και να την αγνοούν τελείως οι νεότεροι. Δεν υπήρχε άλλη σαν κι αυτή τη γυναίκα-πολεμίστρια του καλού που διέσχισε ολόκληρο τον 20ό αιώνα, βρέθηκε στο επίκεντρο κάθε ελληνικής τραγωδίας (από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τη χούντα) και κατάφερε να δρασκελίσει όλα τα ερείπια φορώντας το αιώνιο χαμόγελό της, κόκκινο μπερέ, κολιέ και άρωμα. Άρχισα αμέσως την έρευνα (με αφορμή την οποία εν τέλει εμπνεύστηκα το βιβλίο Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας) και ευτυχώς, γιατί χάθηκαν εν τω μεταξύ η Άλκη Ζέη κι ο Νίκος Μπελογιάννης, οι μοναδικοί επιζώντες που την ήξεραν από την καλή και την ανάποδη.

Ελπίζω ότι έγραψα μια εντελώς υβριδική βιογραφία με τον χαρακτηριστικό τίτλο Ονειρεύτηκα τη Διδώ. Γιατί πράγματι την ονειρεύτηκα ολοζώντανη, ακαταπόνητη και γελαστή, όπως ήταν πάντα, να μου διηγείται με το νι και με το σίγμα τη ζωή της που ήταν αγρίως απίθανη!
Λ. Δ.