Βλέπετε 1–12 από 106 αποτελέσματα

Ξένη λογοτεχνία

Μια άλλη χώρα

Τζέιμς Μπόλντουιν

19.90

Πέντε από τους ήρωες του «Μια άλλη χώρα» είναι καλλιτέχνες: ο Ρούφους, ένας μαύρος ντράμερ της τζαζ, η αδελφή του, η Αΐντα, τραγουδίστρια των μπλουζ, ο Βιβάλντο, συγγραφέας με ταλέντο αλλά χωρίς έμπνευση, ο Ρίτσαρντ, συγγραφέας χωρίς ταλέντο που όμως κερδίζει την επιτυχία, και ο Έρικ, ηθοποιός κι ομοφυλόφιλος. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που καταπιάνεται με τη ζωή των καλλιτεχνών, αλλά με τις διαφυλετικές σχέσεις μεταξύ μαύρων και λευκών, που οδηγούν τον Ρούφους στην αυτοκτονία, καθώς και με τις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα: τη φιλία, τον έρωτα, το μίσος, τη ζήλια, τη μοναξιά… Η δράση εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του ΄50, αλλά και στη Γαλλία, όπου ο Έρικ ζει για αρκετά χρόνια αυτοεξόριστος, όπως είχε ζήσει και ο ίδιος ο Τζέιμς Μπόλντουιν. Είναι φανερό ότι το «Μια άλλη χώρα» πηγάζει κυρίως από τις εμπειρίες του ίδιου του συγγραφέα, παρά από τη φαντασία του: ήταν ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα που εξέφραζαν την οργή των μαύρων Αμερικανών της εποχής εκείνης, αλλά και τις ιδιαιτερότητες της αφροαμερικανικής κουλτούρας. «Σε κρατάνε εδώ επειδή είσαι μαύρος, ενώ διατυμπανίζουν ανοησίες για τη χώρα της ελευθερίας και την πατρίδα των γενναίων… Μερικές φορές θα ΄θελα να μπορούσα να γίνω μια μεγάλη γροθιά και να κάνω αυτή την ελεεινή χώρα σκόνη. Μερικές φορές πιστεύω ότι δε δικαιούται να υπάρχει».

Τ. Σ. Έλιοτ

16.60

Στο “Για την ποίηση” ανθολογούνται επτά σηµαντικά δοκίµια του Τ. Σ. Έλιοτ, σε µετάφραση και σχόλια του Στέφανου Μπεκατώρου, που φανερώνουν καίριες πτυχές της γόνιµης πορείας του στον τοµέα της λογοτεχνικής κριτικής και καλύπτουν χρονικά το διάστηµα 1919-1961.

Με αφετηρία το θεµελιακό κείµενο µε τίτλο «Η Παράδοση και το Ατοµικό Τάλαντο» και καταλήγοντας στο «Για να Κρίνουµε τον Κριτικό», την πιο γνωστή από τις τελευταίες διαλέξεις του ποιητή, παρουσιάζονται οι σηµαντικότεροι σταθµοί της εξέλιξης της κριτικής σκέψης του Έλιοτ εστιάζοντας στον τρόπο µε τον οποίο επανεξέτασε τη λειτουργία της ποίησης, επαναπροσδιόρισε την ίδια τη φύση της ποιητικής διαδικασίας και προσέφερε νέα εργαλεία και ένα φάσµα ρητορικών δυνατοτήτων στις µελλοντικές γενιές αναγνωστών και µελετητών της λογοτεχνίας.

Ο ίδιος ο Έλιοτ θεωρούσε τα δοκίµιά του αναπόσπαστο µέρος του συγγραφικού του εργαστηρίου υπογραµµίζοντας την αδιάσπαστη ενότητα της ποιητικής και δοκιµιακής του παραγωγής, κάτι άλλωστε που απηχεί την αντίληψή του ότι η λογοτεχνική κριτική εγγράφεται σε ένα ευρύτερο κοινωνικό, ηθικό και πολιτιστικό πλαίσιο ακολουθώντας τις τάσεις της εκάστοτε εποχής.

 

 

Κουρτ Βόνεγκαν

16.60

Όπως οι περισσότεροι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, ο Τράουτ μάλλον δεν είχε ιδέα από επιστήμη… Όταν ο πολυγραφότατος αλλά αφανής συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Κίλγκορ Τράουτ δέχεται την τιμητική πρόσκληση να συμμετάσχει στο Φεστιβάλ Τεχνών του Μίντλαντ Σίτυ, διαισθάνεται ότι το ταξίδι του θα τον φέρει αντιμέτωπο με ό,τι φοβάται και συγχρόνως λαχταρά, την επαφή με το κοινό και ίσως την αναγνώριση. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να φανταστεί όσα θα συμβούν όταν ο Ντουέιν Χούβερ, ο πλούσιος έμπορος αυτοκινήτων της πόλης, αποφασίζει να πάρει τις ιστορίες του στα σοβαρά. Η αμερικανική αυτή επαρχία θα βυθιστεί σε ένα κρεσέντο συμβολικής και πραγματικής βίας, δίνοντας την ευκαιρία στον Βόννεγκατ να ξεδιπλώσει τη δηλητηριώδη του σάτιρα όχι μόνο για τον χρόνο, την ανισότητα, τις έμφυλες και φυλετικές διακρίσεις σε μια χώρα γεμάτη αντιφάσεις, αλλά και για την καταστροφή της Γης. Σε ένα ευφυές παιχνίδι με την κυριολεκτική σημασία κάθε λέξης, συνθέτει ένα εντυπωσιακό matrix των προβλημάτων της εποχής μας, εν τη γενέσει τους. Τα πάντα είναι αμφίσημα και τίθενται υπό αμφισβήτηση σε έναν κόσμο δίχως έρμα και ηθική – από τις ταμπέλες του Διαπολιτειακού Αυτοκινητόδρομου μέχρι τις συμβάσεις της λογοτεχνικής αφήγησης. Ένα βιβλίο στο οποίο, με αφηγηματική λιτότητα, συνδυάζονται η επιστημονική φαντασία, τα απομνημονεύματα, τα παραμύθια και οι παραβολές, η φάρσα. Ο Κερτ Βόννεγκατ ασκεί σαρωτική κριτική στην αμερικανική κοινωνία με τρόπο αριστοτεχνικό -χάρη στην οργιώδη φαντασία και στο χιούμορ του-, έχοντας όμως τη συγκινητική επίγνωση της ανθρώπινης τρωτότητας.

 

Τζορτζ Σόντερς

24.93

Τι κάνει μια αφήγηση ενδιαφέρουσα, ενίοτε και συναρπαστική, αλλά και τι μας λένε κάποια διηγήματα των μεγάλων Ρώσων κλασικών για τον εαυτό μας και για τον κόσμο που μας περιβάλλει;
Ο Τζορτζ Σόντερς, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Αμερικανούς πεζογράφους, παραδίδει τα τελευταία είκοσι χρόνια μαθήματα δημιουργικής γραφής στο Syracuse University.

Στο Κολυμπώντας στη λιμνούλα υπό βροχήν μοιράζεται μαζί μας κάποιες από αυτές τις παραδόσεις, εμπλουτισμένες από επισημάνσεις και σχόλια φοιτητών του. Τα επτά (σχετικά σύντομα) δοκίμια που συνοδεύουν διηγήματα και νουβέλες των Τσέχοφ, Τουργκένιεφ, Τολστόι και Γκόγκολ αφορούν, προφανώς, όχι μόνον επίδοξους συγγραφείς, αλλά και οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία, και ειδικότερα για το τι είναι αυτό που κάνει τον αναγνώστη να “μην μπορεί να αφήσει από τα χέρια του” ένα βιβλίο.

Στο εισαγωγικό κείμενό του ο Σόντερς γράφει: “Θα εμβαθύνουμε σε επτά μικρογραφίες του κόσμου, με μεγάλη φροντίδα χτισμένες, που οι συγγραφείς τους ήθελαν να απαντούν, έστω και έμμεσα, σε κάποια από τα μεγάλα ερωτήματα τα οποία, ακόμα και αν η εποχή μας δεν τα θεωρεί εξίσου σημαντικά, δεν παύουν ωστόσο να αποτελούν τον σκοπό της τέχνης. Πώς πρέπει να ζούμε; Ποιος είναι ο προορισμός μας επί της γης; Τι είναι σημαντικό και τι όχι; Τι είναι αλήθεια και πώς μπορούμε να ξεχωρίζουμε την αλήθεια από το ψέμα; Πώς μπορούμε να μένουμε αδιάφοροι όταν κάποιοι τα έχουν όλα και κάποιοι άλλοι δεν έχουν τίποτα;”.

Εξετάζοντας τα επτά διηγήματα του βιβλίου εξονυχιστικά αλλά και με τρόπο απόλυτα κατανοητό και προσιτό στον αναγνώστη, ο Σόντερς όχι μόνο υποδεικνύει κάποια κλειδιά και μερικές τεχνικές που κάνουν μια αφήγηση πιο ενδιαφέρουσα, αλλά και “εκπαιδεύει” τον αναγνώστη πώς να απολαμβάνει τις κρυφές αρετές της λογοτεχνικής γραφής.

Το Κολυμπώντας στη λιμνούλα υπό βροχήν, πολύτιμο εργαλείο για κάθε φίλο της λογοτεχνίας, φωτίζει καλύτερα τις σχέσεις ανάμεσα στις -ενίοτε όχι προφανείς με την πρώτη ματιά- αρετές ενός έργου μυθοπλασίας και στον αναγνώστη του.

Ξένη λογοτεχνία

Για την αγάπη της Έλενας

Γιασμίνα Χάντρα

15.50

Σε κάποιο ξεχασμένο χωριό της μεξικανικής πολιτείας της Τσιουάουα, η Έλενα και ο Ντιέγκο αγαπιούνται από μικρά παιδιά. Ως τη μοιραία ημέρα που η Έλενα βιάζεται μπροστά στα μάτια του έντρομου Ντιέγκο, ανίκανου εκείνη τη στιγμή να αντιδράσει για να τη βοηθήσει. Τα όνειρα της αιώνιας αγάπης τους γίνονται χίλια κομμάτια κι η Έλενα εγκαταλείπει το χωριό για το Χουάρες, μια από τις πιο επικίνδυνες πόλεις της χώρας, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Τα ίχνη της χάνονται και οι περιστάσεις οδηγούν τον Ντιέγκο να φύγει και να την αναζητήσει στην κόλαση της μεγαλούπολης όπου κυριαρχούν η παρανομία, η βία και τα καρτέλ. Ο Ντιέγκο, στην προσπάθειά του να ξαναβρεί τον έρωτα της ζωής του, θα βυθιστεί σταδιακά στη στυγνότητα και στη διαφθορά του Χουάρες και θα έρθει αντιμέτωπος με τους χειρότερους εφιάλτες. Με αφετηρία μια αληθινή ιστορία, ο Γιασμίνα Χάντρα αφηγείται δεξιοτεχνικά ένα σκληρό οδοιπορικό όπου η αθωότητα και η αγάπη παλεύουν να επιβιώσουν μέσα σ’ έναν κόσμο κυριολεκτικά ανελέητο.

Ορχάν Παμούκ

13.99

«Δεν µπορεί να είναι τόσο χάλια η ζωή» σκέφτοµαι καµιά φορά.

«Ό,τι και να γίνει, ο άνθρωπος στο τέλος µπορεί να πάει να περπατήσει στον Βόσπορο».

Ο Ορχάν Παµούκ αφηγείται τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Η αφήγηση ξεκινά από τη στιγµή που ο συγγραφέας αντιλαµβάνεται τον εαυτό του ως «εγώ», µιλά για την οικογένειά του, αναζητά την πηγή της ευτυχίας και της δυστυχίας στα στενά της Ιστανµπούλ και στα υπέροχα νερά του Βοσπόρου, στρέφεται στους συγγραφείς και τους ζωγράφους –Τούρκους και µη, της Δύσης και της Ανατολής– που συνέβαλαν στην αυτογνωσία τη δική του και της πόλης του.

Με ταχύτητα αστυνοµικού µυθιστορήµατος παρακολουθούµε τη διαµόρφωση του ψυχικού κόσµου του Παµούκ και ανακαλύπτουµε, µέσα από τη διεισδυτική µατιά του, τα σοκάκια της Ιστανµπούλ της δεκαετίας του 1950, τις λιθόστρωτες λεωφόρους της, τα κατεστραµµένα από τις πυρκαγιές ξύλινα αρχοντικά, την εξαφάνιση ενός αλλοτινού κόσµου και πολιτισµού και τις δυσκολίες ανάδυσης ενός καινούριου µέσα στα ερείπια του πρώτου.

Ένα πορτρέτο της θρυλικής πόλης –αυτοπροσωπογραφία επίσης του συγγραφέα– και της χιουζούν, της θλίψης, της µελαγχολίας, της tristesse, του πιο δυνατού και µόνιµου αισθήµατος «που µεταδίδουν ο ένας στον άλλο οι κάτοικοι της Ιστανµπούλ και η ίδια η Ιστανµπούλ» και ζει στα ερείπια µιας χαµένης αυτοκρατορίας.

Η αφήγηση, στην εµπλουτισµένη αυτή έκδοση, µε 200 επιπλέον φωτογραφίες, συνοµιλεί µε φωτογραφικό υλικό από το προσωπικό αρχείο του συγγραφέα και φωτογραφίες µεγάλων φωτογράφων, µε πρώτο τον Αρά Γκιουλέρ.

Ορχάν Παμούκ

23.90

Ιστανµπούλ, άνοιξη 1975. Ο Κεµάλ και η Σιµπέλ, παιδιά δύο γνωστών οικογενειών της πόλης, ετοιµάζονται να αρραβωνιαστούν. Όταν όµως ο Κεµάλ συναντά τη Φισούν, µακρινή του ξαδέλφη και πωλήτρια σε µπουτίκ, µαγεύεται. Έκτοτε, φαντάζεται διαρκώς το κοινό του µέλλον µε τη Φισούν – και η ζωή του αλλάζει. Ο παθιασµένος έρωτάς του δηµιουργεί ένα αγεφύρωτο ρήγµα που τον χωρίζει από την αστική τάξη της Ιστανµπούλ. Για πολλά χρόνια ο Κεµάλ συλλέγει µε µανία όλα τα πράγµατα που έχει αγγίξει η αγαπηµένη του, ώστε, κοιτάζοντάς τα, να τη νιώθει πάντα κοντά του. Όταν η Φισούν πεθαίνει, µετά από χρόνια, ο Κεµάλ αγοράζει το σπίτι της για να το µετατρέψει σε µουσείο, φόρο τιµής προς εκείνη αλλά και προς τη ζωή που ο ίδιος δεν έζησε. Ένα µουσείο, που θα είναι ταυτόχρονα ο χάρτης µιας κοινωνίας και της καρδιάς του. «Ένα βιβλίο για τον ανεκπλήρωτο έρωτα, άξιο να σταθεί πλάι στη Λολίτα, στη Μαντάµ Μποβαρύ, και στην Άννα Καρένινα… Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Κεµάλ διατρέχει τις δεκαετίες, παρουσιάζοντας ένα γοητευτικό παλίµψηστο από συγγενείς και φίλους, τη ζωή και τα ήθη της µπουρζουαζίας στην Ιστανµπούλ». Financial Times «Το Μουσείο της αθωότητας µας αρπάζει και µας καθηλώνει, εσκεµµένα, ηθεληµένα, σκόπιµα… Ίσως η µυστική του καρδιά χτυπά στην ιστορία της Φισούν: στο ήρεµο κατηγορώ προς έναν πολιτισµό εγκλωβισµένο σε αρχαία ήθη που πνίγουν τις γυναίκες µέχρι θανάτου». San Francisco Chronicle «Το σηµαντικότερο µυθιστόρηµα του 21ου αιώνα… Ανακαλεί τα µεγάλα µυθιστορήµατα για την ερωτική εµµονή του Μπαλζάκ, του Σταντάλ, του Φλοµπέρ, του Ντοστογέφσκι, του Τολστόι και του Τόµας Μαν». The New Leader «Το πιο προσιτό µυθιστόρηµα του Παµούκ και το πιο βαθύ…» The Economist

Ελληνική λογοτεχνία

Τι μένει από τη νύχτα

Έρση Σωτηροπούλου

15.50

Ιούνιος του 1897: ο «ατυχής» ελληνοτουρκικός πόλεμος έχει φθάσει στο τέλος του με ολοσχερή ήττα της ταπεινωμένης Ελλάδας, η Γαλλία συγκλονίζεται από την Yπόθεση Ντρέυφους, η απομονωμένη Αλεξάνδρεια μένει παραδομένη στον ρυθμό της ανατολίτικης ραθυμίας, η Ευρώπη ανασαίνει στο πνεύμα του fin de siecle, κυνική, ταραγμένη, ανήσυχη. Αυτήν την παράξενη και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εποχή, ο νεαρός Κωνσταντίνος Καβάφης, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Τζων, βρίσκονται στο Παρίσι, τελευταίο σταθμό ενός μεγάλου ταξιδιού. Είναι ένα ταξίδι αναψυχής που στην πορεία θα μετεξελιχθεί σε εσωτερική περιπλάνηση, μια διαδικασία μύησης που εκβάλλει στην υπέρτατη πραγμάτωση του ποιητικού του στόχου.

Η Έρση Σωτηροπούλου, επίμονη σκιά του ποιητή, θα παρακολουθήσει αυτό το μυθιστορηματικό ταξίδι σε όλες τις διαστάσεις του. Στηριγμένη σε σπάνιο αρχειακό υλικό και σε πλούσια βιβλιογραφία, ανασυνθέτει τη μεταβατική στιγμή κατά την οποία ο Καβάφης, μακριά από την ασφυκτική αλλά μοιραία και μοναδική Αλεξάνδρεια, βυθίζεται στον εαυτό του, αναψηλαφεί τα πάθη του, βασανίζεται από αμφιβολίες και φθάνει ως την αυτομαστίγωση, δοκιμάζοντας ταυτόχρονα τα όρια της ποιητικής μορφής, εξωθώντας την πέρα από τους κανόνες και πυρπολώντας τη με τη στοχαστική του φαντασία.

Ένα μυθιστόρημα ιδεών για τη δύσκολη σχέση τέχνης και ζωής, για τον ερωτικό πόθο ως κίνητρο δημιουργίας, μια τολμηρή μυθοπλαστική ανασύσταση της προσωπικότητας του μεγάλου ποιητή.

 

Η αμερικανική έκδοση του μυθιστορήματος σε μετάφραση της Karen Emmerich κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Μετάφρασης στις ΗΠΑ! Η ανακοίνωση της βράβευσης έγινε από την Αμερικανική Ένωση Μεταφραστών Λογοτεχνίας (ΑLTA), στο ετήσιο συνέδριο της ALTA που πραγματοποιήθηκε στο Rochester της Νέας Υόρκης το Νοέμβριο του 2019.

Η κριτική επιτροπή των βραβείων σημείωσε για το «Τι μένει από τη νύχτα»: Ο Κ.Π. Καβάφης έχει παρουσιαστεί ως «ένας Έλληνας με ψάθινο καπέλο, που στέκει ακίνητος και παρατηρεί με λοξή ματιά το σύμπαν». Στο βιβλίο της «Τι μένει από τη νύχτα», η Έρση Σωτηροπούλου κλονίζει αυτό το κλισέ με ελικοειδείς προτάσεις που περιγράφουν έναν άντρα σε κίνηση και πλήρως ενταγμένο στον κόσμο γύρω του. Μας μεταφέρει σε τρεις μέρες και νύχτες από το ταξίδι του Καβάφη στην Ευρώπη τον Ιούνιο του 1897, όταν είναι στο Παρίσι μαζί με τον αδερφό του και εξερευνά την πόλη – και τα ακόμα άγνωστα τότε πάθη του. Μετακινούμενη άψογα από την περιγραφή στον στοχασμό και στη μελέτη των ποιημάτων πάνω στα οποία εργάζεται, η υπόθεση μας επιτρέπει να ζήσουμε, για λίγο, μέσα σε αυτή την ιστορία· στη μετάφραση της Karen Emmerich, το κείμενο γίνεται τόσο εκλεπτυσμένο και φιλόξενο, όσο και η ποίηση του Καβάφη.

Είναι η εικοστή πρώτη χρονιά που δόθηκε το συγκεκριμένο βραβείο, που είναι το μοναδικό βραβείο μετάφρασης που περιλαμβάνει μια αυστηρή εξέταση τόσο του αρχικού κειμένου όσο και την απόδοσή του στην αγγλική γλώσσα, όπως τονίζεται στην ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων.

Το βιβλίο κυκλοφορεί στις ΗΠΑ από τις εκδόσεις New Vessel Press.

Ελληνική λογοτεχνία

Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

14.40

Από το Παγγαίο, την Καβάλα, τον Έβρο µέχρι την Αθήνα, αλλά και τη Σαµψούντα, την Τυνησία, τη Συρία, το Βερολίνο και τη Στοκχόλµη, οι άνθρωποι διασχίζουν σύνορα, πολιτισµούς και προσωπικά όρια, βιώνουν ιστορικές αλλαγές, διεκδικούν διαφορετικές ταυτότητες, αναζητούν µια καινούργια αρχή ή και το άδοξο τέλος τους, ακροβατούν ανάµεσα στο πάθος για τη ζωή και στο βάρος µιας απώλειας.

Οικογενειακές ιστορίες, αδιέξοδες σχέσεις και παθιασµένοι έρωτες, µοναχικοί και αινιγµατικοί άνθρωποι, αποτραβηγµένοι και περιθωριακοί χαρακτήρες, µετανάστες και πρόσφυγες, πόρνες και τραβεστί, µικροαστοί και αγρότες, άνθρωποι της γειτονιάς αλλά και φερµένοι από τα όνειρα.

Είκοσι έξι ανθρώπινες ιστορίες, δοσµένες µε χιούµορ και συγκίνηση, γραµµένες την τελευταία εικοσιπενταετία, καταγράφουν τις συµπεριφορές και τις αλλαγές σε σχέση µε την κοινωνία και την Ιστορία, συνθέτοντας µία πολύχρωµη τοιχογραφία µέσα στην οποία κάθε αναγνώστης µπορεί να αναγνωρίσει και τη δική του φωνή.

Ελληνική λογοτεχνία

Φελιτσιτά

Μάρω Δούκα

14.40

Ο Κωνσταντίνος Καβουράκης ήθελε να γίνει αστυνοµικός, ήθελε να ζει για πάντα αγαπηµένος µε την Ελένη του και τα τρία παιδιά τους, ήθελε να τον σέβονται… Μια µέρα, που ο θυµός θα τον κάνει για άλλη µια φορά να παραφερθεί, θα αντιµετωπίσει την αντίσταση του µεγάλου του γιου, θα νιώσει εκδιωγµένος από το σπίτι του, και από τα Σεπόλια θα βρεθεί άστεγος στο κέντρο της Αθήνας.

Αντιµετωπίζει τις δυσκολίες και τους κινδύνους της καινούριας του συνθήκης, αναπολεί τη ζωή του και βρίσκει συµπαράσταση και καλοσύνη από άλλους απόκληρους. Και αν αυτό δεν είναι ευτυχία, τουλάχιστον η Φελιτσιτά, µια ασπρόµαυρη γάτα που συχνάζει στα πέριξ της πλατείας Αγίας Ειρήνης, του ζεσταίνει την καρδιά.

Τα µέλη της οικογένειάς του, όµως, έχουν το καθένα τη δική του εκδοχή για το παρελθόν, το παρόν και το τι µέλλει γενέσθαι. Πέντε πρόσωπα, το καθένα µε τα δικά του βάρη, τις έγνοιες και τα βάσανα, θέλουν να πουν τη δική τους ιστορία –το διήγηµα της δικής τους ιστορίας–, που συµπλέκεται µε το µυθιστόρηµα της οικογενειακής ζωής.

Εξοµολογητικό, γλυκόπικρο, ακαριαία τρυφερό, ένα µυθιστόρηµα σαν φευγαλέο χάδι στους ανθρώπους που ραγίζουν αθόρυβα δίπλα µας.

Βιογραφία - Μαρτυρίες

Ελοΐζα και Αβελάρδος

Αβελάρδος

7.70

Ο άτυχος έρωτας του φιλοσόφου Αβελάρδου και της μαθήτριας του Ελοΐζας τον 12ο αιώνα διατηρήθηκε στη συλλογική μνήμη ως θρύλος χάρη στη λογοτεχνική παράδοση που στους δυο τους είδε τους μοιραίους εραστές που μένουν ενωμένοι ακόμη και μετά τον θάνατό τους, μια αναπαράσταση του αιώνιου έρωτα. Ωστόσο, δεν ήταν λογοτεχνικοί ήρωες· επρόκειτο για πραγματικά πρόσωπα. Ο Αβελάρδος σφράγισε τη φιλοσοφική και τη θεολογική σκέψη και θεωρείται ο “πρώτος διανοούμενος της νεότερης ιστορίας”· η Ελοΐζα ήταν από τις πιο μορφωμένες γυναίκες της εποχής της. Αγαπήθηκαν με πάθος, αλλά οι συνθήκες και το κοινωνικό τους περιβάλλον, πανεπιστημιακό και εκκλησιαστικό, τους επέβαλε τον χωρισμό και τους οδήγησε στη μοναστική ζωή.

Στις επιστολές τους αναδεικνύεται η σύγκρουση δυο διαφορετικών θεωρούν περί έρωτα, η θεωρία των φιλοσόφων και η θεωρία των κοσμικών. Πρόκειται για εμβληματικά κείμενα ερωτικού και λυτρωτικού λόγου, που τους κατατάσσουν στους σημαντικούς συγγραφείς της εποχής τους.

Η αλληλογραφία τους, που ενέπνευσε και εξακολουθεί να εμπνέει τη λογοτεχνία και την τέχνη, είναι γραμμένη στα μεσαιωνικά λατινικά και μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά από τον μεσαιωνολόγο Ν. Ε. Καραπιδάκη, ομότιμο καθηγητή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Σταύρος Λυγερός

16.60

Πενήντα χρόνια μετά, διαβάστε γιατί χωρίς το Πολυτεχνείο δε θα υπήρχε η μεταπολιτευτική δημοκρατία.

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου ήταν μία αυθόρμητη –χωρίς κομματική καθοδήγηση– κορύφωση στον αγώνα για ελευθερία και δημοκρατία. Εγγράφηκε με δύναμη στη λαϊκή συνείδηση, επειδή εμπεριείχε την έννοια της “θυσίας”, η οποία λειτουργεί σαν σηματοδότης για έθνη και λαούς. Είναι από τα ιστορικά γεγονότα που έχει ζωτική ανάγκη κάθε λαός για να διατηρεί τον αυτοσεβασμό του.

Το φοιτητικό κίνημα είναι εκείνο που εξανάγκασε τον δικτάτορα Παπαδόπουλο να δρομολογήσει το πείραμα Μαρκεζίνη για να νομιμοποιήσει πολιτικά το καθεστώς του. Εάν εκείνος ο ελιγμός είχε επιτύχει, η Ελλάδα θα είχε εγκλωβιστεί σε έναν κηδεμονευόμενο κίβδηλο κοινοβουλευτισμό. Η εξέγερση του Νοέμβρη άνοιξε τον δρόμο για την πτώση της δικτατορίας, έστω κι αν τον ρόλο καταλύτη έπαιξε η τραγωδία της Κύπρου. Με αυτή την έννοια, το Πολυτεχνείο είναι ο ιδρυτικός “μύθος” της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας. Κάθε μεγάλο ιστορικό γεγονός, άλλωστε, προσλαμβάνει διαστάσεις “μύθου”. Χωρίς το Πολυτεχνείο, η Ελλάδα πιθανόν να είχε ακολουθήσει δρόμο παρόμοιο με αυτόν της Χιλής: Ο αιματοβαμμένος δικτάτορας Πινοσέτ ανέλαβε με πραξικόπημα το 1973 και παρέμεινε στην εξουσία (ως πρόεδρος και αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων) μέχρι το 1998! Δεν πήγε ποτέ φυλακή!

Οι πολιτικοί ταγοί της Μεταπολίτευσης οφείλουν τη σταδιοδρομία τους στο “ριζοσπαστικό ρεύμα” του φοιτητικού κινήματος, το οποίο επέβαλε την κατάληψη. Αν δεν είχε μεσολαβήσει το Πολυτεχνείο, τα κόμματα θα ήταν υποχρεωμένα να πολιτεύονται τουλάχιστον για οκτώ χρόνια στο ασφυκτικό πλαίσιο των υπερ-υπερεξουσιών του δικτάτορα-προέδρου Παπαδόπουλου.

Ο Σταύρος Λυγερός, ως μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, δίνει τη δική του πολιτική και προσωπική κατάθεση για εκείνα τα γεγονότα.