Βλέπετε 25–36 απο 54 αποτέλεσματα

Ελληνική λογοτεχνία

Ο Τζίμης από την Κυψέλη

Χρήστος Χωμενίδης

15.93

Ο Χ.Α. Χωμενίδης εμπνέεται ευθέως από το σήμερα. Γράφει ένα –σχεδόν– ρεαλιστικό μυθιστόρημα, το οποίο διαδραματίζεται στην Αθήνα του 2021 και διαλαμβάνει ό,τι μας αγγίζει, μας συγκινεί, μας τρομάζει.

Ο κεντρικός του ήρωας, ο Τζίμης Παπιδάκης, παιδί των 60s και των 70s, γιος μιας θυρωρίνας, υιοθετημένος από έναν παλιό πρωταγωνιστή του Εθνικού Θεάτρου, βρίσκεται –στο κατώφλι των εξήντα του– ένα βήμα πριν από την εκπλήρωση του μεγάλου του ονείρου: να αναδειχθεί στον πρώτο και καλύτερο θεατρικό επιχειρηματία στην Ελλάδα. Το θέατρο που έχει κληρονομήσει στη Φωκίωνος Νέγρη και που –επί σαράντα σχεδόν χρόνια– ανέβαζε παραστάσεις τρίτης κατηγορίας, φτηνές φαρσοκωμωδίες και επιθεωρήσεις της συμφοράς να γίνει ο ομφαλός της θεατρικής Αθήνας.

Έχει αξιοποιήσει ο Τζίμης άριστα την πανδημία. Κατά την καραντίνα έχει ανακαινίσει εκ θεμελίων το θέατρό του. Έχει αγκαζάρει με γενναιόδωρες προκαταβολές την αφρόκρεμα των ηθοποιών, των συγγραφέων, των σκηνοθετών, των μουσικών… Όλους όσοι υπό κανονικές συνθήκες τον σνόμπαραν, τον θεωρούσαν παρακατιανό κληρονόμο ενός ένδοξου ονόματος.

Η παράσταση που προετοιμάζει, «Ο περονόσπορος», έχει όλες τις προδιαγραφές για να θριαμβεύσει. Ο Τζίμης διατελεί σε υπερδιέγερση. Λαχταρά όχι το επιχειρηματικό κέρδος, μα την υπαρξιακή δικαίωση. Ο Τζίμης Παπιδάκης, με το κιμπαριλίκι του, με τα ακριβά κοστούμια και με τις αρχοντικές χειρονομίες του, είναι ένας τύπος της πιάτσας. Συνάμα δε ένας ελαφροΐσκιωτος, όπως όλοι μας. Μέσα του ζει ο παιδικός εαυτός και οι πεθαμένοι του. Με εκείνους συνδιαλέγεται, σε εκείνους δίνει λογαριασμό. Κι ας επιμένει ότι απεχθάνεται τη νοσταλγικότητα.

Μια ανάσα πριν από τον θρίαμβό του, εξαιτίας μιας τυχαίας συνάντησης με έναν απελπισμένο, αδίστακτο άνθρωπο, ο Τζίμης Παπιδάκης θα καταστραφεί. Θα τον συντρίψει η νέα πραγματικότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, των fake news, των δολοφονιών χαρακτήρων. Εν πλήρει συγχύσει αθώος, ανίκανος να υπερασπισθεί τον εαυτό του, θα δοθεί βορά σε ένα αφιονισμένο πλήθος που ηδονίζεται να κατασπαράζει. Που κοχλάζει μεταξύ οίκτου και οργής.

Ο Τζίμης Παπιδάκης είναι ένας αναλογικός άνθρωπος σε ένα ψηφιακό σύμπαν. Στο πρόσωπό του οι επερχόμενες γενιές παίρνουν αιματηρή εκδίκηση από τις προηγούμενες. Κανείς δικός του δεν μπορεί να προστατεύσει τον Τζίμη. Ούτε η δεκαεννιάχρονη κόρη του, που ανήκει στο μέλλον. Ούτε καν η Κυψέλη, η οποία αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και από πατρίδα του μεταμορφώνεται σε έναν άξενο για εκείνον τόπο.

Ο Τζίμης στην Κυψέλη είναι το ρέκβιεμ όσων ανεπαισθήτως μένουν πίσω, σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται ραγδαία. Η επί του φοβερού βήματος απολογία ενός καλού ανθρώπου που απλώς τον ξεπερνάει η εποχή.

Ξένη λογοτεχνία

Ημερολόγια Ταξιδίου

Αλμπέρ Καμύ

8.91

«Δεν βρίσκουμε ευχαρίστηση στα ταξίδια. Θα έλεγα μάλλον ότι πρόκειται για ασκητικό τρόπο ζωής. Ταξιδεύουμε για την καλλιέργειά μας, εάν, λέγοντας καλλιέργεια, εννοούμε την εξάσκηση της πιο ενδόμυχης αίσθησής μας, της αίσθησης δηλαδή της αιωνιότητας» έλεγε ο Αλμπέρ Καμύ για τα ταξίδια, όντας ο πιο φιλοσοφημένος περιηγητής διαφορετικών τόπων και συνειδήσεων.

Έχοντας ταξιδέψει σε διαφορετικές ηπείρους και με άλλες ιδιότητες, μπορούσε να διαχωρίσει τη λογική της επεξεργασίας του δημοσιογραφικού βλέμματος από αυτήν του συγγραφέα, κάτι που φαίνεται από τη διαφορά που χαρακτηρίζει το ύφος των καταχωρίσεων στα περίφημα Σημειωματάριά του, απ’ όπου προέρχονται τα αποσπάσματα αυτού του βιβλίου.

Ειδικά στο ταξίδι του στη Βόρεια Αμερική, την οποία επισκέπτεται αρχικά ως δημοσιογράφος από τον Μάρτιο μέχρι τον Μάιο, δύο χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1946, και τρία χρόνια αργότερα, από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο του 1949, η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι εντελώς διαφορετική.

Ο Καμί εντυπωσιάζεται από τη ριζική διαφορά που έχει η Αμερική από την Ευρώπη, την οποία ενίοτε καταγράφει όλο θαυμασμό, ενώ αντιθέτως φαίνεται αρκετά καχύποπτος με την υπερβολή που διαπερνά όχι μόνο τα κτίρια αλλά και τις αντιδράσεις. Στη Νότια Αμερική οι συνθήκες είναι άλλες, καθώς την επισκέπτεται όντας πλέον ο γνωστός και καταξιωμένος Γάλλος συγγραφέας. Μόνο που εκεί τον περιμένει άλλη μια κρίση φυματίωσης, που αλλάζει άρδην τις ήδη αυστηρές προσλαμβάνουσές του αναφορικά με τον περιβάλλοντα κόσμο.

Γιώργος Σκαμπαρδώνης

11.97

Μεταξύ φαντασίας-μύθου και γεγονότος μετακινούνται οι φράσεις, βάτραχοι που φεύγουν ομαδικά απ’ την ξεραμένη λίμνη και πηγαίνουν και γεννάνε νοήματα και μυστικά σε κρυφούς λασπόλακκους ή σε χαμηλά ποτάμια: νέες λέξεις-γυρίνους με πυρακτωμένες ουρές και διαδρομές που φωσφορίζουν. Στην ανυφαντική της διήγησης αυτοί οι γυρίνοι, όταν μεγαλώσουν, γίνονται άλλοτε πρίγκιπες κι άλλοτε νεροκότσυφες. (Από την έκδοση)

Ξένη λογοτεχνία

Άτλας

Χόρχε Λουις Μπόρχες΄, Μαρία Κοδάμα

6.93

Μπουένος Άιρες, Ισλανδία και Μαγιόρκα, Ελλάδα, Καλιφόρνια και Ρώµη, ο Μπόρχες δηµιουργεί την προσωπική του γεωγραφία από πεζά, στίχους, όνειρα και φωτογραφίες· χαρτογραφεί ένα ταξίδι στο οποίο ο χρόνος είναι ταυτόχρονα πεπερασµένος και άπειρος. Και αποδεικνύει, για άλλη µία φορά, ότι η τέχνη δεν είναι απλώς µια αναπαράσταση της πραγµατικότητας, αλλά ένα αναπόσπαστο κοµµάτι της.

«Κατά τη διάρκεια της ευχάριστης παραµονής µας στη Γη, η Μαρία Koδάµα κι εγώ πήραµε γεύση από πολλά µέρη, κάνοντας πολλά ταξίδια από τα οποία προέκυψαν πολλά κείµενα και πλούσιο φωτογραφικό υλικό… Ιδού, λοιπόν, το βιβλίο. Δεν πρόκειται για µια σειρά κείµενα που τα εικονογραφούν φωτογραφίες ή για µια σειρά φωτογραφίες που επεξηγούνται από λεζάντες. Κάθε τίτλος καλύπτει µια ενότητα που αποτελείται από εικόνες και λέξεις. Η ανακάλυψη του αγνώστου δεν είναι ειδικότητα µονάχα του Σεβάχ, του  Έρικ του Ερυθρού ή του Κοπέρνικου. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να µην έχει κάνει µια ανακάλυψη. Αρχίζει ανακαλύπτοντας το πικρό, το αλµυρό, το κοίλο, το λείο, το τραχύ, τα επτά χρώµατα του ουράνιου τόξου και τα είκοσι τόσα γράµµατα του αλφαβήτου· ύστερα συνεχίζει µε τα πρόσωπα, τους χάρτες, τα ζώα και τα άστρα· καταλήγει στην αµφιβολία ή την πίστη και στη σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα της άγνοιάς του». Χ. Λ. Μπόρχες

Πέτερ Βολεμπεν

12.20

Στοργικό σαν σκιουράκι, πιστό σαν κοράκι, συµπονετικό σαν δασοποντικός, θλιµµένο σαν ελαφίνα – µπορούν τα ζώα να έχουν τέτοια συναισθήµατα; Μήπως µια τόσο πολύπλευρη συναισθηµατική ζωή δεν είναι αποκλειστικό προνόµιο του ανθρώπου; Με βάση τις πιο πρόσφατες επιστηµονικές έρευνες, συνοδευό-µενες από προσωπικές παρατηρήσεις και εµπειρίες, ο παθιασµένος δασολόγος Peter Wohlleben αποκαλύπτει βαθιές πτυχές ενός κόσµου που δεν έχει ερευνηθεί ακόµα: τους περίπλοκους τρόπους συµπεριφοράς των ζώων του δάσους και του αγροκτήµατος, τη συναισθηµατική και συνειδητή τους ζωή. Και καταλαβαίνουµε ότι τα ζώα είναι πολύ πιο κοντά µας απ’ ό,τι φανταζόµασταν.

 

Πετερ Βολεμπεν

12.20

Το δάσος είναι αγαπηµένος προορισµός για πολλούς ανθρώπους. Αποτελεί συνώνυµο της γαλήνης και της παρθένας φύσης. H Mυστική ζωή των δέντρων ρίχνει φως στην πυκνή βλάστηση του δάσους και εµβαθύνει εντυπωσιακά σε ένα µυστηριώδες σύµπαν…

Στο δάσος συµβαίνουν εκπληκτικά πράγµατα: Τα δέντρα επικοινωνούν µεταξύ τους. Δε µεγαλώνουν µόνο στοργικά τα µικρά τους, αλλά επίσης φροντίζουν τους ηλικιωµένους και άρρωστους γείτονές τους. Απίστευτο; Κι όµως αληθινό! Ο διακεκριµένος δασολόγος Peter Wohlleben εµβαθύνει στην κρυφή ζωή των δέντρων και µας παρουσιάζει µια εντελώς καινούρια θεώρηση του δάσους – φέρνοντας έτσι στο φως εκπληκτικά στοιχεία. Τ

α δέντρα έχουν µνήµη, ανταλλάσσουν µηνύµατα, αισθάνονται πόνο, παθαίνουν εγκαύµατα από τον ήλιο και κάνουν ρυτίδες. Κάποια δέντρα, όπως οι βελανιδιές, επικοινωνούν µεταξύ τους µε χηµικές αρωµατικές ουσίες. Όταν, για παράδειγµα, ένα δέντρο δεχτεί επίθεση από έντοµα, εκπέµπει αρωµατικές ουσίες και όλα τα δέντρα της ευρύτερης περιοχής που λαµβάνουν το µήνυµα αυτό οπλίζονται κατάλληλα…

Προσφορά!

Σου Πριντό

24.00 21.60

Το έργο του Φρίντριχ Νίτσε δυναμίτισε τα θεμέλια της δυτικής σκέψης. Έννοιες όπως ο θάνατος του Θεού, ο υπεράνθρωπος και η ηθική του δούλου διαποτίζουν την κουλτούρα μας, υψηλή και χαμηλή, ωστόσο ο ίδιος είναι ένας από τους πιο παρεξηγημένους φιλοσόφους στην Ιστορία. Ο Νίτσε θεωρούσε πως όλη η φιλοσοφία είναι αυτοβιογραφική. Η Sue Prideaux οδηγεί τους αναγνώστες στον κόσμο ενός μεγαλοφυούς, εκκεντρικού και πολύ βασανισμένου ανθρώπου, φωτίζοντας τα γεγονότα και τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν τη ζωή και το έργο του. Από την ήρεμη, ευλαβή, χριστιανική ανατροφή του, η οποία σκιάστηκε από τον μυστηριώδη θάνατο του πατέρα του, στο μοναχικό φιλοσοφείν στα ψηλά βουνά και τη φρίκη και τη θλίψη της τελικής διολίσθησης στην τρέλα, η Prideaux διερευνά με οξυδέρκεια και ευαισθησία τη διανοητική, συναισθηματική και πνευματική ζωή του Νίτσε.

Επιπλέον μας δίνει ολοκληρωμένες τις προσωπογραφίες των ανθρώπων που τον σημάδεψαν: του Ρίχαρντ και της Κόζιμα Βάγκνερ, της Λου Σαλομέ –της μοιραίας γυναίκας που του ράγισε την καρδιά– και της φανατικά εθνικίστριας και αντισημίτριας αδελφής του, της Ελίζαμπετ, που τον πρόδωσε παραχαράσσοντας τα κείμενά του και επιτρέποντας την κατάχρησή τους στα χέρια των Ναζί.

H Aγγλονορβηγίδα Sue Prideaux έχει τιμηθεί με το Tait Black Memorial Prize για τη βιογραφία του  Έντβαρντ Μουνκ (Edvard Munch: Behind the Scream), με το Duff Cooper Prize για τη βιογραφία του Στρίντμπεργκ (Strindberg: A Life). Η βιογραφία του Νίτσε (I am dynamite! A life of Nietzsche) πρωτοεκδόθηκε στα αγγλικά το 2018, αναδείχτηκε καλύτερη βιογραφία της χρονιάς από τους Times και τιμήθηκε με το Hawthοrnden Prize 2019, ενώ μεταφράζεται σε περισσότερες από 24 γλώσσες

Προσφορά!

Φίλιπ Λάρκιν

14.00 12.60

Ο Φίλιπ Λάρκιν (1922-1985) είναι χωρίς αµφιβολία ένας από τους κορυφαίους Άγγλους ποιητές της µεταπολεµικής περιόδου, και σίγουρα ο πιο δηµοφιλής. Αν και ολιγογράφος, κατάφερε να καθιερωθεί ως η πιο αυθεντική και στιβαρή φωνή της γενιάς του. Ο ανά χείρας τόµος περιέχει πενήντα ποιήµατα, µια εκτενή επιλογή όχι µόνο από τις τέσσερις συλλογές που δηµοσίευσε ο Λάρκιν στη διάρκεια της ζωής του, αλλά και από τα αθησαύριστά του. Ανάµεσα στα ποιήµατα αυτά συγκαταλέγονται µερικά από τα πιο γνωστά και αξιοµνηµόνευτα, όπως το «Ένας τάφος των Άραντελ», «Ψηλά παράθυρα», «Ας είναι αυτός ο στίχος», «Annus Mirabilis» και «Εωθινό τραγούδι». Τα ποιήµατα του Λάρκιν διακρίνονται για τη σφιχτή δοµή τους, την άρτια τεχνοτροπία τους –την ιδιοφυή χρήση της οµοιοκαταληξίας σε λόγο απολύτως φυσικό και ανεπιτήδευτο–, το στωικό χιούµορ τους, που πολλές φορές µετατρέπεται σε ανηλεή αυτοσαρκασµό, αλλά και τον βαθύ σκεπτικισµό τους, που φτάνει στα όρια της ακραίας απαισιοδοξίας. Όπως σηµειώνει χαρακτηριστικά ένας άλλος σηµαντικός ποιητής, ο Αµερικανός Ρόµπερτ Λόουελ, «η ποίηση του Λάρκιν κάνει τους άλλους ποιητές να µοιάζουν παρωχηµένοι. Υπήρξε ανανεωτής της ποιητικής τέχνης. Καµία τεχνοτροπία ή ποιητική σχολή δε θα µπορούσε να έχει δώσει στις λέξεις του τέτοια σπαραχτική δύναµη».

Εκτός από ποιήµατα ο Λάρκιν δηµοσίευσε δύο µυθιστορήµατα, έναν τόµο µε δοκίµια για την τζαζ, και υπήρξε ο επιµελητής της ανθολογίας The Oxford Book of Twentieth Century English Verse (1973), έργο που φανερώνει την ισχυρή αγάπη του Λάρκιν για την ποίηση του Γ. Μπ. Γέιτς, του Τόµας Χάρντυ και του Γ. Χ. Ώντεν. Δικαίως έχει χαρακτηριστεί «ο πλέον Άγγλος των Άγγλων ποιητών», αφού πολλά ποιήµατά του καυτηριάζουν τα ήθη της χώρας του, αλλά ταυτόχρονα εκθειάζουν τη µοναδικότητα της πολιτισµικής της παράδοσης.

 

Χάνα Άρεντ

20.01

Η Ανθρώπινη κατάσταση, ένα εντυπωσιακά πρωτότυπο έργο που σφύζει από αναπάντεχες αποκαλυπτικές σκέψεις και συµπεράσµατα, είναι σήµερα, από πολλές απόψεις, ακόµη πιο ενδιαφέρουσα απ’ ό,τι όταν πρωτοεµφανίστηκε, το 1958. Η Hannah Arendt µελετά την κατάσταση της σύγχρονης ανθρωπότητας υπό το πρίσµα της ικανότητάς µας να πράττουµε. Τα προβλήµατα που η Arendt προσδιόρισε τότε –η ελάττωση της ανθρώπινης πράξης και της πολιτικής ελευθερίας και το παράδοξο γεγονός ότι, ενώ οι ανθρώπινες δυνάµεις αυξάνονται µέσα από την πρόοδο των θετικών και των ανθρωπιστικών επιστηµών, είµαστε λιγότερο ικανοί να ελέγχουµε τις συνέπειες των πράξεών µας– παραµένουν ανεπίλυτα.

Αυτή η νέα έκδοση περιλαµβάνει εισαγωγή από τη Margaret Canovan, διακεκριµένη µελετήτρια της Arendt, που αναλύει διεισδυτικά την επιχειρηµατολογία του βιβλίου και εξετάζει τη σηµασία του σήµερα. Η Ανθρώπινη κατάσταση, ένα κλασικό έργο της πολιτικής και της κοινωνικής θεωρίας, έχει αποδειχθεί αγέραστη και πάντοτε επίκαιρη.

 

Προσφορά!

Ξένη λογοτεχνία

Η αστυνομία της μνήμης

Γιόκο Ογκάουα

17.70 15.93

Σ’ ένα νησί χωρίς όνοµα, διάφορα πράγµατα χάνονται το ένα µετά το άλλο· αποφασίζεται να εξαφανιστούν από τη ζωή των ανθρώπων και όλοι οφείλουν να τα ξεχάσουν για πάντα. Όσοι δεν συµµορφώνονται, κινδυνεύουν να συλληφθούν από την αστυνοµία της µνήµης.

Όταν µια νεαρή συγγραφέας ανακαλύπτει ότι ο επιµελητής της κινδυνεύει να συλληφθεί –επειδή εκείνος δεν ξεχνά και του είναι πολύ δύσκολο να κρύβει τις αναµνήσεις του–, θα κάνει τα πάντα για να τον σώσει. Μαζί, καθώς ο φόβος και η απώλεια σχηµατίζουν ασφυκτικό κλοιό γύρω τους, θα προσκολληθούν στη λογοτεχνία ως τον τελευταίο τρόπο διατήρησης του παρελθόντος.

Τι θα γίνει όµως όταν αρχίσουν να εξαφανίζονται και τα βιβλία; Ποιος ξέρει τι θα εξαφανιστεί στη συνέχεια; Ένα βιβλίο για τη δύναµη της µνήµης και το τραύµα της απώλειας, µια αλληγορική ιστορία, ένα αιχµηρό σχόλιο για τους σκοτεινούς κρατικούς µηχανισµούς παρακολούθησης και επιτήρησης. «Ακόµα κι αν εξαφανιστεί το χαρτί, οι λέξεις θα παραµείνουν».

 

Έλενα Φερράντε

13.09

Η Τετραλογία της Νάπολης αποτελεί αναμφισβήτητα ένα εκδοτικό φαινόμενο, έχοντας δημιουργήσει ένα πραγματικά φανατικό κοινό που από τόμο σε τόμο όχι μόνο δεν έχανε το ενδιαφέρον του, αλλά περίμενε τη συνέχεια της ιστορίας πριν ακόμα τελειώσει το βιβλίο που είχε ανά χείρας. Περισσότερο και από τον μύθο που έχει δημιουργηθεί γύρω από την πραγματική ταυτότητα της Φεράντε, είναι ενδιαφέρον να βλέπεις από τη μια το ενοχικό ύφος διαφόρων βιβλιόφιλων όταν εκμυστηρεύονταν το «κόλλημά» τους με την Τετραλογία και από την άλλη αρκετούς «διαβασμένους» να παραδέχονται ότι τελικά δεν πρόκειται για μια ελαφριά, πιασάρικη ιστοριούλα, αλλά για ένα μυθιστόρημα με λογοτεχνικές αξιώσεις, που ουδεμία σχέση έχει με «ροζ λογοτεχνία».

Προς τι, λοιπόν, όλο αυτός ο ντόρος; Πρόκειται για την ιστορία της φιλίας δύο κοριτσιών, της Έλενας και της Λίλας, που μεγαλώνουν στην ίδια φτωχική γειτονιά τη δεκαετία του ’50 και η πορεία τους τούς φέρνει μέχρι τις μέρες μας, διατρέχοντας παράλληλα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που βιώνει η Ιταλία στο πέρασμα αυτών των δεκαετιών. Και ενώ θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα βιβλίο με πρωταγωνίστριες δυο φίλες, η συγγραφέας πετυχαίνει να φέρει στο επίκεντρο το γενικότερα παραγνωρισμένο στη λογοτεχνία θέμα της γυναικείας φιλίας, μιλώντας για τον τρόπο που σχετίζονται οι γυναίκες, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την πολυπλοκότητά της ψυχοσύνθεσής τους μέσα από τη δυναμική της σχέσης των δύο ηρωίδων και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά τους όχι μόνο στον ιδιωτικό αλλά και στον δημόσιο βίο.

Σίγουρα η σχέση τους είναι πολυκύμαντη, μεγαλώνουν, στην προσπάθειά τους να ανεξαρτητοποιηθούν και να αποκτήσουν δική τους φωνή ακολουθούν διαφορετικές πορείες, ξαναβρίσκονται, τα συναισθήματα τις ενώνουν και τις χωρίζουν, τα θεμέλια της σχέσης τους όμως είναι γερά. Η ίδια η Φεράντε είχε εξηγήσει σε συνέντευξή της: «Ο γυναικείος ανταγωνισμός είναι χρήσιμος μόνο όταν δεν επικρατεί∙ δηλαδή αν συνυπάρχει με την εγγύτητα, την οικειότητα, την επίγνωση του πόσο απαραίτητη είναι η μία στην άλλη, με ξαφνικές εξάρσεις αλληλεγγύης, παρά τη ζήλια, τον φθόνο και όλη την κακοδαιμονία που μπορεί να προκύψει».

Η Τετραλογία της Νάπολης καταφέρνει να καταρρίψει την άποψη που θέλει τις γυναίκες ανίκανες να δημιουργήσουν μια φιλία βασισμένη στη διαφάνεια, στην πίστη. Ίσως, μάλιστα, να μπορούσαμε να πούμε πως βλέπει πέρα από το στερεότυπο της ατελούς γυναικείας φιλίας, αποδεχόμενη τη μειονεκτική της πλευρά της ως συστατικό και όχι ως καθοριστικό της γνώρισμα. Η λέξη για τη φιλία στα ιταλικά είναι «amicizia» και προέρχεται από το ρήμα «amare», που σημαίνει «αγαπώ». Και η Φεράντε, με τον λιτό και ρεαλιστικό της λόγο, περιγράφει την πορεία των δύο γυναικών προς αυτήν.

Μαρία Δρουκοπούλου

Έλενα Φερράντε

12.53

Η Τετραλογία της Νάπολης αποτελεί αναμφισβήτητα ένα εκδοτικό φαινόμενο, έχοντας δημιουργήσει ένα πραγματικά φανατικό κοινό που από τόμο σε τόμο όχι μόνο δεν έχανε το ενδιαφέρον του, αλλά περίμενε τη συνέχεια της ιστορίας πριν ακόμα τελειώσει το βιβλίο που είχε ανά χείρας. Περισσότερο και από τον μύθο που έχει δημιουργηθεί γύρω από την πραγματική ταυτότητα της Φεράντε, είναι ενδιαφέρον να βλέπεις από τη μια το ενοχικό ύφος διαφόρων βιβλιόφιλων όταν εκμυστηρεύονταν το «κόλλημά» τους με την Τετραλογία και από την άλλη αρκετούς «διαβασμένους» να παραδέχονται ότι τελικά δεν πρόκειται για μια ελαφριά, πιασάρικη ιστοριούλα, αλλά για ένα μυθιστόρημα με λογοτεχνικές αξιώσεις, που ουδεμία σχέση έχει με «ροζ λογοτεχνία».

Προς τι, λοιπόν, όλο αυτός ο ντόρος; Πρόκειται για την ιστορία της φιλίας δύο κοριτσιών, της Έλενας και της Λίλας, που μεγαλώνουν στην ίδια φτωχική γειτονιά τη δεκαετία του ’50 και η πορεία τους τούς φέρνει μέχρι τις μέρες μας, διατρέχοντας παράλληλα τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που βιώνει η Ιταλία στο πέρασμα αυτών των δεκαετιών. Και ενώ θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα βιβλίο με πρωταγωνίστριες δυο φίλες, η συγγραφέας πετυχαίνει να φέρει στο επίκεντρο το γενικότερα παραγνωρισμένο στη λογοτεχνία θέμα της γυναικείας φιλίας, μιλώντας για τον τρόπο που σχετίζονται οι γυναίκες, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την πολυπλοκότητά της ψυχοσύνθεσής τους μέσα από τη δυναμική της σχέσης των δύο ηρωίδων και το πώς αυτή επηρεάζει τη συμπεριφορά τους όχι μόνο στον ιδιωτικό αλλά και στον δημόσιο βίο.

Σίγουρα η σχέση τους είναι πολυκύμαντη, μεγαλώνουν, στην προσπάθειά τους να ανεξαρτητοποιηθούν και να αποκτήσουν δική τους φωνή ακολουθούν διαφορετικές πορείες, ξαναβρίσκονται, τα συναισθήματα τις ενώνουν και τις χωρίζουν, τα θεμέλια της σχέσης τους όμως είναι γερά. Η ίδια η Φεράντε είχε εξηγήσει σε συνέντευξή της: «Ο γυναικείος ανταγωνισμός είναι χρήσιμος μόνο όταν δεν επικρατεί∙ δηλαδή αν συνυπάρχει με την εγγύτητα, την οικειότητα, την επίγνωση του πόσο απαραίτητη είναι η μία στην άλλη, με ξαφνικές εξάρσεις αλληλεγγύης, παρά τη ζήλια, τον φθόνο και όλη την κακοδαιμονία που μπορεί να προκύψει».

Η Τετραλογία της Νάπολης καταφέρνει να καταρρίψει την άποψη που θέλει τις γυναίκες ανίκανες να δημιουργήσουν μια φιλία βασισμένη στη διαφάνεια, στην πίστη. Ίσως, μάλιστα, να μπορούσαμε να πούμε πως βλέπει πέρα από το στερεότυπο της ατελούς γυναικείας φιλίας, αποδεχόμενη τη μειονεκτική της πλευρά της ως συστατικό και όχι ως καθοριστικό της γνώρισμα. Η λέξη για τη φιλία στα ιταλικά είναι «amicizia» και προέρχεται από το ρήμα «amare», που σημαίνει «αγαπώ». Και η Φεράντε, με τον λιτό και ρεαλιστικό της λόγο, περιγράφει την πορεία των δύο γυναικών προς αυτήν.

Μαρία Δρουκοπούλου