Η μελέτη αυτή, που στηρίζεται σε ανάλυση πληθώρας ιστορικών πηγών, δημοσιευμένων αλλά κυρίως αδημοσίευτων, καθώς και προφορικών συνεντεύξεων, εντάσσεται στο ευρύτερο ερευνητικό πλαίσιο που αφορά τον πολιτικό ρόλο και την παρεμβατικότητα του στρατού κατά τον 20ό αιώνα στην Ελλάδα. Η περίοδος 1935-1945 αποτελεί σημείο καμπής, καθώς χαρακτηρίζεται από την ακύρωση των τελευταίων στοιχείων αλυτρωτικού πατριωτισμού εντός του ελληνικού στρατού. Η συντριβή του στρατού στη Μικρά Ασία το 1922 μετέτρεψε τον αλυτρωτισμό από πολεμικό κυβερνητικό σχέδιο σε πολιτικό βαυκαλισμό και η έλλειψη ενός μεγάλου πατριωτικού οράματος οδήγησε πολλούς, ιδιαίτερα νεαρούς αξιωματικούς, στην πολιτική τους αυτονόμηση, ακόμη και απέναντι στις παρατάξεις που έως τότε ήλεγχαν το σώμα των αξιωματικών. Η περίοδος αυτή επομένως εγκαινιάζει μια μορφή παρεμβατικότητας που ήθελε τον στρατό όχι φορέα στην υπηρεσία της πολιτικής, αλλά απρόσωπο κυρίαρχο και ιδιοκτήτη της πολιτικής λειτουργίας για δικό του λογαριασμό, μια τάση που διατηρήθηκε έως και την επιβολή της δικτατορίας του 1967. Η έναρξη της αλλαγής αυτής, όπως και τα πρώτα της βήματα, μπορούν να τοποθετηθούν στη δεκαετία 1935-1945, όταν το σώμα των αξιωματικών υφίσταται βαθιές αλλαγές και στη συνέχεια όταν ο πόλεμος και οι ελληνικές πολιτικές συγκρούσεις της περιόδου ανατρέπουν τα δεδομένα του παρελθόντος, επιτρέποντας στο σώμα των αξιωματικών την επανασύνδεση με τον θρόνο αλλά και την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση, καθώς επίσης και την εσωστρέφεια και την πολιτική αυταρέσκεια των νεαρών βασιλικών αξιωματικών.
Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης
Ροκ ποιητής, αντισυμβατικός, γνήσιος, αυτοκαταστροφικός, ρομαντικός επαναστάτης, εμβληματική φιγούρα της μεταπολιτευτικής γενιάς, περιθωριακός με συνείδηση, χαρισματικός ερμηνευτής. «Εν κατακλείδι», ο Παύλος Σιδηρόπουλος [1948-1990] έφυγε νωρίς, άφησε όμως πίσω του κάτι απόλυτα διαχρονικό: τραγούδια που μοιάζουν με εξομολογήσεις και σιωπές που ακόμα ηχούν.
Τα λόγια για να περιγράψει κανείς την μορφή του Παύλου Σιδηρόπουλου είναι περιττά. Ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής με το διαχρονικό έργο του να παίζει σε λούπα μέχρι και σήμερα. Μια βιογραφία που μόνο η τέχνη των κόμικς θα μπορούσε να αποδώσει με τέτοια ζωντάνια, μέσα από το πενάκι του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη και το ονειρικό σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου.
Ένα κόμικς για τον Πρίγκιπα της ελληνικής ροκ που δεν έζησε για να σωθεί, αλλά έζησε για να αισθανθεί μέχρι τέλους. Ένα έργο που αποτυπώνει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, το φως και το σκοτάδι ενός αλήτη διανοούμενου που λογοκρίθηκε και η μεγαλύτερη εκτίμηση ήρθε μεταθάνατον. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Αγγελάκας στην εισαγωγή του: «Ο Χρόνος βάζει τα πράγματα, τις αξίες και τα πρόσωπα στη θέση τους και όλοι πια ξέρουμε πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έχει τον Χρόνο με το μέρος του.»
Δείτε εδώ το αποκλειστικό trailer αφιερωμένο στην έκδοση.
Τζον Τσίβερ
Ο Ιεζεκιήλ Φάραγκατ, καθηγητής πανεπιστημίου και ηρωινομανής εθισμένος στη μεθαδόνη, φυλακίζεται στο Σωφρονιστικό Ίδρυμα “Φάλκονερ” για το φόνο του αδελφού του. Κλεισμένος σε ένα άθλιο κελί, γίνεται καθημερινά μάρτυρας της θηριωδίας των δεσμοφυλάκων και των συγκρατούμενων του και νιώθει ζωντανός-νεκρός.
Ο νους του όμως εξακολουθεί να ταξιδεύει ελεύθερος. Και καθώς επανέρχονται σαρωτικές οι μνήμες της τραυματικής παιδικής ηλικίας του και του ταραγμένου του γάμου, ο Φάραγκατ πασχίζει να επιβιώσει και να διατηρήσει την ανθρωπιά του μέσα στην ανελέητη βαρβαρότητα της φυλακής.
Το περίφημο μυθιστόρημα του Τζον Τσίβερ -ένα από τα αριστουργήματα της αμερικάνικης λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, σε νέα μετάφραση.
«Σκληρό, κομψό, αγνό. Αναντικατάστατο για κάποιον που ειλικρινά επιθυμεί να κατανοήσει τί συμβαίνει στις ψυχές των ανθρώπων στην Αμερική». Σωλ Μπέλοου
Άνια Βουλούδη
Καθώς οι μέρες περνάνε σαν νύχτες η μία μετά την άλλη, μια γυναίκα αφηγείται τις σχέσεις, τα συναισθήματα και το παρελθόν της σε μια μονομερή, επίμονη αλληλογραφία με έναν μακρινό φίλο, πιάνει και αφήνει τα νήματα μιας σκόρπιας ζωής, μιας καθημερινότητας από τη Θεσσαλονίκη στην Κρήτη, στη Γερμανία, στο χωριό και πίσω στη Θεσσαλονίκη. Συνειδητοποιεί γράφοντας πως το μόνο που της ανήκει είναι ένας σωρός παλιοπράγματα, διάσπαρτες αναμνήσεις, εντυπώσεις, αφηγήσεις που προσπαθούν να οργανωθούν, αντικείμενα και αγαπημένα πρόσωπα που ψάχνουν να βρουν τη θέση τους, πως πάντοτε αναζητά κάτι και πως την ίδια στιγμή κάτι απ’ όσα έχει δεν είναι δικό της.




