Για πρώτη φορά παρουσιάζεται η ιστορία της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών κατά τα κρίσιμα χρόνια της Απριλιανής Δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης: 1967-1975.
Αναλύονται κριτικά ο ιδιαίτερος θεσμικός και εκπαιδευτικός ρόλο της Σχολής, η δομή των σπουδών της, καθώς και τα αισθητικά πρότυπά της σε σχέση τόσο με τον κόσμο της τέχνης στην Ελλάδα, όσο και με τον τότε διεθνή ορίζοντα της σύγχρονης τέχνης. Αναδεικνύονται συνθετικά οι ιδεολογικές και τεχνοτροπικές αντιλήψεις των καθηγητών Σχολής και ο καθοριστικός ρόλος τους στη διαμόρφωση των καλλιτεχνικών αντιλήψεων των μαθητών τους. Παρουσιάζονται επίσης τα ιδιαίτερα κοινωνικά και μορφωτικά χαρακτηριστικά των σπουδαστών και σπουδαστριών αλλά και οι σχέσεις, οι νοοτροπίες, το ήθος και το έθος της αλληλεπίδρασής τους που συνιστούσαν εκείνη τη μοναδική δημιουργική ατμόσφαιρα της Σχολής ως ετεροτοπία απόκλισης.
Ανασυστήνεται αφενός η στάση των καθηγητών της Σχολής απέναντι στη Δικτατορία, αφετέρου η ροή των συμβάντων που οδήγησαν στην αφύπνιση του Συλλόγου των Σπουδαστών της το 1972 και στη μαζική συμμετοχή τους στην κλιμάκωση των φοιτητικών κινητοποιήσεων ενάντια στο καθεστώς, που κορυφώθηκαν με την Κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973.
Μέσα από τις αφηγήσεις τους αποκαλύπτεται πως στην απόφαση για την Κατάληψη είχε πρωτοστατήσει δυναμικά ομάδα σπουδαστών και σπουδαστριών της Σχολής, καθώς και ότι τόσο ο Ραδιοφωνικός Σταθμός, όσο και το Ιατρείο του Πολυτεχνείου οργανώθηκαν και λειτούργησαν αρχικά με δικές τους πρωτοβουλίες από τις πρώτες ώρες της Κατάληψης. Περιγράφονται επίσης όσα διαδραματίστηκαν κατά τις τρεις ημέρες της εξέγερσης στο δωρικό περιστύλιο της Σχολής και τεκμηριώνονται οι διώξεις και φυλακίσεις σπουδαστών της κατά την περίοδο της Χούντας του Ιωαννίδη, καθώς και η «ανεξιχνίαστη» δολοφονία του Γιάννη Καΐλη.
Τέλος, παρουσιάζεται το πώς μέσα στην αλληλουχία των ραγδαίων γεγονότων της Μεταπολίτευσης το φοιτητικό κίνημα της Σχολής ήρθε σε ρήξη με τους καθηγητές της, η οποία οδήγησε στη ριζική αναδόμηση των σπουδών της.
Πιερτζιόρτζιο Πούλισι
Στο κέντρο του Κάλιαρι, ο Μάρτσιο Μοντεκρίστο, μεγάλος φαν του αστυνομικού μυθιστορήματος, άνοιξε το Les Chats Noirs, ένα μικρό βιβλιοπωλείο που πήρε το όνομά του από τις δυο μαύρες γάτες, τη Μις Μαρπλ και τον Πουαρό, που εμφανίστηκαν μια μέρα στην πόρτα του, τις υιοθέτησε διστακτικά και από τότε έγιναν η ατραξιόν του καταστήματος, που ειδικεύεται στο είδος. Εκεί συναντιέται και η λέσχη ανάγνωσης οι «ντετέκτιβ της Τρίτης», μια παρέα ετερόκλητη αλλά δεμένη. Πριν από έναν χρόνο μάλιστα η λέσχη κατάφερε να βοηθήσει στην εξιχνίαση μιας υπόθεσης, την οποία όλοι θεωρούσαν χαμένη από χέρι. Τώρα η αστυνόμος Άντζελα Ντιμάζε επιστρέφει για να ζητήσει τη συνδρομή τους σε μια νέα έρευνα. Θα καταφέρουν οι «ντετέκτιβ της Τρίτης» να εξιχνιάσουν και αυτή την υπόθεση και να βοηθήσουν την αστυνομία να σταματήσει τον δολοφόνο προτού ξαναχτυπήσει;
Ο Pulixi υπογράφει ένα αστυνομικό θρίλερ γεμάτο σασπένς και ειρωνεία, που μιλάει για τα βιβλία και αποτίνει φόρο τιμής στα κλασικά του είδους.
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




