Showing all 2 results

Χρήστος Λούκος

Χρήστος Λούκος

Μπορεί ο τρόπος που σκεπτόταν και δρούσε ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης της Ελλάδος, ότι όλα σχεδόν έπρεπε να γίνουν από την αρχή ακολουθώντας μια αυστηρά ιεραρχημένη πορεία που άμεσα θα ελεγχόταν από αυτόν, να φαίνεται σήμερα σε μας, που έχουμε τη μεταγενέστερη γνώση, ρεαλιστικός, σε μερικούς ακόμη και ορθός, ιδιαίτερα αν δούμε πώς χειρίστηκαν τα μικρά ή τα μείζονα ζητήματα όσοι διοίκησαν τη χώρα στη συνέχεια. Αλλά δεν πρέπει να αγνοούμε ότι, στα καποδιστριακά χρόνια, ναι μεν σταδιακά είχε λήξει ο ένοπλος αγώνας, όμως το επαναστατικό πνεύμα και οι προσδοκίες που αυτό δημιούργησε ήταν ακόμη έντονες, όσο ανεδαφικές κι αν ήσαν κάποιες από αυτές. Όσοι αντιπολιτεύτηκαν τον Κυβερνήτη δεν ήταν μόνον εκμεταλλευτές του απλού λαού και όργανα του ξένου παράγοντα, όπως αυτός και οι οπαδοί του τόνιζαν, αλλά πολλοί από αυτούς είχαν οραματιστεί μια άλλη μετεπαναστατική κοινωνία, φιλελεύθερη, στο σχεδιασμό της οποίας ήλπιζαν ότι θα συμμετείχαν ενεργά. Δεν μπορούσαν επομένως να ανεχθούν το αυταρχικό και αυστηρά ιεραρχημένο καποδιστριακό πρότυπο οργάνωσης του νέου κράτους.

Αν όμως επικεντρωθούμε μόνο στις πράγματι συντηρητικές πολιτικές επιλογές του Καποδίστρια και δεν δούμε το σημαντικό έργο που επιτέλεσε ή προσπάθησε να επιτελέσει για την οργάνωση της Ελληνικής Πολιτείας, θα δίναμε μια μερική εικόνα μιας σύνθετης πραγματικότητας. Η εικόνα αυτή θα ήταν ακόμη περισσότερο ελλιπής αν δεν βλέπαμε τα κίνητρα και τις πρακτικές αυτών που δεν συμφώνησαν μαζί του, τον αντιπολιτεύτηκαν και κάποιοι τον δολοφόνησαν. Όσοι, για διάφορους λόγους, τον αντιπολιτεύτηκαν δεν δίστασαν, για να εξασφαλίσουν την απομάκρυνσή του από την εξουσία, να δεχθούν αδιαμαρτύρητα τις όποιες αποφάσεις των Δυνάμεων, να βοηθήσουν τη συνεχή αγγλική προσπάθεια για την υπονόμευση του Κυβερνήτη, να καταφύγουν σε αστήρικτες κατηγορίες και σε συκοφαντίες. Η δολοφονία ανακούφισε μεν όσους φοβούνταν μια οποιασδήποτε μορφής παράταση της εξουσίας του Καποδίστρια, αλλά βύθισε τη χώρα στον εμφύλιο πόλεμο και την ανυποληψία, την οποία ενδεχομένως μόνον αυτός είχε ακόμη τη δυνατότητα, προβαίνοντας σε κάποιες υποχωρήσεις, να αποτρέψει.

(Από τον επίλογο του συγγραφέα)

30.00

Χρήστος Λούκος

Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής 2023

«Το προσωπικό κίνητρο για τη μελέτη της Ερμούπολης ενισχύθηκε από τη γοητεία που είχε η δημιουργία μιας πόλης εκ του μηδενός μέσα στο καμίνι της Ελληνικής Επανάστασης και η πράγματι εντυπωσιακή ανάπτυξή της: αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες πόλεις του ελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα και συγχρόνως σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο του διεθνούς εμπορίου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, η εμβέλεια του οποίου ήταν αισθητή στις δύο πλευρές του Αιγαίου και γενικότερα στην Ανατολική Μεσόγειο. Ήταν φανερό ότι τις τύχες της πόλης στην περίοδο της ακμής της διεύθυνε μια αστική τάξη που διατηρούσε, λόγω της οικονομικής της δύναμης, αρκετή ανεξαρτησία από την κεντρική εξουσία και μπόρεσε να αποτυπώσει τις απόψεις της στη φυσιογνωμία του οικισμού αλλά και σε πολλές όψεις της κοινωνικής ζωής.

Η εντύπωση που προκάλεσε η Ερμούπολη στον νεαρό βασιλιά Γεώργιο Α΄ κατά την πρώτη επίσκεψή του σε αυτήν –ο οποίος είπε ότι του θύμισε το Λίβερπουλ– μου έδωσε αφορμή για το πρώτο σκέλος του υπότιτλου του βιβλίου. Ένα άλλο κίνητρο, ίσως το πιο ελκυστικό, ήταν να ερευνηθεί πώς βίωσαν οι Ερμουπολίτες την παρακμή της πόλης τους από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Ποιες αντιστάσεις και εναλλακτικές λύσεις πρόβαλαν, ποιες αντισταθμίσεις αναζήτησαν για να διατηρήσουν κάπως τις παλαιές ισορροπίες, όχι μόνον οικονομικές. Εδώ ξεχωρίζει η τολμηρή απόφαση μερικών κεφαλαιούχων της να ιδρύσουν μεγάλες κλωστοϋφαντουργικές μονάδες στο γύρισμα του αιώνα, να απασχολήσουν εκατοντάδες άνεργων ή υποαπασχολούμενων ανδρών και πλήθος γυναικών. Δημιουργήθηκε έτσι μια πραγματική βαμβακούπολη, που το όνομά της δόθηκε στο δεύτερο σκέλος του υπότιτλου του βιβλίου.

Με τον νέο αυτόν οικονομικό προσανατολισμό η πόλη μπόρεσε να διατηρήσει μια σημαίνουσα θέση μεταξύ των μεγάλων ελληνικών επαρχιακών πόλεων. Κι εδώ η άφιξη μερικών χιλιάδων Μικρασιατών προσφύγων τόνωσε πληθυσμιακά την κοινωνία και επέτρεψε ποικίλες αλληλοσυμπληρώσεις. Από τις αρχές, ωστόσο, της δεκαετίας του 1930 η πόλη θα βιώσει και αυτή τη μεγάλη οικονομική κρίση. Στην Κατοχή θα χάσει από την πείνα περίπου το 1/3 του πληθυσμού της, ποσοστό θνησιμότητας μεγαλύτερο αναλογικά και από αυτό της Αθήνας. Η μεταπολεμική πραγματικότητα θα είναι οδυνηρή. Με δυσκολία επουλώνονται οι πληγές της ξενικής κατοχής, ενώ προστίθενται νέες λόγω του Εμφυλίου, με το τέρμα του οποίου σταματά και η αφήγηση».
[Από τον Πρόλογο του βιβλίου]

25.00