Showing all 2 results

Σύλβια Πλαθ

Ξένη λογοτεχνία

Ο γυάλινος κώδων

Σύλβια Πλαθ

“Ήταν ένα περίεργο, αποπνικτικό καλοκαίρι, το καλοκαίρι που οι Ρόζενμπεργκ οδηγήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα κι εγώ ούτε που ήξερα τι γύρευα στη Νέα Υόρκη. Τα χάνω με τις εκτελέσεις. Η ιδέα της θανάτωσης με ηλεκτροπληξία με αρρωσταίνει κι ήταν το μόνο πράγμα για το οποίο έγραφαν οι εφημερίδες – οι επικεφαλίδες με κοιτούσαν επίμονα σαν γουρλωμένα μάτια στη γωνιά κάθε δρόμου και στις μουχλιασμένες εξόδους του μετρό που μύριζαν φιστίκια. Δεν είχε καμία σχέση με μένα, μα δεν μπορούσα να σταματήσω να αναρωτιέμαι πώς θα ήταν να καίγεσαι ζωντανός, η φωτιά να διατρέχει όλα σου τα νεύρα.Σκεφτόμουν ότι δεν πρέπει να υπάρχει χειρότερο πράγμα στον κόσμο.”

Ο Γυάλινος Κώδων είναι το μοναδικό μυθιστόρημα της Σύλβια Πλαθ. Το βιβλίο ξεχώρισε για την ένταση και τη ζωντάνια της πρόζας του, την υπέρβαση των υφιστάμενων ορίων μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας και συνέβαλε στο να καταστήσει την Πλαθ ένα διαχρονικό φεμινιστικό ίνδαλμα. Εκδόθηκε με ψευδώνυμο μερικές εβδομάδες πριν από την αυτοκτονία της συγγραφέως.

 

17.25

Σύλβια Πλαθ

Καθισμένη στα γόνατα του πατέρα της στο γραφείο, κοιτάζοντας τα κύματα στο τέλος του δρόμου να χτυπιούνται σε έναν κουρελιασμένο αφρό και να ραντίζουν τον κυματοθραύστη, η Άλις έμαθε να γελάει με την καταστροφική μεγαλοσύνη των στοιχείων της φύσης. Τα φουσκωμένα μοβ και μαύρα σύννεφα σκίζονταν με εκτυφλωτικές φωτεινές αστραπές και οι βροντές έκαναν το σπίτι να τρέμει συθέμελα. Αλλά με τα δυνατά μπράτσα του πατέρα της γύρω της και τον σταθερό καθησυχαστικό χτύπο της καρδιάς του στα αφτιά της, η Άλις πίστευε πως ήταν με κάποιον τρόπο συνδεδεμένος με το θαύμα της μανίας έξω από τα παράθυρα και πως, μέσω εκείνου, θα μπορούσε να αντικρίσει την καταστροφή του κόσμου με απόλυτη ασφάλεια. Όταν ήρθε η κατάλληλη εποχή του χρόνου, ο πατέρας της την πήγε στον κήπο και της έδειξε πώς μπορούσε να πιάνει μπούμπουρες. Αυτό ήταν κάτι που κανένας άλλος πατέρας δεν μπορούσε να κάνει. Ο πατέρας της έπιανε ένα ειδικό είδος μπούμπουρα, που το αναγνώριζε από το σχήμα του, και τον κρατούσε στην κλειστή χούφτα του, βάζοντας το χέρι του στο αφτί της. Στην Άλις άρεσε να ακούει το θυμωμένο, πνιχτό βουητό της μέλισσας, πιασμένης στη σκοτεινή παγίδα του χεριού του πατέρα της, αλλά χωρίς να τσιμπάει, χωρίς να τολμάει να τσιμπήσει. Μετά, με ένα γέλιο, ο πατέρας της άνοιγε διάπλατα τα δάχτυλά του, και η μέλισσα πετούσε, ελεύθερη, ψηλά στον αέρα και μακριά…

17.91