Μισέλ Ουελμπέκ
“Άρπαξε μια σπάτουλα, έβγαλε το μάτι του Ντάμιεν Χερστ, διεύρυνε το άνοιγμα με προσπάθεια – ήταν ένας καμβάς από σφιχτές ίνες λιναριού, πολύ ανθεκτικός. Αρπάζοντας τον κολλώδη καμβά με το ένα χέρι, τον έσκισε με μια κίνηση, αποσταθεροποιώντας το καβαλέτο που σωριάστηκε καταγής.”
Ο Μισέλ Ουελμπέκ, ποιητής, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και κινηματογραφιστής, έγινε γνωστός με το μυθιστόρημα “Επέκταση του πεδίου της πάλης” και, ιδίως, με τα “Στοιχειώδη σωματίδια” τη δεκαετία του 1990. “Ο χάρτης και η επικράτεια” είναι το πέμπτο του μυθιστόρημα και απέσπασε τη σημαντικότερη γαλλική διάκριση για τη λογοτεχνία, το βραβείο Γκονκούρ, το 2010.
Κεντρικό πρόσωπο είναι ο μονήρης καλλιτέχνης Ζεντ Μαρτέν. Παρακολουθούμε τις σημαντικές στιγμές της βιογραφίας του, την επαγγελματική του πορεία, τη σχέση του με τις γυναίκες, με τον πατέρα του και με το κύκλωμα της τέχνης. Μια από αυτές τις στιγμές είναι η στροφή του από τη φωτογραφία στη ζωγραφική. Για τον κατάλογο της έκθεσης ζητά από τον συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ να γράψει ένα κείμενο και έτσι ξεκινά μια σχέση, η οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε φιλία, εάν δεν τη διέκοπτε η άγρια δολοφονία του συγγραφέα.
Μέσα από τη ζωή του Ζεντ, ο σύγχρονος δυτικός κόσμος παρουσιάζεται υπό το πρίσμα του τεχνητού, του κατασκευασμένου, του μαζικού και προτυποποιημένου, το άτομο ορίζεται ως τηλεθεατής, καταναλωτής, πελάτης, τουρίστας, χρήστης του ίντερνετ. Μόνο στο έργο τέχνης αποδίδεται η ιδιότητα του φορέα αλήθειας- το έργο τέχνης μένει ανεπηρέαστο από το γεγονός ότι αποτελεί διαπραγματεύσιμη αξία στην αγορά.
Ο επίλογος του βιβλίου εκτυλίσσεται στο μέλλον: η Ευρώπη δεν έχει πια καθόλου βιομηχανική παραγωγή. Η Γαλλία επιβιώνει, έχοντας μετατραπεί σε ιδανικό προορισμό του αγροτουρισμού, στο γερμανικό Ruhrgebiet η βλάστηση έχει πνίξει όσες βιομηχανικές εγκαταστάσεις δεν μετατράπηκαν σε εκθεσιακούς ή συναυλιακούς χώρους. Ο Ζεντ περνάει τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του σε πλήρη απομόνωση, δημιουργώντας βίντεο που “συμβολίζουν την εξάλειψη του ανθρώπινου είδους” και τον “θρίαμβο της βλάστησης”.
Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης
Θεμιτά και αθέμιτα του μουσικού του βίου.
Θεωρώ ότι η ζωή του θέμη Ανδρεάδη είναι σχεδόν κινηματογραφική, αφού ξεκινά με τη λήξη του εμφυλίου, διασχίζει τη δεκαετία του ’50 της «ανοικοδόμησεις γης χώρας, περνάει από τη μυθική δεκαετία του ’60 και τις μπουάτ, τη δικτατορία και τον Μαρκόπουλο, τη μετάλλαξη του ελληνικού τραγουδιού τη δεκαετία του ’70 με την παραλία και τις μεγάλες πίστες, τα λαμέ πουκάμισα και τα ψηλά μεροκάματα, τη δεκαετία του ΠΑΣΟΚ και φτάνει ως τις μέρες μας με τα μνημόνια, τον covid, την τεχνητή νοημοσύνη. Λίγοι τραγουδιστές ή δημιουργοί έχουν οδηγήσει ή οδηγηθεί αλώβητοι (;) σε μια τόσο εκτενή και ζουμερή διαδρομή σε εύρος, λίγοι έχουν αφηγηθεί τη μικρή τους ιστορία. Γιατί το βιβλίο αυτό βασίζεται αρκετά στις αυθεντικές αφηγήσεις του βιογραφούμενου. (Από το εισαγωγικό σημείωμα του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη)
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.

