Βλέπετε 1–15 από 99 αποτελέσματα

Ποίηση

Έκτωρ Κακναβάτος

Επανακυκλοφόρησε σε έναν τόμο δεμένο, η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων 1943-1987 του σπουδαίου υπερρεαλιστή ποιητή Έκτορα Κακναβάτου. Ο Έκτωρ Κακναβάτος συνδυάζει με ιδιοφυή τρόπο τον υπερρεαλισμό με την πολιτική ποίηση, με έντονες επιρροές από τα μαθηματικά και τις θεωρίες του χάους. Στον τόμο περιέχονται οι συλλογές : Fuga (1943), Διασπορά (1961), Η κλίμακα του λίθου (1977), Τετραψήφιο (1971), Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή (1972), Διήγηση (1974), Οδός Λαιστρυγόνων (1978), Τα μαχαίρια της Κίρκης (1981), Ανάστιξη του θρύλου για τα νεφρά της πολιτείας (1981), In Perpetuum (1983) Κιβώτιο Ταχυτήτων (1987). Απόσπασμα: ‘Όταν η γλώσσα δεν κάνει άλλο παρά να υπηρετεί τον Λόγο καταστρέφει την πάμφωτη αταξία των πραγμάτων Κι αυτά την εκδικούνται θάβοντάς την στην αιθάλη τους. (από τη συλλογή Κιβώτιο ταχυτήτων)

18.17

Έκτωρ Κακναβάτος

Η νέα ετούτη ποιητική συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου περιλαμβάνει 21 ποιητικά κείμενα (σε στίχο ή σε πρόζα), πάντα στο στερέωμα της υπερρεαλιστικής γραφής και πάντα ξέχειλα νεανικής ακμής, αστείρευτης λεξιλογικής θήρας και γλώσσας παλλομένης.

8.78

Ποίηση

Ακαρεί

Έκτωρ Κακναβάτος

Απόσπασμα

Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ
Καταλογάδην οι ηδύτητες
κι η σάρκα στον αέρα με
αλλόφρονες σειρήνες.

Οπιομανής ο Απόλλωνας διασύρεται
στα χρηματιστήρια των ηδονών

Άι Ηράκλειτε των ροών
το σπέρμα έμφλογο σ’ επικυρώνει.

10.25

Ποίηση

Χαοτικά 1

Έκτωρ Κακναβάτος

Η στέγη μου κάποτε με χελιδόνια τώρα με σκορπιούς Θρασύ το λάθος περιφέρει το λοφίο του ξωπίσω του λαός οι άνοες αλαλάζουν Φίλτρα της ακοής μου αντισταθείτε. [Από την έκδοση]

11.31

Ποίηση

Είκοσι

Παντελής Μπουκάλας

Είκοσι αριθμημένα ποιήματα, τρία ανάριθμα, ένα εισαγωγικό τρίστιχο και ένα καταληκτικό κομμάτι των δεκατριών στίχων απαρτίζουν το Είκοσι, τη νέα ποιητική συλλογή του Παντελή Μπουκάλα. Πρόκειται για τα τεκμήρια ενός πολέμου από εκείνους που όντως δεν τους μέλλεται να τελειώσουν ποτέ: του πολέμου με μια μαύρη τρύπα που δεν είναι μέσα σου αλλά σε περιέχει ολόκληρο. Κάθε τεκμήριο δοκιμάζει τη δική του εκδοχή φωνής, από τις πολλές που έχει να σου προσφέρει η ελληνική ποίηση, σαν μιας κάποιας ισχύος όπλα για να ξεγελάσεις τον Αγέλαστο και να μιλήσεις το πένθος, το πιο βαρύ απ’ όσα έχουν γραφτεί του ανθρώπου: το πένθος του γονιού για το παιδί του. Να τρέψεις σε λόγο την αδειοσύνη, μολονότι νιώθεις πια τις λέξεις απελπιστικά αδύναμες, σχεδόν άδικες μπροστά στο μέγα γεγονός που καλούνται να συλλαβίσουν. Για να επιστρέψεις από τον άναυδο πόνο, την παραιτημένη σιωπή, ή από τον τρόπο του ουρλιαχτού στον συνταγμένο κόσμο θα δοκιμάσεις και θα δοκιμαστείς σε όλες τις φωνές. Στη φωνή της αφήγησης, που εκτείνει το πεδίο της μνήμης ανακαλώντας θραυσμένες αλληλουχίες στιγμών και επιχειρώντας με την ιστόρηση να συγκρατήσει θερμό ό,τι απειλείται από τον παγετώνα της απώλειας. Στη φωνή της συμπύκνωσης, που διατηρεί μόνο έναν πυρήνα γυμνών λέξεων. Στην έμμετρη φωνή και στη φωνή του ελευθερωμένου στίχου. Στη φωνή της επιτάφιας ποίησης και του δημοτικού μοιρολογιού αλλά και στη φωνή της απαντοχής, της μη παραίτησης, της μη καταβύθισης, έτσι όπως τη συνοψίζει το παράγγελμα του ποντιακού τραγουδιού: «Βάσταξον, καρδιά, βάσταξον, αν θελτς και αν ’κί θέλεις». Αλλ’ όσο βαστιέσαι απ’ το κλαδάκι που σου προσφέρει ο στίχος του Πόντου, η λερναία πίκρα μέσα σου σε κόβει στα δυο, μοιρολογώντας με τον τρόπο του ριζίτικου τραγουδιού για τον άγουρο που «νιότη δεν εχάρη», γιατί τον πρόλαβε -στα ωραία είκοσί του- ο «σκληροκάρδης», με την μπαμπεσιά που δίκαια του αποδίδει η δημοτική μας ποίηση: «Χριστέ, και να ’τον παρεμπρός, και να ’τον παραπίσω». Αυτό το ψυχοφάγο «αν», το μάταιο «μακάρι», απευθυνόμενο σε θεότητες άφαντες ή αδιάφορες, τσακίζει και κόκαλα που πίστεψαν αναίτια πως ανήκουν στα γερά. Σε μια τριχούλα ακροβατεί ο βίος των βροτών. Σε μια τριχούλα που κόβει βιαιότατα κι απότομα τον κόσμο και τον χρόνο στα δύο, στον φαρμακωμένο ενεστώτα και στον αδυσώπητο αόριστο, στο εδώ και στο εκεί. Ναι. Μάλλον δεν λάθεψαν οι γνωστικοί αρχαίοι που μια από τις μυθολογικές τους αφηγήσεις για τη χαμένη αθανασία τη συνάρτησαν με μια τρίχα στην κεφαλή του Πτερέλαου, βασιλιά των Ταφίων· εύκολο ήταν να κοπεί, πάντα με μπαμπεσιά, εύκολο να γυρίσει ο άνθρωπος στη θνητότητά του. Μόνη αθανασία του, η μνήμη.

11.99

Έμιλυ Ντίκινσον

Έμοιαζε οι δρόμοι σα να τρέχαν – Μέναν οι δρόμοι ακίνητοι μετά – Έκλειψη – ό, τι βλέπαμε απ’ το παράθυρο, Και φόβος – ό, τι νιώθαμε βαθιά – Ύστερα – βγήκε απ’ τη Μονιά του ο πιο γενναίος Να δει αν ο Χρόνος ήταν κει – Η φύση οπάλινη ποδιά φορούσε, Κι ανάδευε μιαν αύρα δροσερότερη. [Από την έκδοση]

33.92

Τσαρλς Μπουκόβσκι

Ποιήματα αφοπλιστικής ειλικρίνειας και αιχμηρού χιούμορ, γραμμένα με πηγαίο πάθος και συγκινητική ευθύτητα. Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι γράφει για τον έρωτα, τη λαγνεία και την επιθυμία σε πρώτο πρόσωπο, άλλοτε με σκληρότητα και κυνισμό, άλλοτε με ευαισθησία και τρυφερότητα, και σκιαγραφεί, έτσι, τις πολλαπλές εκδοχές του ερωτευμένου ανθρώπου. Τα ποιήματά του, διασκεδαστικά ή όχι, συχνά παιγνιώδη, μιλούν για τη γοητεία του μυστηριώδους και το σεξ, την απόρριψη ή την αποδοχή από το αντικείμενο του πόθου, τον εγωισμό και τον ναρκισσισμό του ερωτευμένου υποκειμένου και, εν τέλει, για τη λυτρωτική δύναμη του έρωτα. Ποιήματα αποκαλυπτικά για τον άνθρωπο και τον λογοτέχνη Μπουκόβσκι αναφέρεται σε αυτά στις ερωμένες και στους φίλους, μα και στην κόρη του και στη δουλειά του-, ο οποίος, με τον σπαρακτικά οικείο, στοχαστικό του τρόπο, ανάγει τον έρωτα σε πρίσμα υπό το οποίο βλέπει τον πλήρη ομορφιάς αλλά και αγριότητας κόσμο, καθώς και τη δική του ευάλωτη θέση σε αυτόν. Περνώ απ’ το ξενοδοχείο στις 8 και στις 5 στα σοκάκια έχει γάτες και μπουκάλια και αλήτες, και κοιτάζω ψηλά στο παράθυρο και σκέφτομαι, δεν ξέρω πια πού είσαι, και συνεχίζω τον δρόμο μου κι αναρωτιέμαι πού πηγαίνει η ζωή όταν σταματά. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

13.30

Διονύσιος Καλιντέρης

ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ είναι γραφτό σου ανεπανόρθωτα δικό σου εδώ και κει μουντζουρωμένο τόσο ανορθόγραφο όσο πεπρωμένο η στίξη αμείλικτη: τελεία και παύλα εκτός καιρού, μετέωρη η καύλα ό,τι παρέπεμπε στη δόξα των σωμάτων στέκει μακρά στήλη παροραμάτων [Από την έκδοση]

10.60

Συλλογικό

«Λοξές ματιές ο κόσμος θα μας ρίχνει όπου κι’ αν πάμε άλλοι με φτόνο κι άλλοι με καταφρόνια ποιος ξέρει πόσους η αγάπη μας να καίει σε πόσους θα θυμάει παλιά τους χρόνια». Οι Λοξές ματιές αποτελούν μια πρώτη προσπάθεια συγκέντρωσης και ανάδειξης υλικού για τον αντρικό ομοσεξουαλικό έρωτα και την αντρική ομοσεξουαλική επιθυμία στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, επιδιώκοντας τη δημιουργία ενός σχετικού αρχείου. Με χρονικό άνυσμα από το 1927 μέχρι και το 1978, το αναγνωστικό κοινό έχει την ευκαιρία να διαβάσει κείμενα ποιητών που κινήθηκαν σε μια παράλληλη δοκιμασία ωρίμανσης τόσο του ομοερωτικού λόγου όσο και της ομοσεξουαλικής συνείδησης στην Ελλάδα, φανερώνοντας το πέρασμα από την απόκρυψη στην παρρησία. Τα ποιήματα των Βασίλη Λαμπρολέσβιου, Μίμη Λιμπεράκη και Γιώργου Γιαννίδη μπορεί να θυμίζουν κάτι από τα παλιά, συνθέτοντας ιστορίες, χώρους και πρακτικές που έχουν λησμονηθεί, συνεχίζουν να αποτελούν ωστόσο τεκμήρια μιας γενεαλογίας που οφείλουμε να κοιτάξουμε κατάματα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

7.00

Ποίηση

Ήδη ταχύ

Διονύσιος Καλιντέρης

Kαλώ τα έγκατα με πόνο σε καλώ δολοπλόκε εσύ που άλλοτε αρκούσε μια φωνή μου από μακριά με το πικρό μειδίαμα έσπευδες ποιός, έλεγες, σε αδικεί ποιον με τη βία θα σύρω έλα και πάλι εάν ποτέ και εγώ το ζοφερό μην αποστρέφεις βλέμμα σου έλα ξανά ιδεώδης αρωγός από τα ερέβη στην πλεκτάνη των σωμάτων [Από την έκδοση]

12.72

Κυριάκος Χαρίτος

“Αύριο αναχωρώ για την έρημο, μάνα.
Πρέπει να χάσω τον κόσμο ώστε να μπορώ να μιλάω εξ ονόματός του.
Πρέπει να θαφτώ στη σιωπή για να δικαιούμαι να έχω φωνή.
Θα γυρίσω όταν μπορέσω.”

Είκοσι έξι γράμματα χαμένα για αιώνες.
Ήρθαν στο φως πριν λίγα χρόνια, αν και η γνησιότητά τους αμφισβητήθηκε.
Καταγράφουν θραυσματικά την πορεία ενός ανθρώπου στον κόσμο.
Τις σκέψεις και όσα ένιωσε.
Χαρά, αγωνία, πίστη, αμφιβολία, κούραση, γαλήνη.
Πιο πολύ το θαύμα.
Την αγάπη.

9.90

Τζον Μπέρτζερ

«Όταν λείπεις, είσαι, παρ’ όλα αυτά, παρούσα για μένα. Αυτή η παρουσία είναι πολυδιάστατη: αποτελείται από αμέτρητες εικόνες, περάσματα, νοήματα, πράγματα γνώριμα, ορόσημα, ωστόσο το σύνολο παραμένει σημαδεμένο από την απουσία του, καθώς είναι διάχυτη μέσα του. Είναι σαν το άτομό σου να γίνεται ένας τόπος, το περίγραμμα σου ορίζοντες. Τότε ζω μέσα σου σαν να ζω σε μια χώρα. Είσαι παντού. Ωστόσο, σ’ αυτή τη χώρα δεν μπορώ ποτέ να σε συναντήσω πρόσωπο με πρόσωπο.»

Όταν ο Τζον Μπέρτζερ έγραφε αυτό το μάλλον αταξινόμητο βιβλίο δεν φανταζόταν ότι θα κάνει πάταγο, θα μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες και θα σημαδέψει ανεξίτηλα τη μνήμη των αναγνωστών του. Σαν ν’ ανοίγει κανείς ένα κουτί παπουτσιών και να βρίσκει ευαίσθητα ερωτικά γράμματα γεμάτα ατόφια ποίηση και σκέψεις για τη θνητότητα, την τέχνη, τον έρωτα και την απουσία, στιγμές αποκρυσταλλωμένες στο χρόνο που αιωρούνται πάνω από τα απροσδόκητα τοπία του συγγραφέα. Από τις λυρικές περιγραφές έργων του Καραβάτζιο και τις διεισδυτικές εξερευνήσεις του θανάτου ή της μετανάστευσης μέχρι την εικόνα μιας πασχαλιάς το σούρουπο στην πλαγιά του βουνού, το βιβλίο αυτό είναι μια πανέμορφη και μύχια ανταπόκριση στον κόσμο που μας περιβάλλει.

12.72

Κ.Π.Καβάφης

«Μια συνολική έκδοση των απάντων του Κ.Π.Καβάφη, μια έκδοση δώρο για το σύνολο των ποιημάτων ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της χώρας μας»

Καρπός πολυετούς έρευνας στα τρία ιδρύματα που διασώζουν το αρχείο του K. Π. Καβάφη (Αρχείο Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση, στο οποίο βρίσκεται ο κύριος όγκος του υλικού, Αρχείο Παπουτσάκη του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου και Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη), η παρούσα έκδοση υπό την επιμέλεια του Καταλανού ελληνιστή και μελετητή του Καβάφη Eusebi Ayensa παρουσιάζει, σε ένα πολυτελή τόμο, ολόκληρο το ποιητικό έργο του Αλεξανδρινού, ακολουθώντας πολύ πιο πιστά τα πρωτότυπα κείμενα και ενσωματώνοντας όλες τις διορθώσεις του ποιητή τόσο σε χειρόγραφα όσο και στα φυλλάδια που τύπωνε κατά τη διάρκεια της ζωής του σε διάφορα τυπογραφεία της Αλεξάνδρειας. Στις εκτενείς σημειώσεις περιλαμβάνεται άφθονο ανέκδοτο υλικό —πρώτες εκδοχές γνωστών ποιημάτων, σχόλια του Κ. Π. Καβάφη σε δικά του ποιήματα κ.ά.—, που βλέπει για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας και το οποίο εμπλουτίζεται με τις σημαντικότερες νέες βιβλιογραφικές προσφορές στο έργο του αναμφίβολα μεγαλύτερου σύγχρονου Έλληνα ποιητή.

Ο Eusebi Ayensa (Φιγέρες, Ισπανία, 1967) ήταν για πολλά χρόνια καθηγητής Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Τζιρόνα και τώρα διευθύνει το Ακαδημαϊκό και Εκπαιδευτικό Τμήμα του αρχαιολογικού χώρου του Εμπορίου/Empúries, στην Καταλονία. Μεταφραστής του Καβάφη στα καταλανικά και τα ισπανικά, το 2023 εξέδωσε το βιβλίο Constantinopolíada, αφιερωμένο στα τρία χρόνια που ο Καβάφης πέρασε στην Κωνσταντινούπολη με την οικογένειά του, από το 1882 έως το 1885. Το 2008 έλαβε το βραβείο μετάφρασης ποίησης Jordi Domènech για την απόδοση των Ατελών ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη στα καταλανικά και το 2025 το βραβείο κριτικής του περιοδικού Serra d’Or, καθώς επίσης το βραβείο Aurora Bertrana για τη μετάφραση στην ίδια γλώσσα όλου του ποιητικού έργου τoυ Αλεξανδρινoύ (Βαρκελώνη, Εκδόσεις Flâneur). Έναν χρόνο πριν, του απονεμήθηκε το βραβείο δοκιμίου Joan Fuster για το βιβλίο Το ωραίο ταξίδι: O Καβάφης και η επίδρασή του στον καταλανικό πολιτισμό. Είναι αντεπιστέλλον μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Γραμμάτων της Βαρκελώνης, της Ακαδημίας Αθηνών, στον κλάδο Μεταβυζαντινής και Νεοελληνικής Γραμματείας, στην Τάξη των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών, και της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων. Από το 2007 έως το 2012 διηύθυνε το Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας.

38.85

Ποίηση

Ρουμπαγιάτ

Καγιάμ Ομάρ

Όλη τη δόξα του Ομάρ Καγιάμ, του μεγάλου Ποιητή-Αστρονόμου της Περσίας, και όλο το θόρυβο που γίνεται γύρω στο όνομά του κάμποσα τώρα χρόνια, τα χρωστούμε στο έργο του Άγγλου ποιητή Φιτς-Τζέλαρδ. Η μετάφραση των Ρουμπαγιάτ (τετράστιχων) του Ομάρ Καγιάμ σε στίχους αγγλικούς από τον Τζέραλδ, γνωστή σήμερα στην Αγγλία με το όνομα «η ωραία άπιστη», αποτελεί ένα «στολίδι της αγγλικής φιλολογίας». (Από το επίμετρο του μεταφραστή)

13.94

Ποίηση

Ρουμπαγιάτ

Καγιάμ Ομάρ

Πολλοί έχουν υποστηρίξει ότι η καγιαμική ποίηση είναι μυστικιστική. Μια άλλη όμως άποψη, που εξηγεί πολύ πιο πειστικά την γοητεία που ασκούν τα Ρουμπαγιάτ στο πλατύ κοινό, υποστηρίζει ότι ο φαινομενικά ανακρεόντειος ηδονισμός τού Καγιάμ δεν είναι αλληγορικός, αλλά εκφράζει έναν βαθύ σκεπτικισμό και μια απέραντη θλίψη για την “ανθρώπινη κατάσταση”: ο Χάρος μάς παραμονεύει, κι όταν φύγουμε δεν θα γυρίσουμε· αυτή εδώ η ζωή, είναι ο Παράδεισος. Άδραξε λοιπόν τη μέρα, γιατί αυτή είναι η μόνη παρηγοριά για μια ύπαρξη δίχως νόημα: πιες το κρασί σου, βρες χαρά με την παρέα σου, και κάνε έρωτα. Η απόδοση φιλοδοξεί να ακούγονται οι στίχοι τού Καγιάμ ως στρωτά ελληνικά, όταν διαβάζονται φωναχτά. Ακόμα, έχει γίνει προσπάθεια να διατηρηθεί ακέραιο το λεπτό χιούμορ και ο σαρκασμός τού ποιητή, η συγκινητική του απλότητα, το παιχνίδι των υπαινιγμών του, οι εκπλήξεις τής εικονογραφίας που απλόχερα προσφέρει, ο ρεαλισμός των στίχων, η γήινη ευαισθησία του, και ο βαθύς ίσκιος τής μελαγχολίας του. Χωρίς αμφιβολία, η ποίηση τού Καγιάμ είναι διαχρονική, κι έχει απόλυτη σχέση με το σήμερα και με μάς.

O Ομάρ Καγιάμ (1048-1131) ήταν διάσημος μαθηματικός, αστρονόμος και φιλόσοφος τής εποχής του. Δεν υπάρχει όμως ίχνος αδιάσειστης πληροφορίας ότι ήταν και ποιητής. Μαρτυρίες γραμμένες περίπου 150 χρόνια μετά το θάνατό του αναφέρουν ότι ίσως έγραψε μερικά ρουμπαγιάτ (τετράστιχα), ενώ μεταγενέστερα χειρόγραφα τού αποδίδουν συνολικά ως και 2.000 ποιήματα (!). Είναι, λοιπόν, φανερό ότι τα περισσότερα απ’ αυτά τα τετράστιχα, ίσως και όλα, είναι ψευδεπίγραφα. Έτσι, το όνομα “Καγιάμ” θα πρέπει να θεωρείται ότι εκπροσωπεί ανώνυμους ποιητές μιας “καγιαμικής” σχολής. Όμως, ανεξάρτητα από το ποιος κρύβεται πίσω από κάθε τετράστιχο, το σημαντικό γεγονός είναι ότι μια προσεκτική τους επιλογή, όπως αυτή που επιχειρείται σ’ αυτό εδώ το βιβλίο, μπορεί να αναδείξει ένα (συλλογικό) έργο υψηλής ποιητικής αξίας. Τα Ρουμπαγιάτ τού Καγιάμ έγιναν γνωστά στη Δύση από την ακραία παράφραση τού Edward FitzGerald (Λονδίνο, 1859), που είχε προοδευτικά πολύ μεγάλη απήχηση στο κοινό. Για μια πιστή όμως μεταγραφή, η ελληνική απόδοση που παρουσιάζεται εδώ έχει βασιστεί σε κατά λέξη μεταφράσεις από τα περσικά, που έγιναν κατά καιρούς από διαθέσιμα χειρόγραφα (πέντε αγγλικές, δύο γαλλικές και μία ισπανική).

15.00