Το έναυσμα για να γραφτεί τούτο το βιβλίο ήταν μια επιστολή διαμαρτυρίας του Γιάννη Τσαρούχη, το 1975, σε μια εφημερίδα, για την τυραννία της επιβολής του πρασίνου στην Αττική, υποδεικνύοντας έτσι το πράσινο ως κλειδί κατανόησης του Αττικού τοπίου. Η διαχρονική απουσία πρασίνου στην Αττική συμπίπτει με την πληθώρα των λεγόμενων «αρχαιολογικών χώρων» της. Η μεταξύ τους σχέση δεν είναι τυχαία, καθώς και τα δύο αυτά στοιχεία απειλούνται εξίσου με βανδαλισμούς και βιαιοπραγίες. Οπότε, το δημόσιο πράσινο έρχεται να πρωταγωνιστήσει αναπάντεχα στη συζήτηση για το τοπίο: όχι πια άμεσα, ως καθαυτό πράσινο με φυτά και βλάστηση, αλλά έμμεσα, ως θεσμοθετημένος άχτιστος χώρος, ως κενό. Με τη μορφή ανασκαφικών χώρων, ορυγμάτων ή νταμαριών, ακόμα και έρημο ή εγκαταλειμμένο, χαρίζει μια ανάσα στην πόλη, προσφέρει ένα άνοιγμα· από εκεί, δίνεται στους κατοίκους η δυνατότητα να επικοινωνούν ελεύθερα με τον ουρανό. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου συζητιούνται οι πτυχές του Αττικού τοπίου που σχετίζονται με την κατασκευή του ιδεολογήματός του και η μετατόπιση του ενδιαφέροντος προς την έλλειψη δημόσιου πρασίνου. Στο δεύτερο μέρος η αναζήτηση οδηγείται στην τυπολογία των ελεύθερων χώρων, αδόμητων και ανασκαφικών, και καταλήγει στη διατύπωση πρότασης, όπου το «πράσινο» συνεκτιμάται ως μέρος του τοπίου και αναδεικνύεται ο ρόλος της αρχαιολογίας ως παραγωγού και παρόχου ανοιχτών χώρων στη ζωή της σύγχρονης ελληνικής πρωτεύουσας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Γιώργος Νικολαΐδης
Μια κοινωνία που αλλάζει, η καθημερινότητα, οι δρόμοι, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, η ανήσυχη νέα γενιά που αναδύεται, σαν μια νέα φωνή, μέσα από τον συνδυασμό μουσικής και κοινωνικών ανησυχιών και που συγκρούεται με το κράτος και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς· όλα περνούν μέσα από τις σκληρά ρεαλιστικές, σχεδόν γυμνές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες ενός ανθρώπου που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του βουερού ποταμιού της δεκαετίας του ’80.
Το φωτογραφικό αποτύπωμα μιας δεκαετίας που, ενώ δεν τη νοσταλγούμε, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: «Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη;».
Εισαγωγικά κείμενα: Νίκος Γ. Ξυδάκης, Μιχαήλ Πρωτοψάλτης, Αλέξης Καλοφωλιάς
Βιρτζίνια Γουλφ
Όταν η σύζυγος του επιφανούς πολιτικού Γκίλμπερτ Κλάντον πεθαίνει ξαφνικά, αφήνει όλα της τα πράγματα τακτοποιημένα και στη θέση τους.
Εκείνος τα επιθεωρεί συγκινημένος και ξεφυλλίζει αφηρημένα το ημερολόγιό της, καθώς ετοιμάζεται για μια τυπική συνάντηση με την αφοσιωμένη της βοηθό. Όμως αυτό που πρόκειται να μάθει θ’ αλλάξει όλα όσα νόμιζε πως ήξερε για τη γυναίκα του και την κοινή ζωή τους… Μέσα στη μικρή έκταση αυτού του σύντομου διηγήματος, η αλάνθαστη πένα της Βιρτζίνια Γουλφ κεντάει έναν ολοκληρωμένο στοχασμό για τις βεβαιότητες που πολλές φορές τυφλώνουν και τις αθέατες επιθυμίες που κρύβονται πάντα ανάμεσα στον θάνατο και τη ζωή.




