H μελέτη της ελληνικής πεζογραφίας γινόταν μέχρι τώρα μέσα από διάφορα πρίσματα (γενιές, ξένες επιδράσεις ή ρεύματα), εδώ επιχειρείται μια διαφορετική της προσέγγιση μέσω του τραύματος, της μνήμης και της μεταφοράς, με τις έννοιες αυτές να χρησιμοποιούνται ως άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφονται οι συζητήσεις περί έθνους και μυθοπλασίας. Ο πιο πρόσφορος τρόπος για να δούμε το πώς αλλάζει η σχέση λογοτεχνίας και έθνους είναι μέσω του ιστορικού μυθιστορήματος. Το παλαιότερο ιστορικό μυθιστόρημα επεδίωκε να επιβεβαιώσει την εθνική ιστορία, να στηρίξει το έθνος, και ήταν γέννημα του ιστορισμού. Οι βασικές προϋποθέσεις του, όπως η χρονική απόσταση μεταξύ του χρόνου συγγραφής και της μυθιστορηματικής δράσης, ο διδακτικός του ρόλος ή η λειτουργία του ως συμπληρώματος της ιστορικής γνώσης, τίθενται υπό αμφισβήτηση. Το νέο μετα-ιστορικό μυθιστόρημα, απότοκο του μεταμοντερνισμού και επιβεβαίωση του παροντισμού, διερευνά την ετερότητα του έθνους, τις αποσιωπημένες πτυχές και τα τραύματα της εθνικής ιστορίας. Βλέπει το παρελθόν περισσότερο στο παρόν, αμφισβητεί τις εθνικές αλήθειες και δεν βασίζεται τόσο στη μαρτυρία όσο στη διερεύνηση του ιστορικού αρχείου, επιχειρώντας παράλληλα τη μετάβαση από το έθνος στον κόσμο και από την εσωστρεφή ματιά στη διασπορική. Η Μεταπολίτευση δεν φέρνει μόνο ένα νέου είδους μετα-ιστορικό μυθιστόρημα αλλά και νέες αναγνώσεις του παλαιότερου, καθώς η ιστορία δεν γνωρίζει το τέλος της αλλά αξιοποιεί τον ανατροφοδοτικό της διάλογο με τη μνήμη, το τραύμα και το αρχείο. Με έμφαση στη μεταπολιτευτική περίοδο και με συγκριτικές αναγωγές σε παλαιότερα κείμενα, σε αυτό το βιβλίο αναλύονται οι διάφοροι τρόποι εμπλοκής του μυθιστορήματος με το έθνος και την ιστορία του.
Απόστολος Δοξιάδης
Ο Δώρης Καλούσης δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. Θέλοντας να γράψει το μεγάλο του μυθιστόρημα, παλεύει με αναπάντεχες προκλήσεις, εξωτερικές αλλά και εσωτερικές. Δραπετεύει στον Παρνασσό για να συγκεντρωθεί. Όμως εκεί τον παρασέρνει ένα εντελώς άγνωστο βιβλίο, τόσο ζωντανό, ώστε ο κόσμος του αρχίζει να εισβάλλει στην πραγματικότητά του.
Αθήνα, 1942. Ο Χριστόφορος Μπάμιας, απότακτος δημοκρατικός αξιωματικός, αναλαμβάνει να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή. Όμως τίποτα δεν είναι απλό στην αποστολή του, σε μια πόλη που πεινάει και σε μια εποχή όπου οι Ναζί σχεδιάζουν να γυρίσουν ταινία την Ορέστεια του Αισχύλου ως ύμνο στον Φύρερ. Ο Σφενδαμής απειλείται για να προσυπογράψει την πιο τερατώδη διαστρέβλωση του αρχαίου πνεύματος. Ο Μπάμιας πρέπει να τον σώσει, και μαζί του, κάτι πολύ μεγαλύτερο: την Αλήθεια. Στο πλευρό του έχει τον Γαλάνη, έναν σκύλο που δεν είναι ακριβώς… σκύλος.
Από τα σκοτεινά παρασκήνια της Ακαδημίας Αθηνών μέχρι το Μαντείο των Δελφών, από τον Απόλλωνα ως τον Διόνυσο, από το ένδοξό μας παρελθόν ως τη σημερινή μας σχιζοφρένεια, η δράση, η σάτιρα και το μυστήριο υφαίνουν ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Ιστορίας και το λεπτό νήμα που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα, τη σοφία από την τρέλα, την αφήγηση από τη ζωή.
Έμιλυ Ντίκινσον
Έμοιαζε οι δρόμοι σα να τρέχαν – Μέναν οι δρόμοι ακίνητοι μετά – Έκλειψη – ό, τι βλέπαμε απ’ το παράθυρο, Και φόβος – ό, τι νιώθαμε βαθιά – Ύστερα – βγήκε απ’ τη Μονιά του ο πιο γενναίος Να δει αν ο Χρόνος ήταν κει – Η φύση οπάλινη ποδιά φορούσε, Κι ανάδευε μιαν αύρα δροσερότερη. [Από την έκδοση]
Ζαχαρίας Μαυροειδής
Ντόπιοι και ξένοι, μόνιμοι κάτοικοι και περαστικοί, πρόσωπα που συναντιούνται για λίγο κάτω από τον ίδιο ήλιο. Κοινός παρονομαστής αυτής της πολυφωνικής ανθρωπογεωγραφίας είναι ο γλυκόπικρα σαρκαστικός τόνος, που άλλοτε με σαφήνεια και άλλοτε υπαινικτικά υποδεικνύει το βαθύτερο διακύβευμα πίσω από τα γεγονότα.
Μέσα από ετερόκλητες ιστορίες, οι Θεριστές αναζητούν το νήμα που διατρέχει το συλλογικό βίωμα του ελληνικού θέρους: την προσμονή, τη διάψευση, την ένταση, αλλά και τον διαρκή νόστο για το καλοκαίρι που πιστεύουμε ότι θα επιστρέψει.




