Εκκλήσεις προς τις Φιλελληνίδες για ενίσχυση του Αγώνα, ποιήµατα εξυµνητικά της ανδρείας Ελλήνων και Ελληνίδων στις µεγάλες µάχες του ’21, το πρώτο ελληνικό θεατρικό µε θέµα την Επανάσταση και συγκεκριµένα την έξοδο του Μεσολογγίου, το πρώτο έµµετρο χρονικό της εξέγερσης στην Κρήτη, η συµµετοχή των γυναικών στην εξέγερση σε διάφορες περιοχές, η ανάδειξη αγωνιστριών, όπως η Γκούραινα, καθώς και ποιήµατα για τον εορτασµό της επετείου τα πρώτα χρόνια του ελεύθερου κράτους αποτελούν κάποιες από τις θεµατικές πολιτικών κειµένων, ποιηµάτων, θεατρικών ή πεζών των Ελληνίδων του 19ου αιώνα γύρω από το µείζον γεγονός του Αγώνα για την ελευθερία. Το παρόν ανθολόγιο είναι µια απόπειρα ανάδειξης του σχετικού µε την Επανάσταση του 1821 έργου των λησµονηµένων, κατά κύριο λόγο, αυτών γυναικών, στο οποίο πιστοποιείται η συλλογική τους συνείδηση. Στα κείµενα αυτά αποτυπώνεται ο γυναικείος ηρωισµός σε όλες του τις εκφάνσεις: µαχόµενος ηρωισµός, ηρωισµός γυναικών θυµάτων και ηρωισµός γυναικών που βοηθούν στα µετόπισθεν την προετοιµασία του Αγώνα. Την έκδοση συµπληρώνει η εργοβιογραφία των άγνωστων στις µέρες µας δηµιουργών, σε µια προσπάθεια να αναδειχθεί και η δική τους, αποσιωπηµένη, φωνή ως σηµαντική ψηφίδα στη λογιοσύνη του 19ου αιώνα.
Στέλιος Βαρβαρέσος
Ο Γκάντι υποστήριζε ότι, “η Ινδία είναι μια, κι ότι μόνο για τους λευκούς είναι σύνθετη και περίπλοκη”. Εκ των υστέρων φαίνεται ότι μάλλον είχε δίκιο. Πριν το ταξίδι, όταν ακόμα βρισκόμουν μακριά, διέκρινα ότι το πρόβλημα βρισκόταν στην αδυναμία ενός “ξένου” να κατανοήσει τον πυρήνα της προσωπικότητας της Ινδίας.
Ήθελα να γνωρίσω από κοντά την Ινδία, να την κατανοήσω, στο μέτρο πάντα του δυνατού, να διαπιστώσω αν πραγματικά υπήρχαν οι πολλές Ινδίες για ένα λευκό, όπως υποστήριζε ο Γκάντι. Ήθελα να διαπιστώσω από κοντά, αν πραγματικά υπήρχαν όλες αυτές οι Ινδίες, με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “αγίους”, “επαίτες”, “γιόγκι”… τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”. Όλα τα συστατικά του ταξιδιού κυοφορούσαν στο μυαλό μου για πολλά χρόνια. Το μόνο που έλειπε ήταν το “φύγαμε”, κι αυτό προέκυψε, εντελώς τυχαία, στα τέλη Μαΐου του 1996, πάνω στην κουβέντα μ’ ένα φίλο. Δυο εβδομάδες αργότερα πετούσαμε για το Κατμαντού στο Νεπάλ, κι από εκεί θα κατηφορίζαμε για τις ζεστές πεδιάδες και τις σκονισμένες ερήμους της αχανούς Ινδίας, πριν ανηφορίσουμε για τα μυστηριώδη Ιμαλάια.
Δεν είχαμε κάποιο σχέδιο, ψάχναμε τα σημάδια για να μας οδηγήσουν, διαθέταμε λίγα χρήματα αλλά αρκετό χρόνο. Στην Ινδία ήθελα να περιπλανηθώ, να χαθώ, ν’ αλλάξω… Πάνω στους χάρτες αναζητούσα αόρατα σημάδια που θα με οδηγούσαν στους μύθους, τους ανθρώπους… τα θαύματα.
Στην Ινδία με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “ασκητές” κι “αγίους”, τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”, χάθηκα, μπερδεύτηκα… αλλά προσπάθησα να καταλάβω λίγο περισσότερο τον κόσμο που με περίβαλε, προσπάθησα κάτι να βρω… προσπάθησα να κατανοήσω περισσότερο εμένα τον ίδιο, προσπάθησα να παραμερίσω, έστω και ελάχιστα, το φοβερό πέπλο της άγνοιας που σκιάζει τη ζωή του ανθρώπου.
Στέλιος Βαρβαρέσος
Ο Γκάντι υποστήριζε ότι, “η Ινδία είναι μια, κι ότι μόνο για τους λευκούς είναι σύνθετη και περίπλοκη”. Εκ των υστέρων φαίνεται ότι μάλλον είχε δίκιο. Πριν το ταξίδι, όταν ακόμα βρισκόμουν μακριά, διέκρινα ότι το πρόβλημα βρισκόταν στην αδυναμία ενός “ξένου” να κατανοήσει τον πυρήνα της προσωπικότητας της Ινδίας.
Ήθελα να γνωρίσω από κοντά την Ινδία, να την κατανοήσω, στο μέτρο πάντα του δυνατού, να διαπιστώσω αν πραγματικά υπήρχαν οι πολλές Ινδίες για ένα λευκό, όπως υποστήριζε ο Γκάντι. Ήθελα να διαπιστώσω από κοντά, αν πραγματικά υπήρχαν όλες αυτές οι Ινδίες, με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “αγίους”, “επαίτες”, “γιόγκι”… τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”. Όλα τα συστατικά του ταξιδιού κυοφορούσαν στο μυαλό μου για πολλά χρόνια. Το μόνο που έλειπε ήταν το “φύγαμε”, κι αυτό προέκυψε, εντελώς τυχαία, στα τέλη Μαΐου του 1996, πάνω στην κουβέντα μ’ ένα φίλο. Δυο εβδομάδες αργότερα πετούσαμε για το Κατμαντού στο Νεπάλ, κι από εκεί θα κατηφορίζαμε για τις ζεστές πεδιάδες και τις σκονισμένες ερήμους της αχανούς Ινδίας, πριν ανηφορίσουμε για τα μυστηριώδη Ιμαλάια.
Δεν είχαμε κάποιο σχέδιο, ψάχναμε τα σημάδια για να μας οδηγήσουν, διαθέταμε λίγα χρήματα αλλά αρκετό χρόνο. Στην Ινδία ήθελα να περιπλανηθώ, να χαθώ, ν’ αλλάξω… Πάνω στους χάρτες αναζητούσα αόρατα σημάδια που θα με οδηγούσαν στους μύθους, τους ανθρώπους… τα θαύματα.
Στην Ινδία με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “ασκητές” κι “αγίους”, τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”, χάθηκα, μπερδεύτηκα… αλλά προσπάθησα να καταλάβω λίγο περισσότερο τον κόσμο που με περίβαλε, προσπάθησα κάτι να βρω… προσπάθησα να κατανοήσω περισσότερο εμένα τον ίδιο, προσπάθησα να παραμερίσω, έστω και ελάχιστα, το φοβερό πέπλο της άγνοιας που σκιάζει τη ζωή του ανθρώπου.
Στέλιος Βαρβαρέσος
Ο Γκάντι υποστήριζε ότι, “η Ινδία είναι μια, κι ότι μόνο για τους λευκούς είναι σύνθετη και περίπλοκη”. Εκ των υστέρων φαίνεται ότι μάλλον είχε δίκιο. Πριν το ταξίδι, όταν ακόμα βρισκόμουν μακριά, διέκρινα ότι το πρόβλημα βρισκόταν στην αδυναμία ενός “ξένου” να κατανοήσει τον πυρήνα της προσωπικότητας της Ινδίας.
Ήθελα να γνωρίσω από κοντά την Ινδία, να την κατανοήσω, στο μέτρο πάντα του δυνατού, να διαπιστώσω αν πραγματικά υπήρχαν οι πολλές Ινδίες για ένα λευκό, όπως υποστήριζε ο Γκάντι. Ήθελα να διαπιστώσω από κοντά, αν πραγματικά υπήρχαν όλες αυτές οι Ινδίες, με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “αγίους”, “επαίτες”, “γιόγκι”… τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”. Όλα τα συστατικά του ταξιδιού κυοφορούσαν στο μυαλό μου για πολλά χρόνια. Το μόνο που έλειπε ήταν το “φύγαμε”, κι αυτό προέκυψε, εντελώς τυχαία, στα τέλη Μαΐου του 1996, πάνω στην κουβέντα μ’ ένα φίλο. Δυο εβδομάδες αργότερα πετούσαμε για το Κατμαντού στο Νεπάλ, κι από εκεί θα κατηφορίζαμε για τις ζεστές πεδιάδες και τις σκονισμένες ερήμους της αχανούς Ινδίας, πριν ανηφορίσουμε για τα μυστηριώδη Ιμαλάια.
Δεν είχαμε κάποιο σχέδιο, ψάχναμε τα σημάδια για να μας οδηγήσουν, διαθέταμε λίγα χρήματα αλλά αρκετό χρόνο. Στην Ινδία ήθελα να περιπλανηθώ, να χαθώ, ν’ αλλάξω… Πάνω στους χάρτες αναζητούσα αόρατα σημάδια που θα με οδηγούσαν στους μύθους, τους ανθρώπους… τα θαύματα.
Στην Ινδία με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “ασκητές” κι “αγίους”, τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”, χάθηκα, μπερδεύτηκα… αλλά προσπάθησα να καταλάβω λίγο περισσότερο τον κόσμο που με περίβαλε, προσπάθησα κάτι να βρω… προσπάθησα να κατανοήσω περισσότερο εμένα τον ίδιο, προσπάθησα να παραμερίσω, έστω και ελάχιστα, το φοβερό πέπλο της άγνοιας που σκιάζει τη ζωή του ανθρώπου.




