Ιούλιος 2018. Ο Μιχάλης Κρόκος προσπαθεί να εκδώσει το παλπ μυθιστόρημα που έγραψε για την Documenta της Αθήνας, ενώ ταυτόχρονα παλεύει να επιβιώσει στο καυτό καλοκαίρι του υπερτουρισμού και του Airbnb. Ένας παλιός φίλος, εκδότης περιοδικού, τον στέλνει στην Ικαρία, από όπου ο Κρόκος έχει μακρινή καταγωγή, για να του γράψει μια ελαφριά ιστορία με σέρφερ και παραλιακά μπαρ. Εκεί, ο συγγραφέας θα έρθει αντιμέτωπος με όλες τις φυλές του ελληνικού καλοκαιριού, θα ερωτευτεί την εθιστική φωτογραφία μιας άγνωστης γυναίκας στο εξοχικό όπου φιλοξενείται και θα γίνει ο αυτόπτης μάρτυρας του ανεξήγητου πνιγμού της. Σύντομα θα ανακαλύψει ότι βρίσκεται στο νησί για έναν συγκεκριμένο λόγο και θα μπει στα πυκνά δάση της ενδοχώρας αναζητώντας εμμονικά το φινάλε της ιστορίας ενός ακόμη βιβλίου που δεν πρέπει να γράψει.
Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης
Θεωρώ ότι η ζωή του θέμη Ανδρεάδη είναι σχεδόν κινηματογραφική, αφού ξεκινά με τη λήξη του εμφυλίου, διασχίζει τη δεκαετία του ’50 της «ανοικοδόμησεις γης χώρας, περνάει από τη μυθική δεκαετία του ’60 και τις μπουάτ, τη δικτατορία και τον Μαρκόπουλο, τη μετάλλαξη του ελληνικού τραγουδιού τη δεκαετία του ’70 με την παραλία και τις μεγάλες πίστες, τα λαμέ πουκάμισα και τα ψηλά μεροκάματα, τη δεκαετία του ΠΑΣΟΚ και φτάνει ως τις μέρες μας με τα μνημόνια, τον covid, την τεχνητή νοημοσύνη. Λίγοι τραγουδιστές ή δημιουργοί έχουν οδηγήσει ή οδηγηθεί αλώβητοι (;) σε μια τόσο εκτενή και ζουμερή διαδρομή σε εύρος, λίγοι έχουν αφηγηθεί τη μικρή τους ιστορία. Γιατί το βιβλίο αυτό βασίζεται αρκετά στις αυθεντικές αφηγήσεις του βιογραφούμενου. (Από το εισαγωγικό σημείωμα του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη)
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.



