Βλέπετε 1–12 απο 83 αποτέλεσματα

Ελληνική λογοτεχνία

Κινέζικα μαρτύρια

Αντώνης Ιορδάνογλου

9.90

Η φωτογράφιση ενός ζευγαριού στη Σαντορίνη που εξελίσσεται σε θρίλερ, ένας ουρολόγος με εμφανή προβλήματα προσανατολισμού, ζωηρά παιδιά σε πολυτελές ξενοδοχείο που φιλοξενεί ρομαντικά ζευγάρια αλλά δεν έχει ρεύμα, η μελαγχολική πτήση ενός οινοβαρούς μεγιστάνα με ελικόπτερο πάνω από το Αιγαίο, ένας γκρινιάρης καθηγητής φιλοσοφίας πεινασμένος στην αττική γη, ένα γκροτέσκο μάθημα γαστρονομίας σε ξενοδοχείο του Ναυπλίου, ένας ξεναγός χαμένος στο πέλαγος της μετάφρασης…

Κινέζικα μαρτύρια είναι οι μικρές και μεγάλες οδύσσειες Κινέζων ταξιδιωτών στην Ελλάδα, μέσα από την εξιστόρηση των οποίων φωτίζονται οι ταξιδιωτικές συμπεριφορές αυτού του συχνά εκπληκτικού και συχνότερα ακατανόητου έθνους. Η συλλογή των συγκεκριμένων αφηγήσεων δεν είναι μόνο μια σπουδή κοινωνιολογίας των συμπεριφορών. Είναι και ένας χαμογελαστός τρόπος να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε κάπως τους Κινέζους μας: φίλους, ταξιδιώτες, πελάτες, εσχάτως και συμπατριώτες. Οι περιπέτειές τους αυτές μοιάζουν με έναν μίνι οδηγό για έναν τόπο που ακόμη ανακαλύπτεται· έναν οδηγό κατανόησης του Άλλου, με χιούμορ και πάντα με καλή διάθεση.

Δέκα συν μία ιλαροτραγικές ιστορίες οι οποίες, παρότι είναι εμπνευσμένες από αληθινά γεγονότα, έχουν πολλά φανταστικά στοιχεία στη δομή, τα πρόσωπα και το σκηνικό. Εξάλλου, όπως θα έλεγε και ο Γάλλος συγγραφέας Εντμόν Αμπού: «Οι πιο αληθινές ιστορίες δεν είναι αυτές που έχουν συμβεί».

Ελληνική λογοτεχνία

Ελαττωματικό Αγόρι

Σαμ Άλμπατρος

10.80

ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΠΙΟ ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!
Ο μπαμπάς καμιά φορά με δέρνει με τη ζώνη. Μια φορά είχα δει σε μια ελληνική ταινία έναν να δέρνει έτσι τον γιο του. Από τότε, κάθε φορά που με δέρνει με τη ζώνη ο μπαμπάς μου, αισθάνομαι σταρ του σινεμά.
Η μαμά με πρήζει συνέχεια να διαβάσω γιατί οι παππούδες μου δεν είχαν λεφτά να τη στείλουν σχολείο. Μια φορά της είπα αν θέλει να πάει αυτή σχολείο αφού το έχει απωθημένο και εγώ να μείνω σπίτι να παίζω τη νοικοκυρά. Μου άστραψε σφαλιάρα.

Για τα αδέρφια μου θα πω άλλη φορά, γιατί τώρα βαριέμαι. Έτσι κι αλλιώς δε μένουν μαζί μας όπως τα κανονικά αδέρφια.

Έχω τους καλύτερους φίλους του κόσμου! Ο Θανάσης είναι ο καλύτερός μου φίλος και κάθεται δίπλα μου στο θρανίο. Μας αρέσει να παίζουμε πολλά παιχνίδια και μερικά δεν τα λέμε, τα κρατάμε μυστικό. Δε με αφήνει να λέω γι’ αυτά γιατί την προηγούμενη φορά που είπα, φάγαμε ξύλο.

Μετά είναι η Αθηνά και η Σοφία, που κάθονται κι αυτές δίπλα δίπλα στην τάξη μας. Η Αθηνά είναι δυνατή και τη φωνάζουν αγοροκόριτσο και η Σοφία φοράει γυαλιά και είναι Σοφή σαν κουκουβάγια.
Αγαπιόμαστε τόσο πολύ μεταξύ μας! Εγώ αγαπάω τον Θανάση, ο Θανάσης αγαπάει την Αθηνά, η Αθηνά αγαπάει τη Σοφία (αλλά δεν το λέει) και η Σοφία αγαπάει εμένα.
Είμαστε οι καλύτεροι μαθητές της τάξης! Εγώ γιατί αντιγράφω από τον Θανάση, και η Αθηνά γιατί αντιγράφει από τη Σοφία. Καμιά φορά όμως η Αθηνά ξεχνάει να τα αλλάζει. Μια φορά είχε αντιγράψει ακριβώς το σκέφτομαι και γράφω της Σοφίας. Όταν τις ρώτησε η δασκάλα τι έγινε, πετάχτηκα και είπα: “Τα μεγάλα μυαλά συναντιόνται!”.

Ελληνική λογοτεχνία

Νέα Σελήνη, Ημέρα Πρώτη

Θανάσης Βαλτινός

13.50

Τα κλειστά της μάτια τον ενθαρρύνουν. Στα χείλη της διαγράφεται ένα φιλικό ευφρόσυνο χαμόγελο. Απλώνει το χέρι του και δειλά το βάζει ανάμεσα στους μηρούς της. Το κεφάλι του πάει να εκραγεί. Το χέρι του προχωράει ψηλότερα, την ψαύει ολόκληρη. Χώνει το πρόσωπό του στο στήθος της. Η μυρουδιά της τον αναστατώνει. Προσπαθεί να της κατεβάσει το εσώρουχο χωρίς να τα καταφέρνει.

Προσπαθεί επανειλημμένα αλλά χωρίς αποτέλεσμα, παρόλο που η ίδια τον ευκολύνει μετακινώντας το κορμί της. Η αγωνία του κορυφώνεται. Συνεπαρμένη από την ίδια αγωνία, η Γαλλίδα παραμερίζει βίαια το εσώρουχό της και το σκίζει. Στην κρίσιμη στιγμή η αποκάλυψη της σγουρής δασωμένης της ήβης τυφλώνει τον Νίκο. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι που επικρατεί, δεν ακούγεται τίποτε άλλο εκτός από τη βροχή στα κεραμίδια.

Ρέα Γαλανάκη

18.00

Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.

 Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη. 

Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.

Ελληνική λογοτεχνία

Δέρμα

Βίβιαν Στεργίου

13.50

Ένα βαρετό πάρτι στην καλοκαιρινή Αθήνα αυξάνει τη μοναξιά των αποτυχημένων καλλιτεχνών που έχουν μαζευτεί για να σκοτώσουν την ώρα τους. Ο Μέγας Αλέξανδρος φεύγει για να κατακτήσει το Λονδίνο, αλλά εθίζεται στην ιντερνετική συνομιλία με μια κοπέλα που ζει στην Καισαριανή. Στον σταθμό των τρένων του Αμβούργου, ένα ζευγάρι χωρίζει, ήρεμα, με λίγες γερμανικές λέξεις που θυμάται από το φροντιστήριο. Ένας Fachidiot: όταν η λύση σε ένα πρόβλημα γίνεται χειρότερη του προβλήματος. Δύο φίλες χρησιμοποιούν την τεχνολογία της διαρκούς επικοινωνίας ως τρόπο για να αγνοούν η μία την άλλη μέχρι την οριστική αποξένωση. Ένα γυναικείο σώμα υποβάλλεται σε γυναικολογικές εξετάσεις και συνδέεται με τις ρίζες του, χορεύει στα μπαρ και στο τέλος απορρίπτεται. Τρεις συγκάτοικοι ονειρεύονται να βρουν καλές δουλειές στη Βόρεια Ευρώπη, χωρίς να είναι σίγουροι πού θέλουν να ζουν. Ο χοντρός Νιλς περνάει ένα καλοκαίρι στο εξοχικό της πλαστικής κούκλας που τον διδάσκει ότι, αν θέλει να επιτύχει επαγγελματικά, πρέπει να γυμνάζεται περισσότερο και να συμπεριφέρεται σωστά ονλάιν.
Με χαλαρές συνδέσεις μεταξύ τους, οι ιστορίες αυτές έχουν ως κεντρικό θέμα την καθημερινότητα των ηρώων τους· τίποτα σημαντικό δεν συμβαίνει, εκτός από την ίδια τους τη ζωή.

Ελληνική λογοτεχνία

Η νοσταλγία της απώλειας

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

12.33

Οι τριάντα µία διηγήσεις είναι αφηγήσεις προσωπικές, ιστορίες φίλων και περαστικών, εξιστορήσεις που φανερώθηκαν µέσα από καταχωνιασµένα σηµειωµατάρια και το καταστάλαγµα της ζωής. Καταστάσεις πραγµατικές και φανταστικές, ανοµολόγητες και παρανοηµένες, για ανθρώπους που δοκιµάστηκαν στα όρια της ζωής τους. Κοινά στοιχεία των διηγήσεων η µνήµη, ο πόνος και η απώλεια, οι εµµονές του έρωτα, τα ανθρώπινα παθήµατα.

Οι διηγήσεις, σύνοψη και απόσταγµα ζωής, αποτελούν µια αποσπασµατική  μυθοπλασία. Ως αφηγητής δεν θέλησα µόνο να περιγράψω και να στοχαστώ, αλλά να εκτεθώ, να µιλήσω µε ειλικρίνεια, να διηγηθώ ανυπόκριτα µε συγκίνηση και αυτοσαρκασµό, αναζητώντας τη µοναδικότητα του εαυτού µας και την επαφή µε τον αναγνώστη στη χαοτική εποχή µας. Άραγε πόσο αποκαλυπτόµαστε µέσα από τα λόγια και τις ιστορίες µας; Και πότε η ανάκληση µιας ιστορίας γίνεται εκµυστήρευση µε όλο της το κόστος και όχι απλώς  η νοσταλγία της απώλειας;
Θ.Γ.

Ελληνική λογοτεχνία

Ραγιάς. Μέρες και νύχτες 1821

Γιάννης Καλπούζος

16.92

1816-1829. Πάτρα, Τριπολιτσά, Ναύπλιο, Μεσολόγγι…

Αφότου ο Αγγελής βρέθηκε φυλακισμένος στο κοτέτσι του Σαχίν Αγά, το μίσος φώλιασε στην ψυχή του σαν φαρμακερό φίδι.
Κατά την εκρηκτική και συγχρόνως σαγηνευτική πορεία του μπαίνει στη δούλεψη ενός στρυφνού και τσιγκούνη πραματευτή, που σου πουλά κωλοφωτιά για καντήλι. Τον ζώνει το μολυβένιο σύγνεφο της σκλαβιάς και του εξευτελισμού των ραγιάδων. Σμίγει με την Κερασία, όπου στο πρόσωπό της βουτάνε και κολυμπούν τα όνειρα. Απαντιέται με κοτζαμπάσηδες, κολίγους και συμπολεμιστές, που είναι πιότερο από αδέρφια και γυναίκα την ώρα της μάχης, ενώ ένα τρομαγμένο Τουρκόπουλο γαντζώνεται πάνω του.

Στον δρόμο του και δύο γέροντες, οι οποίοι ξεψαχνίζουν το κίνητρο για καθετί μα και τη γλυκιά και φαρμακερή ουσία του «εγώ», η πλανεύτρα Ασπασία, διαβολικοί ξένοι, ντόπιοι τυχοδιώκτες, ο επί τριάντα έξι χρόνια αμίλητος Συμεών, ένας καβαλάρης που σώζει αιχμάλωτες Τουρκοπούλες και ο τρανότερος οχτρός του λεύτερου ανθρώπου, ο φόβος.

Ο Αγγελής βιώνει το μεγαλείο και τη σκοτεινή πλευρά του ματοβαμμένου Εικοσιένα, γκρεμίζοντας μυθεύματα και φανερώνοντας καταχωνιασμένες αλήθειες. Σφιχταγκαλιάζεται με τη φωτιά του ξεσηκωμού, μεταβολίζει την αγριότητα σε ελπίδα, λύτρωση και γλυκασμό, και βροντοφωνάζει: «Θέλω να μην είμαι ραγιάς σε κανέναν. Ραγιάς σε τίποτα!»

Ελληνική λογοτεχνία

Η ανάσα των δίπλα

Αντώνης Γεωργίου

15.90

«έναν τίποτε είμαστεν
τζαί θαρκούμαστεν
ότι εννά φάμεν τον κόσμον ούλλον»

«είδε ξαφνικά μια μπότα να τον κλοτσά και υποκόπανους όπλων να τον χτυπάνε, τον τράβηξαν σαν σακί για να τον παρατήσουν μαζί με άλλους σ’ ένα χωράφι κάτω από τον ανελέητο ήλιο, το αίμα έτρεχε»

«τρώγανε κοτόπουλο Κιέβου, γαρίδες και φυσικά σούπα μπορς παρακολουθώντας τους ντόπιους, εντελώς παλιομοδίτες κι αυτοί μέσα στα γκρίζα τους κοστούμια, να χορεύουν σπαρακτικά σαχλά ποπ τραγουδάκια του συρμού, κουνώντας γοφούς, χέρια, πόδια τόσο έντονα, λες κι είχαν ξεχαρβαλωθεί»

«τόσο κοινότοπα όλα τούτα, ελαφριά σαν ζωή»

Ελληνική λογοτεχνία

Ο κουρσάρος Πέδρο Καζάς

Φώτης Κόντογλου

10.98

Αναστατική έκδοση της 3ης και οριστικής έκδοσης του 1944. Η έκδοση συνοδεύεται από επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, όπου θα παρουσιάζεται η εκδοτική ιστορία του βιβλίου.

Το 1922, τη μαύρη χρονιά της Μικρασιατικής Καταστροφής, ένας από τους πρόσφυγες που περνάει απέναντι, από το Αϊβαλί στη Μυτιλήνη, είναι ο Φώτης Κόντογλου. Το ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τον οριστικό ερχομό του Φώτη Κόντογλου στην Ελλάδα, θα εκδώσει, μέσα στην επετειακή χρονιά, τα εξής πέντε βιβλία του: Ο κουρσάρος Πέδρο Καζάς, Βασάντα, Ο Θεός Κόνανος, Ιστορίες και περιστατικά και Το Αϊβαλί η πατρίδα μου.

Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος

40.28

Σκοτείνιαζε. Το ουαί σου το μεγάλο πανί ήταν αφημένο λάσκο
Ορίζοντας απολιθωμάτων. Περίοδος εξαφανίσεων
ή
Στις διαβάσεις όπου δεν υπάρχει πατρίδα
Ανάμεσα στους κόσμους που ενώνω […]

 

Κυκλοφορεί στις 4.5.22

Ελληνική λογοτεχνία

Ονειρεύτηκα τη Διδώ

Λένα Διβάνη

15.93

«Εγώ σ’ όλη μου τη ζωή πήγαινα ασορτί με την Ελλάδα. Δράμα αυτή; Δράμα κι εγώ. Αδύνατον να ξεσπάσει καταιγίδα στη χώρα και να μη βρεθώ στο κέντρο της εγώ».
Διδώ Σωτηρίου

Μέσα στον ζόφο των αλλεπάλληλων κρίσεων ένιωσα ξαφνικά την έντονη ανάγκη να ανασάνω λίγο φρέσκο αέρα, να αισιοδοξήσω. Αποφάσισα λοιπόν ότι είχε έρθει η ώρα να ξαναζωντανέψω το ίνδαλμά μου, τη Διδώ Σωτηρίου. Είναι άδικο να τη λησμονούν σιγά σιγά οι παλιότεροι και να την αγνοούν τελείως οι νεότεροι. Δεν υπήρχε άλλη σαν κι αυτή τη γυναίκα-πολεμίστρια του καλού που διέσχισε ολόκληρο τον 20ό αιώνα, βρέθηκε στο επίκεντρο κάθε ελληνικής τραγωδίας (από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τη χούντα) και κατάφερε να δρασκελίσει όλα τα ερείπια φορώντας το αιώνιο χαμόγελό της, κόκκινο μπερέ, κολιέ και άρωμα. Άρχισα αμέσως την έρευνα (με αφορμή την οποία εν τέλει εμπνεύστηκα το βιβλίο Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας) και ευτυχώς, γιατί χάθηκαν εν τω μεταξύ η Άλκη Ζέη κι ο Νίκος Μπελογιάννης, οι μοναδικοί επιζώντες που την ήξεραν από την καλή και την ανάποδη.

Ελπίζω ότι έγραψα μια εντελώς υβριδική βιογραφία με τον χαρακτηριστικό τίτλο Ονειρεύτηκα τη Διδώ. Γιατί πράγματι την ονειρεύτηκα ολοζώντανη, ακαταπόνητη και γελαστή, όπως ήταν πάντα, να μου διηγείται με το νι και με το σίγμα τη ζωή της που ήταν αγρίως απίθανη!
Λ. Δ.

Χριστίνα Φίλιου

20.03

Μέσα από το φακό της «μικροϊστορίας» ενός Φαναριώτη, του Στέφανου Βογορίδη, που έμεινε πιστός στον σουλτάνο (παρότι ο αδερφός του υπήρξε ένθερμος οπαδός της ελληνικής επανάστασης και επιστήθιος φίλος του Κοραή), το βιβλίο ανιχνεύει τη «μεγάλη», συναρπαστική και από πολλές απόψεις άγνωστη ιστορία της φαναριώτικης κοινότητας –μιας από τις πιο προβεβλημένες και πιο ιδιότυπες ελίτ των Βαλκανίων– σκιαγραφώντας τα ευρύτατα δίκτυα, υπεράνω εθνοτικών, θρησκευτικών και θεσμικών συνόρων, στα οποία κινήθηκε.

Ρίχνει έτσι νέο φως στην κρίση και τη μεταβολή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις αρχές του 19ου αιώνα, μια κρίσιμη περίοδο που σηματοδοτεί τις παραμονές των δυτικότροπων μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ και τις απαρχές τριών διακριτών ιστοριών: του εθνικισμού στα Βαλκάνια, του αυτοκρατορικού εκσυγχρονισμού στην Κωνσταντινούπολη και της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας στη Μέση Ανατολή. Το αποτέλεσμα είναι μια ευρέος φάσματος ανάλυση της διακυβέρνησης ως ζωντανής εμπειρίας σε μια ιστορική στιγμή κατά την οποία φαίνεται να απουσίαζε ένα σαφές σχέδιο εξουσίας.