Βλέπετε 1–12 απο 122 αποτέλεσματα

Ελληνική λογοτεχνία

Κιθαιρώνας

Νίκος Α.Μάντης

20.00

Οι γυναίκες των Θηβών εξαφανίζονται η μία μετά την άλλη, χτυπημένες από μια καινούργια ασθένεια που ονομάζεται «μαιναδισμός». Η φήμη θέλει έναν νέο θεό, το Διόνυσο, να βρίσκεται στη Θήβα, και κανείς δεν είναι ασφαλής. Πάνω απ’ όλους ανησυχεί ο βασιλιάς Πενθέας, ξάδελφος του Διόνυσου και υπέρμαχος του νόμου και της τάξης.

Όταν η Ιόλη, μια νεαρή πρώην δούλη παντρεμένη με το στρατιώτη Μένιππο, αισθάνεται τα πρώτα συμπτώματα της ασθένειας, αρχίζει να φοβάται το θηρίο που ελλοχεύει μέσα της. Αργά ή γρήγορα θα κληθεί να αφήσει πίσω το σπίτι και την πόλη της, για χάρη μιας ξέφρενης πορείας στα δάση του Κιθαιρώνα. Η επιλογή της θα αλλάξει για πάντα τη ζωή της, μαζί με όλο τον κόσμο που την περιβάλλει.

Μια επαναπροσέγγιση του μύθου των Βακχών, όπου η μυθολογία, ο θρύλος και η Ιστορία συναντούν τη λογοτεχνία του φανταστικού, τον ακραίο ερωτισμό και τον σωματικό τρόμο. Ένα ψυχαναλυτικό παραμύθι, όπου ο φεμινισμός μπερδεύεται με τις αρχέγονες λατρείες, μέσα απ’ τα μάτια γυναικών που γίνονται ταυτόχρονα ηρωίδες, θεές και τέρατα. Ένα ταξίδι στα βάθη του παρελθόντος και του εαυτού μας.

Ελληνική λογοτεχνία

Το χάδι

Αλέξανδρος Στεφανίδης

8.50

“Θυμήθηκε την τελευταία φορά που ένιωσε τη ζεστασιά της στο σώμα του. Ήταν έξι χρονών και βρίσκονταν σε μια συγγενική επίσκεψη. Τον είχε όρθιο στην αγκαλιά της, ανάμεσα στα πόδια της, με την πλάτη γυρισμένη, και του δάγκωσε χαδιάρικα το αυτί. Ένιωσε την υγρασία των χειλιών της να τον πλημμυρίζει. Χρόνια κρατούσε ζωντανή τη μνήμη από το υγρό χάδι της.”

Το χάδι, ως διαρκής έλλειψη και αναζήτηση, διατρέχει το βιβλίο, το οποίο συντίθεται από δώδεκα διηγήματα, σπαράγματα ζωής της παιδικής και εφηβικής ηλικίας του αφηγητή, σε κάποιο ορφανοτροφείο της Αθήνας.
Ο αφηγητής, ώριμος και νηφάλιος πια, αποτολμά το συγκερασμό του παρόντος και του παρελθόντος χρόνου, αναπτύσσοντας μια ιδιότυπη αποστασιοποιημένη μνημοτεχνική, που του επιτρέπει, μέσω της κινηματογραφικής εικονοποιίας και της ελλειπτικής καταγραφής, να ψαύσει -ως παιδί και ως ενήλικος- το αληθινό πρόσωπό του.

Ελληνική λογοτεχνία

Άπαντα

Πάνος Κουτρουμπούσης

39.00

Παναγιώτης Κουτρουμπούσης, έλκων την καταγωγήν από Άνω Μουσουνίτσα Παρνασσίδος (τώρα, χωρίον Αθανάσιος Διάκος)… κι απέ: Σουρρρεαλισμός εν τω γίγνεσθαι!!!…

Κάποτε, λοιπόν, γύρω στα μέσα των ’60s -αν δεν απατώμαι!- ταξιδεύαμε με τον Παναγιώτη, με αυτοκίνητο, κι είχαμε μόλις περάσει τα Ιταλο-Γαλλικά σύνορα, παραλιακά, προς Κυανή Ακτή… Μπαίνοντας στη Γαλία, μου λέει: “Μόλις βρούμε μια τράπεζα, να σταματήσουμε περικαλώ, ν’ αλλάξω κάτι λιρέττες που μου ‘χουνε μείνει, σε Γαλλικά φράγκα” (Τότε ακόμα, στην Ευρώπη, η κάθε χώρα είχε το δικό της νόμισμα!)… Ο.Κ., πράγματι, βρίσκουμε σε λίγο μια τράπεζα, σταματάω, βγαίνει ο Παναγιώτης, μπαίνει στην τράπεζα, και γυρίζει μετά από λίγο, τρεχάτος και χεσμένος στα γέλια!!!… “Τι έγινε ρε συ;” τον ρωτάω, και εξακολουθώντας να γελάει μου δείχνει το διαβατήριό του, και την απόδειξη της συναλλαγής… Στο διαβατήριο, βέβαια, έγραφε το όνομά του με λατινικά, “Panayote Koutrouboussis”, το οποίον η ταμίας, στην τράπεζα, είχε αντιγράψει στην απόδειξη ως “Pavejnolus Clardeluna”!!!…

Έκτοτε, πάντα έτσι υπέγραφε στην σποραδική αλληλογραφία μας!

Ελληνική λογοτεχνία

Μπρούτζινος

Δημήτρης Μανιάτης

10.60

Ο Μπρους Λι. Η οδός Φυλής. Ένας νάνος που λέει τα κάλαντα. Ένας γυμνιστής που μένει έξω απ’ το σπίτι του. Ένας ακέφαλος περαστικός. Τενίστες που γλυτώνουν το λιντσάρισμα σε μια συναυλία. Μια στρίπερ. Ο νεκρός με τις μπότες. Μια άχρηστη εφημερίδα που τυλίγει ψάρια. Το Τροπάριο της Κασσιανής. Ένα μπαλκόνι για οφθαλμόλουτρο. Ένας μπρούντζινος νάρκισσος στην Πανεπιστημίου. Η αυξητική γλουτών. Ένα παλιό σινεμά. Ο Λυκαβηττός. Δεκάξι διηγήματα μικρής φόρμας. Μικρές ιστορίες, σαν φέτες ζωής ή σαν μικρά όνειρα που καταγράφηκαν πυρετικά λίγο πριν τελειώσουν. Πικρά, αστεία, γλυκόπικρα, αδιάφορα, στιγμιότυπα μιας ζωής που χάνεται, μιας ζωής που ανατέλλει, μιας ζωής που δεν υπήρξε ποτέ ή απειλητική εδώ γύρω μας κυκλώνει.

Ελληνική λογοτεχνία

Μπέμπης

Θωμάς Κοροβίνης

16.50

O Δημήτρης Στεργίου, γνωστός ως Μπέμπης (Πειραιάς 16.4.1927-24.12.1972), υπήρξε μια ιδιότυπη πρωταγωνιστική φυσιογνωμία της ελληνικής λαϊκής μουσικής που, λόγω της ιδιοφυΐας, της μόρφωσης, της απαράμιλλης δεξιοτεχνίας του στο μπουζούκι και στην κιθάρα, της καθηλωτικής γοητείας του και της αυτοκαταστροφικής αγωνίας του, απέκτησε, τόσο εν ζωή όσο και μετά θάνατον, διαστάσεις θρύλου.

Ο Θωμάς Κοροβίνης, έχοντας μελετήσει τα υπάρχοντα στοιχεία της εργοβιογραφίας και της καλλιτεχνικής διαδρομής του και «συνομιλώντας» για χρόνια με την προσωπικότητά του, παρουσιάζει ένα εκτενές λογοτεχνικό πορτραίτο του, μια αυτοαναφορική εξομολόγησή του, με αποδέκτη έναν φανταστικό επιστήθιο φίλο του μα και όλους μας. Μέσα από την αφήγηση αναδεικνύονται σημαίνοντα πρόσωπα της λαϊκής μας μουσικής, εμβληματικά τραγούδια, ανάλυση χαρακτήρων συνθετών, στιχουργών, ερμηνευτών και θαυμαστών του τραγουδιού, η ανθρωπογεωγραφική σύνθεση του Πειραιά της εποχής του καλλιτέχνη, η ζωή των μουσικών μας στην Κατοχή και στη μεταπολεμική Ελλάδα, και στα αμερικανικά κέντρα διασκέδασης, με ιδιαίτερη έμφαση στο «αγγελικό και μαύρο φως» που σφραγίζει την ψυχική ιδιοσυστασία αυτού του μοναδικού και ανεπανάληπτου «αριστοκράτη μάγκα».

Άρης Αλεξανδρής

12.96

Μόλις τελείωσε το σχολείο, ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής ήξερε ότι ήθελε να ξεφύγει: από την Κομοτηνή, μία πόλη που αποτελείται «από μία πλατεία και ένα σιντριβάνι»· από τη μητέρα του, που όλη την ώρα καθάριζε ένα σπίτι με παλιά και βαριά έπιπλα· από τον πατέρα του, που το μυαλό του βρισκόταν συνέχεια σε ένα γελοίο μαγαζί με καλτσόνε· από μία βαρετή ζωή. Γι’ αυτό και όταν επιτέλους μετακόμισε στην Αθήνα, ο Ιγνάτιος αποφάσισε να γίνει ένας άλλος άνθρωπος.

Ως φοιτητής πια, είναι πρωτόγνωρα χαρούμενος. Όλα τού φαίνονται «τρελά» και τα απολαμβάνει αχόρταγα. Όμως, όσο περισσότερο εξερευνά ο Ιγνάτιος τη νέα του ζωή, τόσο δυσκολότερη μοιάζει να γίνεται. Η νέα του φίλη, η Βιργινία, είναι πλασμένη από αλλόκοτα υλικά. Γιατί, ο κύριος Μαρκέζε; Πολύ περίεργη περίπτωση εργοδότη. Για να μη μιλήσουμε για τον κύριο Γόπα: ο άνθρωπος θέλει συνέχεια κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο! Ο Ιγνάτιος δεν θέλει με τίποτα να αποτύχει η νέα του ζωή στην Αθήνα. Προσπαθώντας όμως να εξαντλήσει όλες του τις δυνατότητες, εξαντλείται ο ίδιος. Και καθώς βλέπει τον εαυτό του να αλλάζει μέσα σε έναν αχανή ψηφιακό κόσμο όπου όλα είναι πιθανά, μαθαίνει από πρώτο χέρι τι θα πει να χάνεις τα πάντα.

Ελληνική λογοτεχνία

Εξοδόχαρτο

Βαγγέλης Σιαφάκας

17.70

Οι μικρές ιστορίες που συγκέντρωσε ο Βαγγέλης Σιαφάκας στο Εξοδόχαρτο, γραμμένες με κέφι και συνδυάζοντας το πραγματικό με το φανταστικό, μπορούν να διαβαστούν και σαν απολογισμός ζωής. Ο κύκλος ανοίγει με τον συγγραφέα μικρό μαθητή στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία, περιλαμβάνει περιστατικά της εφηβείας, ανθολογεί επεισόδια από τις σπουδές και την πολιτική δράση στην Ιταλία, από τη δημοσιογραφική και την οικογενειακή ζωή, όχι σε χρονολογική σειρά, αλλά ενταγμένα σε θεματικές ενότητες. Κυρίαρχη θέση έχει βέβαια η επικαιρότητα, με τις πρωτοφανείς συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού.
Το χιούμορ που διατρέχει τις ιστορίες του είναι αναμφισβήτητο, όπως κι ένας γλυκόπικρος σαρκασμός: θεωρεί ότι η Ιστορία έχει μετατραπεί σε φάρσα και στρέφει συχνά το βλέμμα στο παρελθόν, τότε που τη λαμπερή νεότητα καταύγαζε ο αστερισμός των ιδεών.

Στο Μοναστηράκι, με κυρίαρχο έναν αδυσώπητο ρεαλισμό, κυλάει ένα ποτάμι ταπεινών πραγμάτων, χειρονομιών, στάσεων, ματαιώσεων και πικρίας. Η ματιά του συγγραφέα στέκεται στα ευτελή και καθημερινά που καταβάλλουν τους ήρωές του χωρίς καταγγελτική και διδακτική διάθεση, μιλώντας μια γλώσσα ζωντανή και ανεπιτήδευτη. Όμως η ζωή, με τις κακοτοπιές και τις ανατάσεις της, ολοκλήρωσε τον κύκλο της. Ο χρόνος έχει πάντα το πάνω χέρι. Και ο Βαγγέλης Σιαφάκας είναι αλλού.

Ελληνική λογοτεχνία

R.I.F., ο θάνατος στο φέισμπουκ

Μαρία Γιαγιάννου

13.00

Ο θάνατος, η γραφή και το κοινωνικό δίκτυο φτιάχνουν τη θεματική πλεξίδα του R.I.F. (Rest In Facebook). Όταν ο χρήστης εγκαταλείπει τα εγκόσμια, τι συμβαίνει με την ψηφιακή του παρουσία; Τι κουστούμι φοράει ο θάνατος στο Ίντερνετ; Γιατί κοινοποιούμε το πένθος μας; Είναι η γραφή μια αποτελεσματική στρατηγική επιβίωσης; Μήπως τελικά θα ζήσουμε για πάντα;

Το R.I.F. είναι ένα πολυμορφικό πεζό, που αναμειγνύει τη μυθοπλασία με το δοκίμιο και τη σάτιρα με το επιτάφιο επίγραμμα. Μια στοχαστική περιπέτεια σπασμένη σε μικρότερες αυτοδύναμες παρατηρήσεις πάνω στην επιδραστικότητα του κυρίαρχου social medium της καθημερινότητάς μας. Κάθε τόσο ο αναγνώστης ξεκουράζεται πάνω από τους (επινοημένους) τύμβους ανθρώπων που πέρασαν από τη ζωή και τους άδραξε το ψηφιακό νεκροταφείο. Δώδεκα συν ένα επιγράμματα παρεμβάλλονται στην αφήγηση και παρουσιάζουν στον διαβάτη της ανάγνωσης τις αντίστοιχες φανταστικές προσωπικότητες που, αν και πέθαναν, συνεχίζουν να ζουν.

Ελληνική λογοτεχνία

Η εποχή του ταράνδου

Σπύρος Βγενής

10.98

Αγόρια και κορίτσια, γέροι, θεατράνθρωποι, γκραφιτάδες, ηδονοβλεψίες. Άνθρωποι που ξεχνούν και άνθρωποι που θυμούνται, άνθρωποι που δεν έχουν πού να πάνε και άνθρωποι που έχουν πού να πάνε αλλά δεν έχουν τι να κάνουν, άρρωστοι άνθρωποι, υπεράνθρωποι, άνθρωποι που προσπαθούν να φύγουν απ’ την πόλη μα καταφέρνουν μονάχα να ονειρευτούν την εξοχή. Με ρεαλισμό, οξυδέρκεια και χιούμορ, ο Σπύρος Βγενής οργανώνει θραύσματα από παράδοξα περιστατικά, ημιτελείς διαλόγους και ανολοκλήρωτες ιστορίες, αφηγήσεις σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο, αφηγήσεις μέσα από την παρέα.

 

 

Ελληνική λογοτεχνία

Η μεταμόρφωση της

Αμάντα Μιχαλοπούλου

14.00

«Ένα πρωί που ξύπνησε από εφιάλτη, η Σάσα ανακάλυψε πως είχε μεταμορφωθεί σε άντρα». Έτσι ξεκινάει η εξωφρενική περιπέτεια της νεαρής ηρωίδας, μιας φοιτήτριας που έχει γαλουχηθεί με τα θηλυκά πρότυπα της αυτοθυσίας και της υπακοής. Πώς θα ξανασυστηθεί στους φίλους, στους γονείς, στον τρομακτικό καθηγητή της; Θα καταφέρει να ξαναβρεί τον εαυτό της μέσα στο καινούργιο άγνωστο σώμα της; Και μάλιστα σ’ έναν κόσμο όπου ο Κατακλυσμός έχει ήδη συμβεί, ξηλώνοντας τα θεμέλια της κοινωνίας; Με άλλα λόγια, μπορεί να υπάρξει έρωτας, ελπίδα και πρόοδος μετά την κατάρρευση των καθορισμένων κοινωνικών ρόλων;

 Η Αμάντα Μιχαλοπούλου έγραψε μια νουβέλα ενηλικίωσης για το τέλος των φύλων και την ερμαφρόδιτη φύση του ανθρώπου και ταυτόχρονα την ιστορία μιας μετα-Εδέμ, του τέλους του κόσμου όπως τον ξέρουμε. Η μεταμόρφωσή της είναι ένα εξαιρετικά επίκαιρο βιβλίο, που παλεύει λυσσαλέα με τα στερεότυπα των φύλων, της οικογένειας, της σεξουαλικής αγωγής, της αυθεντίας κάθε είδους και αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός μάς έχει μάθει να αναζητάμε την ευτυχία.

Ελληνική λογοτεχνία

Ο λαβύρινθος

Πάνος Καρνέζης

14.94

Σεπτέµβριος 1922. Ενώ ο ελληνικός στρατός εγκαταλείπει τη Μικρασία, µια αποδεκατισµένη µεραρχία περιπλανιέται ακόµα στην έρηµο της Ανατολίας. Οι ελπίδες για σωτηρία λιγοστεύουν και η απελπισία των στρατιωτών αυξάνεται, ενώ ο ηλικιωµένος διοικητής τους πενθεί ακόµα τον θάνατο της συζύγου του και βρίσκει καταφύγιο στην αγάπη για τη µυθολογία και τον εθισµό στη µορφίνη. Η τύχη των περιπλανώµενων φαίνεται να αλλάζει όταν φτάνουν σε µια µικρή πόλη που δεν έχει αγγίξει ο πόλεµος. Αλλά η µεραρχία δεν έχει ξεφύγει από τις Ερινύες της…

Ελληνική λογοτεχνία

Λάδι σε καμβά

Αλέξης Πανσέληνος

11.97

Καλοκαίρι 1966.

Ο Σπύρος, µαθητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, περνά τις διακοπές του φιλοξενούµενος από την οικογένεια ενός ζωγράφου στο νησί. Είναι ένα σηµαδιακό καλοκαίρι, όχι µόνο για τον ίδιο αλλά και για την οικογένεια που τον φιλοξενεί. Λίγο αργότερα, ο Απρίλιος του ’67 αλλάζει τα πάντα στη ζωή του.
Η ιστορία του Σπύρου είναι η ιστορία και πολλών άλλων της γενιάς του. Είναι η ιστορία ενός νεαρού ζωγράφου που αρνήθηκε να προδώσει την παρέα του αλλά πρόδωσε το όνειρό του.

Τότε, µέσα της δεκαετίας του ’60, ο κόσµος όλος ήταν όπως εµείς – είκοσι χρονών. Μαζί µε εµάς είχε ξαναγεννηθεί η ζωή, όλα είχαν αλλάξει, ακούγαµε τα νέα τραγούδια που έπαιζαν στις µπουάτ της Πλάκας, τον Τιπούκειτο, την Απανεµιά, το Συµπόσιο, τη Ρουλότα και ένα σωρό άλλες. Αντί για τις ντιζέζ µε τα µικρόφωνα, νέοι τραγουδιστές, κορίτσια και αγόρια που θα µπορούσαν να είναι συµµαθητές µας στη Σχολή, παιδιά κι εκείνα σαν εµάς, µε φωνές απλές, χωρίς στόµφο, έλεγαν τα καινούργια τους τραγούδια πάνω σε στίχους που είχαν καθαρή ποίηση. Το φως µιας επανάστασης αχνόφεγγε, ο παλιός κόσµος βούλιαζε και εµείς, αποµακρυσµένοι από το όλο και πιο απρόσωπο κέντρο της πόλης, κρυµµένοι στις παραµεληµένες γειτονιές της, φέρναµε τον καινούργιο.