Βλέπετε 1–15 από 368 αποτελέσματα

Ελληνική λογοτεχνία

Ελληνική λογοτεχνία

Το χρονικό μιας διαβολούπολης

Σοφία Αυγερινού

Όταν ο περιπλανώμενος θίασος της Σιμύρνας εγκαθίσταται στη φιλήσυχη Αγαθούπολη, κανείς δεν φαντάζεται τις ανατροπές που θα προκύψουν από τη συνύπαρξη των αχαλίνωτων καλλιτεχνών με τους νομοταγείς πολίτες. Και ποιος θα μπορέσει να αντισταθεί στους πειρασμούς της απόλυτης ελευθερίας και της υποκριτικής αγαθότητας; Μια θεατρική παράσταση παρασύρει το πλήθος σε πρωτοφανείς βιαιότητες, ένα στυγερό έγκλημα οδηγεί την πόλη στο χάος, οι άδολες ψυχές παραπαίουν και το πεπρωμένο περιφέρεται παντοδύναμο και ανίσχυρο ανάμεσα στα παραπήγματα της Διαβολούπολης των θεατρίνων και των τρελών – στο Κουκούι. «Πόσες, πόσες ζωές μπορώ να ζήσω, πείτε μου, σύντροφοι. Πείτε μου, κι εγώ θα τις ζήσω τριπλές! Γλυκός, ζεστός ο ήλιος πάνω στο κορμί, ο άνεμος δύναμη μες στα μαλλιά μου, πικρό και μαλακό το σκοτάδι του έρωτα και λίγη η χαρά. Λίγη. Πάρε με, ήλιε, τι προσμένεις; Τι κι αν πλησιάζει ο θερισμός, πάρε με συ και κάνε με αφρό και κάνε με γλάρο. Μεγάλος ο εχθρός σαν τον κοιτάς από τ’ αμπάρι μέσα στην καταχθόνια νυχτιά, μα φίλος γίνεται ψηλά στ’ άρμενα σαν κρεμιέσαι. Πήγαινε συ σαν μαύρο βέλος, αγαπημένη, και άσε με στο στόχαστρο των άστρων να γελώ!» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

13.19

Ελληνική λογοτεχνία

Ο άλλος Λάζαρος

Σοφία Αυγερινού

Ο Λάζαρος είναι ένας άνθρωπος φτωχός και αθώος. Τόσο αθώος που χάνει δουλειά και σπίτι και περιφέρεται άστεγος με τη γυναίκα του, έχοντας δώσει την έφηβη κόρη του ως αντάλλαγμα για τα χρέη που τον πνίγουν. Τόσο φτωχός που δεν μπορεί ούτε να διαμαρτυρηθεί για τις συμφορές και τις αδικίες. Μόνο σωπαίνει. Μέχρι που του δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία να μιλήσει, να εκδικηθεί, να διεκδικήσει. Μια δεύτερη ζωή. Και μια τρίτη. Πόσο χρειάζεται ένας άνθρωπος για να βρει τη φωνή που έχει χάσει; “Ο τελώνης του παρέδωσε δυο-τρία χαρτιά με υπογραφές και σφραγίδες. Διαταγή πληρωμής. Κατάσχεση. Τρεις μέρες προθεσμία. Έστεκε όρθιος και παρίστανε πως διάβαζε κάτι χθεσινές εφημερίδες. Ο πλούσιος είχε καρφώσει τα μάτια στην πόρτα και περίμενε. Ο Λάζαρος ήξερε τι περίμενε και ήξερε επίσης πως έπρεπε κανονικά να τον πετάξει έξω. Ωστόσο αποφάσισε να δει πού θα πήγαινε το πράγμα. Όταν ήταν ώρα για μεγάλες αποφάσεις, ο Λάζαρος το έσκαγε από την πίσω πόρτα και άφηνε κάποιον άλλο Λάζαρο να παρακολουθεί στη θέση του”. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

14.40

Ελληνική λογοτεχνία

Τρεις κόρες

Σοφία Αυγερινού

Μπορούμε να γυρίσουμε πίσω το ρολόι, σ’ εκείνη τη στιγμή που διαπράξαμε το θεμελιώδες λάθος; Είναι η ζωή κύκλος αιώνιας επανάληψης, ή μοναδική παράσταση χωρίς σενάριο και χωρίς πρόβα; Τρεις κόρες χαμένες, η Αρετή, η Σιράν, η Ευρυδίκη. Τρεις και μυριάδες αποχωρισμοί, και το αβέβαιο χώμα της πατρίδας. Ένας διευθυντής μουσείου αναγκάζεται να θάψει τα αρχαία αγάλματα, και ο Νικόλας, άνεργος και ανέστιος στα σαράντα, αποφασίζει να πραγματοποιήσει το ταξίδι με το τρένο από το Βελιγράδι μέχρι το Βερολίνο, αυτό που δεν είχε τολμήσει στα είκοσι. Ανακαλύπτει από την αρχή το νόημα του οικείου και του ξένου, και συναντά, χωρίς ποτέ να το μάθει, το παρελθόν του, σε μια περιπλάνηση που κάνει τον ξενιτεμό να μοιάζει γυρισμός. “…για δες, πάντα χαμένοι οι Έλληνες, αναγκασμένοι να σκύβουν κάτω, να γυρνάνε πίσω, κάτω στη γη τους, πίσω στους γονιούς τους, πίσω στα παιδιά τους, οι Έλληνες είναι δεμένοι με κάτι από τα παλιά, και την ελευθερία τη βλέπουν σαν επανάληψη του αρχαίου μεγαλείου, της μητρικής αγκαλιάς, της ανοιχτής θάλασσας που τους καταπίνει στο τέλος και τους αποθέτει στον βυθό της ιστορίας, εκεί όπου αισθάνονται σαν στο σπίτι τους, παρέα με σκουριασμένες περικεφαλαίες και σπασμένα κιονόκρανα, πρασινισμένα από την υγρασία…” (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

14.90

Ελληνική λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις

Σοφία Αυγερινού

Οι τακτικές επισκέψεις της αφηγήτριας στο σπίτι των τυφλών συγγενών της μετατρέπονται σε εναγώνιες προσπάθειες να σώσει τον γιο τους από την ψυχική κατάρρευση, όταν εκείνος αρχίζει να σημειώνει ανύπαρκτες λέξεις σε χαρτάκια και να τα κολλάει παντού μέσα στο διαμέρισμα. Η προσπάθειά του να θυμηθεί κάποια λέξη από τα όνειρά του, μια λέξη που «θα του αλλάξει τη ζωή», θα οδηγήσει εκείνον και την εξαδέλφη του στο σκοτάδι του άρρητου, στη γιατρειά της γραφής και σε μια πορεία αυτογνωσίας, όπου η σιωπή, οι λέξεις και οι ήχοι συνενώνονται και γίνονται γέφυρα για μια πιθανή λύτρωση. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

14.00

Ελληνική λογοτεχνία

Επί σκοπώ πλουτισμού

Ελισάβετ Χρονοπούλου

Ένα τηλεφώνημα από ένα δημόσιο νοσοκομείο. Ένας άγνωστος νεκρός. Μια διαθήκη. Μια απροσδόκητη κληρονομιά. Κι ένα γράμμα που αποκαλύπτει μια παλιά ιστορία, μια μικρή ιστορία από αυτές που η μεγάλη δεν κατέγραψε, ένα έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο, μια ανεπούλωτη πληγή, μια εξέγερση στο άδικο που πήρε το σκοτεινό μονοπάτι της αυτοδικίας. Ένα γαϊτανάκι βίας που εξερευνά τη διττή δύναμη του αισθήματος δικαίου, τη δύναμη που κάνει τον άνθρωπο «άνθρωπο» αλλά και θηρίο.

Σ’ αυτά τα θολά νερά βρίσκεται παγιδευμένος ο αφηγητής του βιβλίου, σε μια Ελλάδα 80 χρόνων μετά, ανιστόρητο παιδί της λήθης, αντιμέτωπος με ένα άγνωστο παρελθόν που ξυπνάει για να του αποκαλύψει πως είναι κι ο ίδιος μέρος του, πως είναι ο κληρονόμος αυτού του παρελθόντος, πάντα υπήρξε είτε το γνώριζε είτε όχι, επειδή αυτά που έχουν γίνει δεν παύουν να έχουν γίνει μόνο και μόνο επειδή εμείς δεν τα γνωρίζουμε.

 

16.00

Ελληνική λογοτεχνία

Το παιδί

Γιάννης Παλαβός

Παιδιά, γονείς, αλεπούδες, σπουργίτια, χωράφια, άγιοι. Δώδεκα διηγήματα, καρποί μιας κερασιάς που ανθίζει κάτω απ’ το νερό.

Μετά το εμβληματικό Αστείο, ο Παλαβός στρέφει το συγγραφικό του ιδίωμα προς την κατεύθυνση ενός άλλοτε τρυφερού και άλλοτε σκληρού ρεαλισμού, σε μια συλλογή με κοινό παρονομαστή την εντοπιότητα, το παιδικό βλέμμα, τη φύση και τη βία. Το Παιδί κυκλοφόρησε το 2023 στα σουηδικά σε μετάφραση του Γιαν Χένρικ Σβαν –Σουηδού μεταφραστή της Όλγκα Τοκάρτσουκ– και το 2025 στα γαλλικά (μετάφραση: Αν Λορ Μπριζάκ).

10.00

Ελληνική λογοτεχνία

Κακιά

Μίριαμ Γκούρμπα

Είναι κακό να είσαι κακιά; Πόσο κακιά μπορείς να γίνεις; Μπορεί να σε προφυλάξει η κακία από τον μισογυνισμό, των ρατσισμό, την ομοφοβία και κυρίως από τον βιασμό; Κάτι ανάμεσα σε αυτοθεωρία, true crime, μυθιστόρημα κουίρ ενηλικίωσης και ιστορία με φαντάσματα, η “Κακιά” είναι ένα τραγικό και αστείο βιβλίο για τη σεξουαλική βία, τα βιβλία, τη λευκή υπεροχή και τη διαχείριση της ζωής και του τραύματος. «Φερόμαστε με κακία για να προστατευτούμε από τη βαρεμάρα και από όσους θα μπορούσαν να μας κόψουν τα στήθη. Φερόμαστε με κακία για να υπερασπιστούμε τις ομάδες και τους θεσμούς μας. Φερόμαστε με κακία γιατί μας αρέσει να γελάμε. Έχει πλάκα να γίνεσαι κακιά με τα αγόρια και είναι και καθήκον των δευτεροκυματικών φεμινιστριών. Είναι ιερή αποστολή να είσαι αγενής με τους άντρες που το αξίζουν. Η αίσθηση αδερφότητας με άλλες γυναίκες κρύβει πολλή δύναμη αλλά το να γίνεσαι καριόλα σε γεμίζει ζωή. Είναι θεαματικό να είσαι μαλακισμένη.» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

16.01

Ελληνική λογοτεχνία

Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ

Βασίλης Γκουρογιάννης

Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι φτιαγμένος από υλικά υπαρξιακής αγωνίας, ιστορίας, ιδεολογίας, ιδεοληψίας, τέχνης, έρωτα. Τυπικό δείγμα του μετακατοχικού Έλληνα που προσπαθεί με οποιοδήποτε υλικό να καλύψει το προσωπικό και κυρίως το συλλογικό τραύμα.

Η πορεία του μυθιστορήματος αρχίζει από τα χρόνια της Κατοχής, φτάνει σχεδόν στο σήμερα και αντιμετωπίζει τον Εμφύλιο σαν έναν τοκογλύφο που δεν μπορεί κανένας να τον ξεχρεώσει όσο αίμα και μελάνι κι αν τον αφήσει να ρουφήξει από τις αρτηρίες του. Όλα κινούνται με παραισθήσεις και ιδεοληψίες, δεν υπάρχει βεβαιότητα για τίποτε.

Ματαιωμένες ζωές, ιδεολογικές ανατροπές, κωμικές και τραγικές καταστάσεις που εναλλάσσονται απροσδόκητα. Το μυθιστόρημα υποστηρίζεται από αλλήθωρη γλώσσα, αλλού κοιτάζει αλλού δαγκώνει και τρέφεται από τις δικές της σάρκες – εντέλει, περιέχει ευαισθησία και προκλητικότητα, ειρωνεία και ποιητικότητα, σεβασμό και βεβήλωση ιερών και οσίων, φιλοσοφικό στοχασμό. Όλα αυτά κρύβουν στο βάθος έναν ανεκδήλωτο σπαραγμό για την ατομική και συλλογική μοίρα του ανθρώπου.

15.50

Βασίλης Θ. Χατζηϊακώβου

Μπαίνω μια μέρα στον Ναυτίλο και βρίσκω στον πρώτο πάγκο μια παλιά έκδοση του «Παλαιοβιβλιοπώλη Μέντελ» του Στέφαν Τσβάιχ και το ξεφυλλίζω. Γυρίζω προς τον Τσάκαλο που με ρωτάει τι μελετάω με τόση εμβρίθεια και του λέω: «Μπράβο, Τσάκαλε! Επιτέλους, αποφάσισες να βγάλεις την αυτοβιογραφία σου!». Έλαμψε! Δεν έχω ξαναδεί στο πρόσωπό του τόση χαρά και περηφάνια… άρχισε να γελάει ασταμάτητα!

***

Το ακατανόητο θαύμα και το μέγα και παράδοξο μυστήριο του χώρου του βιβλίου ΓΕΩΡΓΙΟΣ του ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΣ έκλεισε πίσω του μια βαριά σμιλεμένη για αιώνες χρυσοποίκιλτη πόρτα και τη σφάλισε με μάνταλο βαρύ! Ο τελευταίος κατ’ ουσίαν Τιτάνας του βιβλίου, ο σημαντικότερος βιβλιοπώλης των τελευταίων πενήντα ετών που γνώριζε και ζούσε για το βιβλίο στην ολότητά του!

10.00

Ελληνική λογοτεχνία

Τα κλεμμένα σταφύλια

Γιώργος Μολέσκης

Ο Όμηρος Αρτεμίου μεγαλώνει στη Λύση, ένα ζωντανό αλλά ταραγμένο χωριό της κυπριακής υπαίθρου, την περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ και των πρώτων χρόνων της ανεξαρτησίας.

Ανάμεσα στην ανασφάλεια της εποχής, τις δυσκολίες της οικογένειας και τα πρώτα σημάδια ενηλικίωσης, προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του και να χαράξει τον δικό του δρόμο.

Πηγαίνοντας στην Αμμόχωστο για δουλειά, γνωρίζει τη σκληρότητα της καθημερινής βιοπάλης αλλά και τις πρώτες του αγάπες, τις απογοητεύσεις και τα διλήμματα που θα καθορίσουν τον χαρακτήρα του. Όσα βιώνει θα τον οδηγήσουν σε μια βαθιά προσωπική αναμέτρηση με τον εαυτό του και την πραγματικότητα της εποχής.

Με αμεσότητα και εσωτερικό ρυθμό, η ιστορία αποτυπώνει την πορεία ενός νέου προς την ωριμότητα, φωτίζοντας μια κρίσιμη περίοδο της κυπριακής ιστορίας με ευαισθησία και αλήθεια.

13.78

Νίκος Βέλμος

Η ανθρωπότης έχει σαπίσει από τα νεύρα της -αιώνες τώρα-, για τούτο βαδίζει προς την ηλιθιότητα. Ζούμε προσποιητά. Μας λείπει ο πραγματικός εαυτός μας. Οι περισσότεροι γεννιόμαστε δίχως αυτόν, κι όσοι γεννιούνται μ’ αυτόν πεθαίνουν μ’ άλλον. Μακριά, μακριά όσοι δεν μπορούν να επαναστατήσουν για την ευτυχία της ανθρώπινης φυλής, μακριά όσοι δε θυσιάζονται για την πίστη τους, μακριά όσοι ζητιανεύουν τη λύπη του άλλου. Αγαπώ τη δυστυχία μου σαν ευτυχία και δεν την ανταλλάζω με όλων των ειδών τις σημερινές εκτιμήσεις και αναπαύσεις, γιατί αυτή μου είπε πως υπάρχει ευτυχία, γιατί αυτή μου ‘δειξε το δρόμο που οδηγεί στην ευτυχία. Δεν υπάρχει πλέον κακό πλάσμ’ από τον άνθρωπο, και ιδίως απ’ τον σημερινό, το τελευταίο γέννημα του πιο σάπιου αιώνα· ως και τα σκυλιά διέφθειρε, μαθαίνοντά τα κι αυτά ν’ αγαπούν ορισμένους ανθρώπους. Επαναστατώντας δεν θα ελευθερώσει μοναχά τον εαυτό του, αλλά και τα ζώα. […] (“Κοινωνικό βιβλίο”, από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

12.00

Ελληνική λογοτεχνία

Κόκκινες ιστορίες

Στρατής Μυριβήλης

Tρεις ηθογραφίες με άξονα το νησί του, τη Λέσβο («Η χτικιάρα», «Το Μίζερο», «Μια παλιά ιστορία»), δύο πολεμικά αφηγήματα («Το εθελοντικό», «Κιλκίς») και δύο αλληγορικοί μύθοι («Δυο μύθοι: Ι, ΙΙ») απαρτίζουν τα περιεχόμενα της συλλογής διηγημάτων Κόκκινες ιστορίες, του πρώτου λογοτεχνικού βιβλίου του Στράτη Μυριβήλη (1915).

Ο έγχρωμος τίτλος του βιβλίου, με την αναφορά στο χρώμα του αίματος, συνδέει και συνέχει όλες τις «ιστορίες» ως προς το τραγικό τέλος και τον θάνατο των ηρώων πρωταγωνιστών τους.

Αντί άλλου σχολίου, αξίζει να παρατεθεί ο απολύτως επιβεβαιωτικός κριτικός λόγος του Αντρέα Καραντώνη για τις Κόκκινες ιστορίες και τον συγγραφέα τους:
Ανήκει [ο Μυριβήλης] στην τάξη των δημιουργών που το έργο τους δίνεται από μιας αρχής ώριμο ουσιαστικά […]. Ο Μυριβήλης αποκαλύφτηκε μονομιάς με όλα του σχεδόν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Από τις πρώτες του κιόλας διηγηματογραφικές δοκιμές, τις σκληρές, τις πλασμένες από πυκνή σάρκα, τις αιματόβρεχτες Κόκκινες ιστορίες, […] το γράψιμό του το ρύθμισε και το κατεργάστηκε με φανατισμό αισθητικής ιδεοληψίας η βαθύτατη καλλιτεχνική ανάγκη τής όσο το δυνατό πιο μεστής έκφρασης, αναζητημένης πάντα μέσα στα ορθόδοξα γραμματικά πλαίσια, τα ψυχαρικά, της δημοτικής γλώσσας.

12.00

Ελληνική λογοτεχνία

Η αγέλη

Βίκυ Τσελεπίδου

Το χρονικό μιας γυναικοκτονίας μέσα από τα μάτια του δράστη και των ανθρώπων του περιβάλλοντός του. Οι έξι αφηγητές, καθώς συμπληρώνουν το παζλ του εγκλήματος και του προσώπου που το διέπραξε, έρχονται σταδιακά αντιμέτωποι με τα δικά τους λάθη και πάθη.

Ο γυναικοκτόνος, σε μια διαρκή, υπόγεια συνομιλία με το θύμα, παρεμβαίνει κάθε τόσο στα λεγόμενα των αφηγητών για να εκφράσει τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας. Άλλοτε σαν μουρμουρητό κι άλλοτε σαν κραυγή, ξεδιπλώνονται οι σκέψεις του για τον έρωτα και τον θάνατο, τη λογική και την τρέλα, την ομορφιά και την ασχήμια του κόσμου, τον ίδιο του, εν τέλει, τον εαυτό και το καθρέφτισμά του στα μάτια της αγέλης του.

Ένα μυθιστόρημα για τη σκοτεινή ανθρώπινη φύση, τη συνθήκη του «ανήκειν» και τη βία στον έρωτα, τα πολλαπλά πρόσωπα της αλήθειας και τον καταλυτικό ρόλο της αφήγησης.

15.50

Θωμάς Κοροβίνης

Το ΓΡAΜΜΑ ΣΤOΝ AΔΕΛΦO ΓΙΩΡΓΟ IΩΑΝΝΟΥ ΠΟY ΛΕΙΠΕΙ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤHΝ ΓΚΛΑΒΑΝH είναι ανοιχτή επιστολή και παράλληλα τιμητική αναφορά του Θωμά Κοροβίνη, ενός από τους επιγόνους του, στην προσωπικότητα και στο έργο του εμβληματικού ιδιοσυγκρασιακού δημιουργού που άφησε το ισχυρό αποτύπωμά του (τη «στάμπα» του, όπως θα ’λεγε ο ίδιος) στα γράμματά μας. Έχοντας συνομιλήσει μοναδικά με αντιπροσωπευτικές πτυχές του παλίμψηστου της ιστορίας και της ανθρωπογεωγραφίας της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας του πρόσφατου παρελθόντος, ο Ιωάννου, σαράντα χρόνια μετά το χαμό του, παραμένει με το πολυσχιδές έργο του εξαιρετικός διαχρονικός ανθρωπογνώστης και δάσκαλος της ζωής.

10.50

Ελληνική λογοτεχνία

Ο καιρός των κρυστάλλων

Ελένη Στελλάτου

Μια μικρή παραθαλάσσια πόλη των αρχών του 20ού αιώνα πλήττεται από μια παράδοξη μεταδοτική ασθένεια που μετατρέπει τα σώματα όσων προσβάλλονται σε πορσελάνινα, έτοιμα να θρυμματιστούν με το παραμικρό άγγιγμα. Ο μοναχικός Εμανουέλ Περόν, τρίτης γενιάς ντρογκερίστας της πόλης, που προτιμά να κρύβεται από τον κόσμο και αποφεύγει το φως, παραμένοντας τις περισσότερες ώρες της ημέρας κλεισμένος στο εργαστήριό του, θα χρειαστεί να αναλάβει δράση, να συνδέσει τους κρίκους της αλυσίδας των γεγονότων, αλλά και να ξεδιαλύνει τα μυστικά της προσωπικής του ιστορίας. – Τι θα μπορέσει, ωστόσο, να καταφέρει με τις μικρές του δυνάμεις απέναντι στην επιδημία που εξαπλώνεται με γρήγορο ρυθμό; – Πώς αντιπαλεύει κανείς εδραιωμένες προκαταλήψεις; – Πώς αντιμάχεται οικονομικά συμφέροντα και πώς αντιμετωπίζει τους επιτήδειους που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την ανθρώπινη δυστυχία και διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα; Μια περιπέτεια που ξεκινά από το σημείο όπου η επιστήμη συναντιέται με τη μεταφυσική και φτάνει ώς το αθέατο βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης· μια ιστορία για τη διαφορετικότητα και την αλληλεγγύη, αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις που δοκιμάζονται σε οριακές καταστάσεις. Ένα βιβλίο που, ανακαλώντας πρόσφατες συλλογικές εμπειρίες μας, αφιερώνεται σε όλους αυτούς που έγιναν ήρωες παρά τη θέλησή τους. “Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά στην πόλη όταν έφυγε απ’ την ντρογκερία ο Μάρκους Σεμπρούν. Θα μπορούσα να μεταφέρω το κιβώτιο στο εργαστήριο, αλλά προτίμησα να το ανοίξω πάνω στον πάγκο, εδώ όπου ακούγεται το ρολόι και, κάπου κάπου, ο ήχος μιας άμαξας στον βρεγμένο δρόμο. Κλειδώνω, λοιπόν, την πόρτα πίσω του, αν και έξω δεν υπάρχει ψυχή, περιμένω το ρολόι του τοίχου να χτυπήσει οκτώ φορές, ανάβω τον πολυέλαιο και κρατώ για λίγο τα μάτια μου κλειστά. Ύστερα σηκώνω τα μανίκια, φοράω την πέτσινη ποδιά και τα γάντια για τα διαλύματα της καυστικής ποτάσας, ανοίγω το κιβώτιο, και νά, ένας σωρός από κομμάτια πορσελάνης πάνω στα οποία διαγράφονται κάτι μπλε, σχεδόν μαύρα, μπερδεμένα νήματα. Όμοια με φλέβες, θα μπορούσε να πει κανείς… (Από την έκδοση)

17.70