Βλέπετε 1–15 από 390 αποτελέσματα

Ελληνική λογοτεχνία

Ελληνική λογοτεχνία

Κατεδάφιση

Άνια Βουλούδη

Καθώς οι μέρες περνάνε σαν νύχτες η μία μετά την άλλη, μια γυναίκα αφηγείται τις σχέσεις, τα συναισθήματα και το παρελθόν της σε μια μονομερή, επίμονη αλληλογραφία με έναν μακρινό φίλο, πιάνει και αφήνει τα νήματα μιας σκόρπιας ζωής, μιας καθημερινότητας από τη Θεσσαλονίκη στην Κρήτη, στη Γερμανία, στο χωριό και πίσω στη Θεσσαλονίκη. Συνειδητοποιεί γράφοντας πως το μόνο που της ανήκει είναι ένας σωρός παλιοπράγματα, διάσπαρτες αναμνήσεις, εντυπώσεις, αφηγήσεις που προσπαθούν να οργανωθούν, αντικείμενα και αγαπημένα πρόσωπα που ψάχνουν να βρουν τη θέση τους, πως πάντοτε αναζητά κάτι και πως την ίδια στιγμή κάτι απ’ όσα έχει δεν είναι δικό της.

13.00

Ελληνική λογοτεχνία

Στα θερμοκήπια του Αυγούστου

Άκης Παπαντώνης

Η ένταση και η νωχελικότητα του Αυγούστου γίνονται ο κιρκάδιος ρυθμός είκοσι έξι ιστοριών για την ερωτική επιθυμία και την απώλειά της, για την τρυφερότητα, την ενοχή και τη μνήμη. Από τα ανέμελα καλοκαίρια της παιδικής ηλικίας έως την αμείλικτη πραγματικότητα της ενηλικίωσης και από την προσδοκία για συντροφικότητα έως την αποξένωση και τη ρήξη, οι ήρωες του βιβλίου αναμετρώνται με όσα χάθηκαν, όσα δεν ειπώθηκαν και όσα δεν γίνεται πια να αλλάξουν.

Ιστορίες που συνθέτουν μια ενιαία αφήγηση για το πώς χτίζονται, φθείρονται και καταρρέουν οι σχέσεις των ανθρώπων, με την ελπίδα μιας δεύτερης ευκαιρίας απλώς να αναζωπυρώνεται μέσα στα θερμοκήπια του Αυγούστου.

14.30

Ελληνική λογοτεχνία

Η σεζόν

Κωνσταντίνα Τσουκαλά-Σταθάκη

Ποιος είναι αυτός που κάθεται δίπλα σου στο πλοίο; Ποιοι είναι αυτοί που στριμώχνονται στην αίθουσα αναμονής ενός αεροδρομίου; Οι ερωτήσεις αυτές δεν έχουν προφανείς απαντήσεις. Γιατί οι άνθρωποι ταξιδεύουν και μετακινούνται για πολλούς διαφορετικούς λόγους, για δουλειά, για αναζήτηση δουλειάς, για ξεκούραση, για σπουδές ή απλά για να γυρίσουν σπίτι. Το μόνο σίγουρο είναι πως στα ελληνικά λιμάνια ή στα αεροδρόμια, με το που πιάνει η άνοιξη ξεκινάνε να συνωστίζονται, ανάμεσα στους τουρίστες, οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες που φεύγουν για σεζόν. Η σεζόν είναι μια ειδική και αχαρτογράφητη πραγματικότητα και το μοναδικό αποτύπωμα που έχουμε για εκείνη είναι αυτό που μετριέται στα στοιχεία του ΑΕΠ. Η Κωνσταντίνα Τσουκαλά-Σταθάκη μας βοηθάει να καταλάβουμε πως η σεζόν είναι μια πολύπλοκη εργασιακή εμπειρία, ένα κοινό βίωμα για όλους όσους ψάχνουν δουλειά από μικροί, το οποίο όμως είναι ικανό να αποκαλύψει την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και, τελικά, να μας μάθει να αναγνωρίζουμε πόσο ίδιοι και πόσο διαφορετικοί είναι οι άνθρωποι που στριμώχνονται στα πλοία.

11.00

Ελληνική λογοτεχνία

Μυθιστόρημα σε εννέα επιστολές

Φίοντορ Ντοστογιέφσκι

Ένα δάνειο, δύο φίλοι και οι αποτυχημένες τους προσπάθειες να συναντηθούν και να τακτοποιήσουν το χρέος. Ή μήπως δεν είναι έτσι;
Το «Μυθιστόρημα σε εννέα επιστολές» είναι μια κωμωδία παρεξηγήσεων που εξελίσσεται σε έναν επικοινωνιακό λαβύρινθο από όπου ο αναγνώστης θα βγει μόνο πιάνοντας τον μίτο από τα γράμματα δύο γυναικών που αποκαλύπτουν όσα αποκρύπτουν στην αλληλογραφία τους ο Πιότρ Ίβανιτς και ο Ιβάν Πέτροβιτς.
Φάρσα, κοινωνική κριτική και δύο συναρπαστικοί χαρακτήρες που οι αναγνώστες μπορούν να ταυτιστούν ή να αγανακτήσουν μαζί τους σε αυτή την πρώιμη ιστορία του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι που προοικονομεί την εξέλιξή του σε έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών.

8.48

Ελληνική λογοτεχνία

Δε λες κουβέντα

Μάκης Μαλαφέκας

Οικονόμου. Μεθώνης. Πεζόδρομος. Πικροδάφνες. Χθεσινό δακρυγόνο. Περσινό. Στο ύψος της Μπενάκη, από ένα παράθυρο ακουγόταν μια παλιά τέκνο. Χαμηλά, υπόκωφα, πίσω από κουρτίνες. Faithless. Insomnia. Κι ήταν πολύ περίεργο: Ήταν ξαφνικά η πρώτη φορά από τότε που είχα φτάσει στην Αθήνα, που αισθανόμουν απόλυτα ήρεμος. Την πόλη αγκάλιαζε ένα τέρας κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή το τέρας δεν υπήρχε.
Ήμουν μόνο ο Κρόκος. Ένα επίθετο. Ένα όνομα με έξι γράμματα, δύο συλλαβές, δύο κάππα, δύο όμικρον. Ήμουν ο Κρόκος στην Αθήνα, κι αυτό ήταν αρκετό.

14.40

Ελληνική λογοτεχνία

Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας

Γιώργος Ν. Πολίτης

Tην έβλεπε να στέκει όρθια με γυρισμένη την πλάτη, κόντρα στον ήλιο, δίπλα στο μεγάλο κρυστάλλινο βάζο και τ’ ανοιγμένα λευκά Stargazer. Τα θυμόταν εκείνος αυτά τα εξωτικά λουλούδια με το βαρύ άρωμα και τ’ όνομα του τραγουδιού των Rainbow.

— Yπάρχει άλλος άντρας που να οδηγάει σαν εσένα, να φιλάει σαν εσένα και να ξέρει πώς λέγονται αυτά τα βρομολούλουδα; Εσύ με ανέστησες, να το ξέρεις. Εσύ με έφερες πίσω στον κόσμο των ζωντανών. Με τον έρωτά σου.

— Τότε, μήπως να σε λέω «Ευρυδίκη»;

— Λέγε με όπως θες. Εγώ θα σε λέω, «αγάπη μου».

Κολασμένο το πάθος που δένει τον Μπλάνκο και την Μπεττίνα, δύο πλάσματα που γεννήθηκαν για να υπάρχουν μαζί, σαν ένα −ή να μην υπάρχουν καθόλου. Ο άνδρας και η γυναίκα στο ζενίθ τους. Ο έρωτάς τους απρόβλεπτος, θυελλώδης, ανέφικτος. Απλώς γιατί δεν τους χωράει ο κόσμος. Σίγουρα όχι ο ανιαρός καινούργιος κόσμος.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι κάθε μάταιος ηρωισμός, κάθε απελπισμένο ρίσκο. Είναι αυτό που παραμονεύει έναν άνδρα που ζει και οδηγεί με το γκάζι στο πάτωμα.
Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι μια ιαχή ελευθερίας, ένα γραπτό road movie στις ατέλειωτες, φιδογυριστές διαδρομές ενός πόθου πέρα από μέτρα και όρια. Εκεί που δεν έχει καμιά σημασία ποιος κρατά το τιμόνι και ποιος οδηγεί.

13.25

Ελληνική λογοτεχνία

Ράτσα Υψικαμίνου

Έκτωρ Κακναβάτος

Το βιβλίο, έπειτα από την εισαγωγή του Χρήστου Δανιήλ, αρθρώνεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, με τίτλο « Ο Κακναβάτος σε πρώτο πρόσωπο », παρουσιάζονται απαντήσεις που έχει δώσει ο Κακναβάτος σε διάφορες συνεντεύξεις του σε περιοδικά, εφημερίδες, ραδιόφωνο και τηλεόραση. Επιλέχθηκε να μην παρατεθούν αυτούσιες οι συνεντεύξεις, αλλά να συντεθεί ένα συνεχές κείμενο από τις απαντήσεις του, ένα συνεχές κείμενο όπου ο λόγος δίνεται αποκλειστικά στον Κακναβάτο, ο οποίος μιλά για τη ζωή, το έργο του και τοποθετείται πάνω σε ζητήματα σχετικά με την τέχνη, τις θεωρητικές του αναζητήσεις, τον υπερρεαλισμό, την ποίηση, καθώς και για άλλους ποιητές. Το πρώτο μέρος, εκτός των βασικών πληροφοριών που παρέχει, μπορεί να λειτουργήσει εισαγωγικά για το δεύτερο και βασικότερο μέρος, καθώς σε πολλές από τις απαντήσεις του ο Κακναβάτος θίγει ζητήματα που εκτενώς αναπτύσσονται στα θεωρητικά ή κριτικά του κείμενα, ενώ κάποιες φορές παραπέμπει κι απευθείας σε αυτά.
Το δεύτερο μέρος περιέχει τα γραπτά του Κακναβάτου. Και αυτή η ενότητα χωρίζεται σε δύο επιμέρους : στην πρώτη παρουσιάζονται τα θεωρητικά και δοκιμιακά του κείμενα (για τον Υπερρεαλισμό, το δημοτικό τραγούδι κ.ά.), τα περισσότερα διαβασμένα με τη μορφή εισηγήσεων σε συνέδρια και εκδηλώσεις όπου είχε προσκληθεί ως ομιλητής, ομαδοποιημένα ως προς τη θεματική τους· στη δεύτερη οι μελέτες του και τα κριτικά του κείμενα για άλλους δημιουργούς, Έλληνες και μη (Ανδρέα Εμπειρίκο, Νίκο Εγγονόπουλο, Γιώργο Λίκο, Οδυσσέα Ελύτη, Μελισσάνθη, Δημήτρη Γέρο, Νάνο Βαλαωρίτη, Μιχάλη Κατσαρό, Νίκο Καρούζο, Λόρκα, Allen Ginsberg κ.ά). Στο τέλος, γίνεται μια προσπάθεια συστηματικής καταγραφής και σύνθεσης της συνολικής εργογραφίας του Έκτορα Κακναβάτου, η οποία απουσίαζε έως σήμερα από τη βιβλιογραφία.
Ο παρών τόμος, με επιλεγμένα δοκιμιακά του κείμενα, θεωρητικά και κριτικά, ευελπιστεί να επανασυστήσει το λόγο του Έκτορα Κακναβάτου στο χώρο της νεοελληνικής γραμματείας. Διαβάζοντας σήμερα, από την απόσταση των χρόνων και με τη γνώση της εξέλιξης των πραγμάτων, τα κείμενά του, δεν μπορεί να μη σταθεί κανείς στην ευστοχία των παρατηρήσεών του, την ευθυκρισία του για σειρά ζητημάτων, την πολυδιάστατη οπτική του· δεν μπορεί να μην εστιάσει στο θάρρος και στην τόλμη των διατυπώσεών του, στον ιδιαίτερο, προσωπικό του τρόπο έκφρασης. Έναν τρόπο έκφρασης που συνδυάζει τον κριτικό ή και επιστημονικό λόγο με την ποιητική ενόραση. Γιατί ο λόγος του Κακναβάτου, η γλώσσα του, η φωνή του, ποιητική ή δοκιμιακή, θεωρητική ή κριτική, προσωπική, κοινωνική ή πολιτική, θα πρέπει να λογιστεί ως ενιαία, μια φωνή ράτσα υψικαμίνου.

21.50

Ελληνική λογοτεχνία

Θάλασσα σώσε με

Γιαννάκη Ευτυχία

-Τη σκότωσες;
-Ναι.
-Πού;
-Μέσα στο αμάξι της.
-Εκεί όπου τη βρήκαμε; Στην παραλία έξω από το Τολό;
-Ναι.
-Γιατί;
-Από αγάπη.
-Ποιος μπορεί να το πιστέψει αυτό;
-Δύο μπορούν.

Ναύπλιο. Παραμονή Χριστουγέννων. Με αφορμή τη δολοφονία μιας δικηγόρου, ο Χάρης Κόκκινος έρχεται αντιμέτωπος με μια υπόθεση που δεν μοιάζει με καμία από όσες έχει χειριστεί. Οι απαντήσεις που αναζητά δεν κρύβονται σε κάποιο μεμονωμένο στοιχείο, αλλά στις σιωπές των ανθρώπων, στις σχέσεις τους που φθείρονται και στις οριακές τους επιλογές. Κι αν η υπόθεση τον οδηγεί στον τόπο του εγκλήματος, η αλήθεια αυτή τη φορά τον σπρώχνει κάπου πιο σκοτεινά: μέσα του.

Ένα σύγχρονο κοινωνικό ψυχογράφημα για το αθέατο και παράλογο αυτής της γωνιάς της Μεσογείου, για τις ζωές που διαμορφώνονται στη σιωπή και για τους δεσμούς που μας δοκιμάζουν αποδεικνύοντας ότι ο πιο επικίνδυνος τόπος είναι εκεί όπου αγαπάμε.

16.60

Ελληνική λογοτεχνία

Το τραγούδι των κληρονόμων

Γιάννης Μπαλαμπανίδης

Κόσμοι που καμιά φορά διασταυρώνονται αλλά την απόσταση που τους χωρίζει δεν μπορεί ποτέ κανείς να τη διανύσει. Ένας εταιρικός πύργος που υψώνεται στη μεγάλη λεωφόρο της Αθήνας και οι δίδυμες εργατικές πολυκατοικίες στα δυτικά της Θεσσαλονίκης. Ζωές που κινούνται στη σκιά τους. Οικογένειες στις οποίες έχεις την τύχη ή την ατυχία να γεννηθείς. Μια αλυσίδα από λέσχες ευεξίας και η αναζήτηση της ευτυχίας. Το παιχνίδι της εξουσίας και της διαδοχής στον μικρόκοσμο μιας οικογενειακής αυτοκρατορίας. Α, και το λαμπρό μέλλον που μας περιμένει. Το “Τραγούδι των κληρονόμων” είναι ένα μυθιστόρημα νοοτροπιών και ιδεών, στο οποίο η μουσική ακούγεται διαρκώς και η μεγάλη ιστορία των τελευταίων δεκαετιών μπαίνει σαν θραύσμα στις μικρές ζωές των ανθρώπων. «…έπεφταν χορεύοντας στον δυνατό αέρα εκατοντάδες, χιλιάδες, όχι: εκατοντάδες χιλιάδες χαρτιά, σε κάθε μέγεθος και χρώμα, σαν κάποιος να είχε ανατινάξει με δυναμίτη ένα τεράστιο βιβλίο με αμέτρητες σελίδες που περιείχε όλα τα βιβλία που γράφτηκαν ποτέ, και καθώς έπεφτε πάνω της αυτό το απόκοσμο κομφετί άνοιξε τα χέρια, έκλεισε τα μάτια, άφησε να την κατακλύσει μια αίσθηση εκπλήρωσης, μία απέραντη γαλήνη που ποτέ δεν είχε ξανανιώσει, μια μακάρια αδιαφορία, κι ευχήθηκε να κρατούσε για πάντα αυτός ο χάρτινος παράδεισος, να χαθεί μέσα του λες και τίποτα πια δεν θα την ένοιαζε, ξανά, ποτέ.

15.99

Ελληνική λογοτεχνία

Θεριστές

Ζαχαρίας Μαυροειδής

Ντόπιοι και ξένοι, μόνιμοι κάτοικοι και περαστικοί, πρόσωπα που συναντιούνται για λίγο κάτω από τον ίδιο ήλιο. Κοινός παρονομαστής αυτής της πολυφωνικής ανθρωπογεωγραφίας είναι ο γλυκόπικρα σαρκαστικός τόνος, που άλλοτε με σαφήνεια και άλλοτε υπαινικτικά υποδεικνύει το βαθύτερο διακύβευμα πίσω από τα γεγονότα.
Μέσα από ετερόκλητες ιστορίες, οι Θεριστές αναζητούν το νήμα που διατρέχει το συλλογικό βίωμα του ελληνικού θέρους: την προσμονή, τη διάψευση, την ένταση, αλλά και τον διαρκή νόστο για το καλοκαίρι που πιστεύουμε ότι θα επιστρέψει.

14.40

Ελληνική λογοτεχνία

Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης

Λένα Κιτσοπούλου

Ο Λάμπρος επιστρέφει στην επαρχία των παιδικών του χρόνων με ένα μυστικό που θα του κοστίσει πολύ. Μια ιστορία για τον παράφορο έρωτα και τη βία του. Η Κική επιστρέφει στα τριάντα τρία της στην επαρχιακή κωμόπολη όπου μεγάλωσε μέχρι τα δεκατρία, ώστε να ζήσει εκεί. Όμως το όνομά της πλέον είναι Λάμπρος, οπότε ο Λάμπρος που ήταν κάποτε Κική επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του για να ξαναπέσει πάνω στον έρωτα της ζωής του, αυτόν που ως κοριτσάκι άφησε πίσω, για να ξανατραυματιστεί θανάσιμα από τον ίδιο έρωτα που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, για να παλέψει ο αρσενικός εαυτός με τον θηλυκό μέσα στο ίδιο σώμα, όπου η συνύπαρξη και η σφαγή είναι αναπόφευκτες, ακόμα και σε άτομα που γεννιούνται και πεθαίνουν με την ίδια ταυτότητα. Το πλάσμα αυτό το διχοτομημένο, με το δαχτυλίδι λεοπάρδαλη, το όμορφο και αυτοκαταστροφικό αυτό πλάσμα που φτιάχνει κοσμήματα, που ξέρει από λογοτεχνία, που έχει γυρίσει την Ευρώπη, που μιλάει λίγο και γοητεύει τους πάντες, περιφέρεται στα μπαρ, τα μεζεδοπωλεία και τις αλάνες της επαρχίας, παλεύοντας με τα δύο φύλα μέσα του, με το σκοτάδι του το άφυλο και με τον παράφορο έρωτα.

13.30

Ελληνική λογοτεχνία

Ρίζες

Ματίνα Αποστόλου

Με αφορμή το θάνατο του πατέρα, οι τέσσερις γυναίκες της οικογένειας συναντιούνται για να προετοιμάσουν την κηδεία του. Μάνα, κόρη, θεία, αδερφή. Καθεμιά κουβαλάει το δικό της μερίδιο αυτής της απώλειας, τη δική της εκδοχή της ιστορίας.

Μέσα στα φορτισμένα δωμάτια του πατρικού σπιτιού οι αναμνήσεις τους θα ζωντανέψουν, θα μπλεχτούν μα και θα συγκρουστούν αναδεικνύοντας το χάσμα μεταξύ μνήμης και αλήθειας.

Η επώδυνη ενηλικίωση που φέρνει ο γονεϊκός θάνατος, ο χρόνος που χαράζει σώματα και σχέσεις και οι αθέατες ρίζες που μας καθορίζουν γίνονται το κέντρο μιας πολύπτυχης αφήγησης για όσα κληρονομούμε και όσα επιλέγουμε ν’ αφήσουμε πίσω.

Ένα τρυφερό μα και σκληρό μυθιστόρημα που διερευνά την έννοια της επιστροφής, τη δυσκολία του αποχαιρετισμού, το πένθος και τη συγχώρεση αλλά και τη στερεότητα της μνήμης ως δομικό υλικό της ζωής.

12.50

Ελληνική λογοτεχνία

Τα Ταρώ μου / My Tarot

Γιώργος Τζιλιάνος

Στους λίγους φίλους που μπόρεσα να κάνω, στης ζωής τα θολά κύματα, συγκαταλέγεται ο Γιώργος Τζιλιάνος.

Αυτός ήρθε να με σώσει στα πρώτα τεύχη του “01” όταν δύο ξεντερίσματα μ’ άφησαν ξεκρέμαστο, μικρόψυχα κι εκδικητικά, πιστεύοντας ότι θα το κλείσω. Κι έτσι θα γινόταν. Δεν είχα ιδέα τότε από εκδόσεις, φωτοσύνθεση, τυπογραφεία κ.λ.π. (προ κομπιούτερ) ήταν ένας κυκεώνας τεχνικών απαιτήσεων κι εγώ, είχα μπει μόλις στο άθλημα, ορμητικός πλην άσχετος.

Ήξερα τι θέλω, αλλά δεν ήξερα πως γίνεται. Και στο δεύτερο τεύχος είχα βρεθεί χωρίς art director.
Απευθύνθηκα στον Τζιρτζιλάκη, βασικό συντελεστή του αρχιτεκτονικού περιοδικού Τεύχος, που έβγαινε τότε. Σπουδαίο και από αισθητική. Του ζήτησα να με φέρει σε επαφή με τον άνθρωπο που το έστηνε. Τον Γιώργο. Συναντηθήκαμε στο χαώδες γραφείο του 01, μια Κυριακή πρωί, πάνω από τη Βαρβάκειο. Σε ένα λεπτό είχαμε γίνει φίλοι. Το τρίτο τεύχος του 01, βγήκε σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Και ήταν καλύτερο από πριν.

Έκτοτε 30+ χρόνια περάσανε και ζήσαμε, όπως ζουν οι φίλοι. Με γλύκες και ξινίλες κι εξομολογήσεις και κραιπάλες και ταξίδια -σαν εραστές δίχως σεξ.

Και να τώρα που τα δύο αυτά μοιραία πρόσωπα έρχονται ξανά, μαζί, κρατώντας το βιβλίο του Γιώργου με τα ταρώ του Καραγκιόζη.

Τα είχε σχεδιάσει όταν ήταν σπουδαστής στη Ρώμη, τότε που έδεσε η φιλία του με τον Τζιρτζιλάκη -άλλος βαθύς δεσμός ακλόνητος μέσα στα χρόνια.

Δεν ξέρω από ταρώ, ποτέ δεν κοίταξα πέρα απ’ τον ίσκιο μου, ξέρω μονάχα τα ταρώ του Νταλί και τα ταρώ της κυρίας Σόζοστρις του Έλιοτ. Αλλά καταλαβαίνω το σαγηνευτικό μυστήριο του πράγματος. Όπως και την δαιμονική ταύτιση του Τρελού με τον Καραγκιόζη.

Ωστόσο ξέρω ότι κρατάω ένα βιβλίο πανέμορφο, που μόλις εκδόθηκε από την Κάππα Εκδοτική. Με όλες τις φιγούρες των Ταρώ ζωγραφισμένες ως μορφές θεάτρου σκιών από τον Γιώργο. Και όλες τις σημασίες της κάθε μιας στο πλάϊ, σαν ευχή, ή βασκανιά. Το ξεφυλλίζω με συγκίνηση. Και με συγκίνηση διαβάζω τα σημειώματα του φίλου μου -από τα οποία αναδημοσιεύω ορισμένα αποσπάσματα.

Τυπώθηκαν μόνο 100 αντίτυπα. Διατίθενται μόνο εδώ και στο σάϊτ της Κάππα Εκδοτικής.

Στάθης Τσαγκαρουσιάνος

25.00

Ελληνική λογοτεχνία

Άλογα

Ορέστης Φιωτάκης

Ένας ανώνυµος εικοσάχρονος αφηγείται ή, ίσως, εξοµολογείται. Στο αποµονωµένο του χωριό τα πάντα έχουν απόκοσµη στασιµότητα, το µόνο που µεταβάλλεται είναι ο χρόνος. Στο πατρικό του σπίτι, όπου ζει µε τη γιαγιά και τη συναισθηµατικά νεκρή µητέρα του, επικρατεί µια ατµόσφαιρα πένθους από τότε που ήταν παιδί. Ευτυχώς, όµως, έχει τα «Άλογα», µια συµµορία νεαρών αγοριών που πολεµάνε την πλήξη σκίζοντας τους επαρχιακούς δρόµους µε τις µηχανές τους. Ευτυχώς έχει και τον καλύτερό του φίλο, τον αρχηγό των «Αλόγων», τον όµορφο, πλούσιο και ευγενικό Ν. Ο Ν., µανιώδης αναγνώστης ο ίδιος, του χαρίζει για τα γενέθλιά του ένα βιβλίο που τον κάνει να δει τον εαυτό του και τη ζωή µε άλλο βλέµµα, τη µέρα που αλλάζει ο κόσµος, την 11η Σεπτεµβρίου 2001. Η σχέση των δυο αγοριών είναι πιο περίπλοκη από όσο µπορούν να παραδεχτούν… Ένα µυθιστόρηµα για τα ασαφή όρια ανάµεσα στην αλήθεια και στο ψέµα, για τη σύγχυση και τις εντάσεις της νεότητας και την εξερεύνηση της σεξουαλικότητας στην ελληνική επαρχία των αρχών του αιώνα µας.

12.50

Φώτης Μανίκας

Δυο άνθρωποι είναι µαζί και µετά δεν είναι πια. Ένας χωρισµός στην Αθήνα γίνεται η αιτία για δύο ξεχωριστές πορείες µέσα στον κόσµο. Ό,τι και να κάνουν όµως παραµένουν φαντασιακά συνδεδεµένοι. Κατοικούν ο ένας στον άλλον και είναι ο ένας του άλλου. Ακόµη ερµηνεύουν τα πάντα µέσα από το πρίσµα της σχέσης, χωρίς να το θέλουν, ζουν και αναπνέουν σε ένα εδώ και τώρα που δεν έχει καµία σχέση µε το πριν. Όλα όµως τους µοιάζουν τόσο ίδια.
Μέσα από µια εναλλαγή τόπων οι ήρωες έρχονται αντιµέτωποι µε την απώλεια και χωρίς να το αντιλαµβάνονται αλλάζουν κάθε στιγµή.
Ο Φώτης Μανίκας γράφει πάνω στα αισθητήρια όργανα των πρωταγωνιστών του. Με µια προσεκτική και αρκετές στιγµές ιλιγγιώδη τριτοπρόσωπη αφήγηση φτάνει κοντά στα όρια για να εξερευνήσει πώς συµβαίνει το «δύο» όταν είναι «ένα» και πώς από «ένα» γίνεται «δύο».

Να δουλεύουµε µαζί στο Αττικό. Να φοράµε ρόµπες. Να κατεβαίνουµε στο διάλειµµα για τσιγάρο. Να µας λένε γεια ασθενείς µε µάσκες και ορούς. Να σκάει το φως στο πάτωµα και µετά στα µάτια µας και µετά. Ας το κόψουµε µετά. Γάµα το «µετά»! Βαρέθηκα. Να γίνουµε γέροι που κόβουνε το τσιγάρο. Να γίνουµε. Να φύγουµε µακριά. Να πετάξουµε. Να πετύχουµε πουλιά. Να γίνουµε να φύγουµε µακριά. Πολύ µακριά. Να µη φαινόµαστε. Να µην.
Απόσπασμα από το βιβλίο

13.95