Βλέπετε 25–36 από 212 αποτελέσματα

Ελληνική λογοτεχνία

Ο οβολός

Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος

9.90

Ο αναγνώστης στον Οβολό συναντά την εφαρμογή της κλασικής μεθόδου του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου: Το παλαιικό αναπαράγεται μέσα από την προσέγγιση του παρελθόντος με κάποιου είδους νοσταλγία και μέσα από τη χρήση επιλεγμένων εκφράσεων της καθαρεύουσας. Η αυστηρότατη από την άλλη πλευρά κειμενική δομή, η διαύγεια και η σαφήνεια της έκφρασης μαζί με την απόλυτη προσοχή στην λεπτομέρεια μάς παραπέμπουν στον τόσο δημοφιλή στις μέρες μας μινιμαλισμό. Μέσα σε ένα περιβάλλον βουλιμικής πλησμονής και θορύβου όπως είναι αυτό που ζούμε, ο Παπαδημητρακόπουλος μάς προσκαλεί να συγκεντρωθούμε στο ασήμαντο και στο σεμνό. Γι’ αυτό και ένα από τα αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά του είναι ότι η πεζογραφία του μικρού, του απλού και του ευκρινούς που καλλιεργεί είναι εντελώς μοντέρνα (Ελισάβετ Κοτζιά, «Διακρίνοντας», Η Καθημερινή, 6/3/2005).

 

Κώστας Καλφόπουλος

10.00

Τα λαϊκά νουάρ διηγήματα του Κώστα Θ. Καλφόπουλου μοιάζουν να βγαίνουν από τις κιτρινισμένες και ιλουστρασιόν σελίδες των οικογενειακών περιοδικών μιας άλλης εποχής ή από ταινίες του παλιού, ασπρόμαυρου ελληνικού κινηματογράφου. Ανάμεσα στις γραμμές τους, σαν ολογράμματα, προβάλλουν ο αστυνόμος Μπέκας και ο επιθεωρητής Μαιγκρέ την «αποφράδα μέρα» της 21ης Απριλίου 1967, ο Γιάννης Διακογιάννης φευγαλέα, τα ΒΙΠΕΡ, που κατέκλυζαν τα περίπτερα τη δεκαετία του ’70, μια κίτρινη εσάρπα τον φοβερό μήνα Αύγουστο του 1968, το Αμβούργο, γκρίζο και βροχερό όπως στον Αμερικανό φίλο του Βέντερς, τα λαϊκά κορίτσια των 70s, ένα φονικό παράξενο καλοκαίρι στην Κρήτη, μαζί και μια διαφορετική ληστεία στην Αθήνα τη μέρα του μεγάλου τελικού Άγιαξ-Παναθηναϊκού το 1971. Γραμμένα σε μια περίοδο έξαρσης του αναγεννημένου «είδους», τα διηγήματα του βιβλίου συνομιλούν με την παράδοση του αμερικανικού, κυρίως, νουάρ, εκεί όπου συνυφαίνονται οι μοίρες των ηρώων με τον έρωτα, την πόλη και τον θάνατο. Παράλληλα, συνδέουν το λαϊκό μοτίβο με το ποπ στοιχείο, όπως αυτά αναδεικνύονται σταδιακά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 στη νεοελληνική εκδοχή της καταναλωτικής κοινωνίας.

Ένα ταξίδι σε μια Ελλάδα φωτεινή και σκοτεινή συνάμα, λαϊκή αλλά και νουάρ.

Ελληνική λογοτεχνία

Διακοπές στη Μύκονο

Γιάννης Μαρής

13.90

Μέσα στην καμπίνα της Α’ θέσεως διάβασε το τηλεγράφημα για δέκατη φορά. «Ο Αυγουστίδης θα βρίσκεται στην Αθήνα στο τέλος του μηνός. Φρόντισε ως τότε να τα ‘χεις τακτοποιήσει όλα». Δίπλωσε το τηλεγράφημα και χαμογέλασε πικρά, «Φρόντισε ως τότε να τα ‘χεις τακτοποιήσει όλα». Σαν να ήταν δυνατό να τακτοποιήσει πια τίποτε, εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα. Με το τσιγάρο στο στόμα άνοιξε τη βαλίτσα του. Νευρικά το χέρι του έψαξε ανάμεσα στα ρούχα. Βρήκε αυτό που ήθελε. Ένα κομψό αυτόματο «Μπράουνινγκ» των εφτά. Χαμογέλασε με πίκρα. «Φρόντισε να τα ‘χεις τακτοποιήσει όλα ως τότε…» Κοίταζε το πιστόλι. Έμοιαζε σαν ένα κομψό παιχνίδι από έβενο, μέσα στο μεγάλο, δυνατό χέρι του. Το ξανάβαλε στη βαλίτσα του και το σκέπασε πάλι με τα ρούχα. Η πόρτα χτύπησε.

“Οι διακοπές στη Μύκονο” ανήκουν στη χρυσή χρονιά του Γιάννη Μαρή, το 1956. Αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο. Καλοκαίρι, Αύγουστος, Μύκονος. Ο πρωταγωνιστής φλερτάρει με τον τίτλο του ζιγκολό κα’ι τιμωρείται επειδή δεν τηρεί τις αρχές του μέχρι τέλους, καθώς ερωτεύεται μια εικοσάχρονη, τη Λία Καραπάνου. «Μια κοπέλα με κοντά μαλλιά και παράξενα γκριζοπράσινα μάτια διάβαζε ένα περιοδικό μόδας δίπλα του. Μια στιγμή -τυχαία ή επίτηδες- το περιοδικό γλίστρησε από τα χέρια της. Εκείνος έσκυψε, το πήρε και της το έδωσε. Του χαμογέλασε με μια σειρά θαυμάσια άσπρα δόντια σε ένα πολύ Ηλιοψημένο πρόσωπο». Φλερτάρουν και κάνουν παρέα καθημερινά στις παραλίες. «Ήταν ευτυχισμένη να βρίσκεται δίπλα σε αυτόν τον όμορφο, δυνατό άντρα, κάτω από τον χρυσό ήλιο. […] Ήταν αυτό που δεν έπρεπε να τού τύχει. Και του έτυχε. Η Λία ήταν ερωτευμένη μαζί του κι αυτός τώρα το ήξερε πως την αγαπούσε. […] Ήταν γεμάτος απόγνωση και ταυτόχρονα ευτυχία. “Μια ευτυχία με προθεσμία”, σκέφθηκε και χαμογέλασε με πίκρα».

Είναι το μοναδικό μυθιστόρημα του Μαρή στο ύφος του αμερικάνικου νουάρ, που θυμίζει το “Τέλος της διαδρομής” του W.R. Burnett (Άγρα, 1993). Οι “Διακοπές στη Μύκονο” είναι μέσα στα καλύτερα βιβλία του Μαρή και το μόνο με στοιχεία μαύρου αστυνομικού μυθιστορήματος.

Ελληνική λογοτεχνία

Λάμπετε στο σκοτάδι

Λιλιάνα Κολάνσι

12.00

“Μας έβαλαν όλους στο Ολυμπιακό Στάδιο. Άδειασε η γειτονιά, οι πόρτες των σπιτιών ανοιχτές, το φαγητό ζεστό ακόμα στο στρωμένο τραπέζι, τα σκυλιά στις αυλές να αλυχτάνε για τα αφεντικά τους. Μας κράτησαν ώρες ολόκληρες χωρίς την παραμικρή εξήγηση. Εγώ φοβόμουνα πολύ εκεί, μέσα σε τόσο κόσμο, ο Θεός να με συγχωρέσει, αλλά με τρομάζανε όλοι, ακόμα και τα παιδιά, ήθελα να είναι μακριά μου, να είναι μακριά από μένα εκείνα τα αθώα, βρώμικα, και ίσως θανατηφόρα χεράκια. Κανείς δεν ήξερε πού, σε ποιο ακριβώς μέρος του σώματός του ή των ρούχων του παραμόνευε το δηλητήριο. Μας χώρισαν σε ομάδες και ξεκίνησε η εξέταση”.

Έξι φωσφορίζουσες ιστορίες αόρατου κινδύνου. Έξι διηγήματα που προεκτείνουν την πραγματικότητα στα όρια της επιστημονικής φαντασίας. Υπό το βάρος της εξουσίας, του χρόνου και της μεγάλης κλίμακας, ο άνθρωπος, μικρός, λυγίζει· άλλοτε βουβά, μισολιπόθυμος απ’ το μεθύσι, άλλοτε με τη μουσική υπόκρουση μιας εκκωφαντικής έκρηξης.

Ελληνική λογοτεχνία

Συγκάτοικος

Βασίλης Τσιμπούκης

13.95

Αποκλεισμένος στο αθηναϊκό του διαμέρισμα, ένας άνδρας βυθίζεται στην εμμονή του με το έργο και τη ζωή του συνθέτη Νίκου Σκαλκώτα. Συλλέκτης αρχείου και φανατικός ακροατής της μουσικής του, ο μονήρης ένοικος αντιλαμβάνεται τη φασματική παρουσία του Σκαλκώτα να μοιράζεται τον χώρο του και να τον παρασύρει σε ολοένα συχνότερες καταβυθίσεις. Από δωμάτιο σε δωμάτιο, μια βίαια ονειρική σκηνή συμπαρασύρει τον ένοικο και τον συγκάτοικο σε δρόμους και βαριετέ του Βερολίνου, την περίοδο της ανόδου του Χίτλερ και τα χρόνια της μαθητείας του Σκαλκώτα στη μουσική πρωτεύουσα της Ευρώπης. Ακολουθώντας την πορεία του συνθέτη στην κατοχική και εμφυλιακή Αθήνα, η ταύτιση του άνδρα-αφηγητή μαζί του εντείνεται με την επίκληση και εμφάνιση συγγενών και προσώπων που καθρεφτίζονται, αναθυμούνται και διεκδικούν την επιστροφή τους για μια τελευταία φορά. Μια μη γραμμική και λοξά φωτισμένη διήγηση-εξομολόγηση ενός θρυμματισμένου εγώ, ενός άλλου “Σκαλκώτα” από το σκοτάδι προς την ανέλπιστη έξοδο στο ηλιόλουστο αθηναϊκό πρωινό.

Ελληνική λογοτεχνία

Η Νυχτερίδα

Στρατής Τσίρκας

16.38

Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες απαρτίζονται από τρεις τόμους: Η Λέσχη (1961), Αριάγνη (1962), Η Νυχτερίδα (1965). Η δράση τοποθετείται αντίστοιχα στην Ιερουσαλήμ, στο Κάιρο, στην Αλεξάνδρεια. Ένα μυθιστόρημα που τιθασεύει αριστοτεχνικά μια χειμαρρώδη ιστορική ύλη, δίνοντας ανθρώπινη φωνή στο έπος και στο δράμα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, την ώρα που κρινόταν το μέλλον των λαών και παίχτηκε στα ζάρια η τύχη της Ελλάδας. Χάρη σε ποικίλες αναδρομές, η τριλογία ζωντανεύει και προγενέστερες περιόδους, από τον Μεσοπόλεμο, τον χλωρό παράδεισο της εφηβείας με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα κάποιων ηρώων, ως την παλιά Αίγυπτο ανακαλώντας μνήμες προγόνων. Το έργο κορυφώνεται με την εξέγερση του Στρατού και του Στόλου, το κίνημα του Απρίλη 1944 και τη δραματική καταστολή του, ενώ, με τον επίλογο του γ’ τόμου, μεταφερόμαστε στη Θεσσαλονίκη μετά τον Εμφύλιο, το 1954, όπου ακούγεται ένα συγκλονιστικό ρέκβιεμ για τους χαμένους αγωνιστές. Ωστόσο, ο Τσίρκας δεν έγραψε χρονικό, αλλά έργο τέχνης. Ιστορική ακρίβεια και φαντασία σπάνια δένονται σ’ ένα τόσο αρμονικό σύνολο.

Κινώντας στιβαρά μεγάλους όγκους, καταγράφει ευαίσθητα τις απηχήσεις των γεγονότων στη συνείδηση και στις σχέσεις των ανθρώπων, πλάθοντας ολοζώντανες μορφές που θα μείνουν στο πάνθεον των μυθιστορηματικών ηρώων. Πολιτικές μηχανορραφίες, αχαλίνωτες φιλοδοξίες μέσα στη δίνη του πολέμου, αλλά και ωραία όνειρα και περίσσευμα ανθρωπιάς και γενναιότητας δίνουν το στίγμα των “Ακυβέρνητων Πολιτειών”, όπου ο έρωτας, κυρίαρχος, τυλίγει και ξετυλίγει το νήμα μιας συναρπαστικής πλοκής. Παράλληλα, με την πολυφωνία της αφήγησης και με άλλες νεωτερικές τεχνοτροπίες, ο συγγραφέας κατορθώνει να συγχωνεύσει τον μοντερνισμό με την παράδοση. Ένα μεταιχμιακό έργο, που σφράγισε τα ελληνικά γράμματα σ’ αυτό τον “σύντομο 20ό αιώνα”.

Ελληνική λογοτεχνία

Άκου το λιοντάρι

Σώτη Τριανταφύλλου

15.93

Το «Άκου το λιοντάρι» είναι το πορτρέτο μιας αθηναϊκής οικογένειας. Η ιστορία των Λεοντάρηδων μοιάζει με την ιστορία της γειτονιάς τους, της Φωκίωνος Νέγρη, που στη δεκαετία του 1960 και του 1970 ήταν γνωστή με το όνομα Βία Βένετο. Αργότερα, όλα πήγαν στραβά, σχεδόν όλα: οι Λεοντάρηδες χωρίστηκαν σε εχθρικές φατρίες και είχαν το μερίδιό τους σε πόνο, αρρώστια, λάθη κι απογοήτευση. Η Φωκίωνος Νέγρη παρήκμασε μαζί με τους Λεοντάρηδες. Σ’ αυτό το μυθιστόρημα, ο αιφνίδιος θάνατος του Ηλία φέρνει στη μνήμη των επιζώντων μια γιορταστική παιδική ηλικία –στο κέντρο της πόλης και μέχρι την πίστα των Go-karts στην αθηναϊκή Ριβιέρα– και όλες τις χαμένες ελπίδες της νιότης τους.

Ελληνική λογοτεχνία

Στη χώρα του Χωσέ

Θοδωρής Χονδρόγιαννος

13.99

TO ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΦΑΝΤΑΡΟΥ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟ

Κατάταξη στη Θ(λ)ήβα. Μετάθεση στη Χίο. Κι έπειτα αποστολή στις Οινούσσες. Στην ανατολική πινέζα του χάρτη. Μια ανάσα απ’ την ελληνοτουρκική μεθόριο. Σε θέσεις μάχης. Με γεμάτα όπλα. Έτοιμοι -και καλά- να σκοτωθούμε.

Το ταξίδι Στη χώρα του Χωσέ αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τις κωμικοτραγικές περιπέτειες ενός στρατιώτη που πασχίζει να επιβιώσει απ’ τα ατελείωτα χωσέ και ζόρια του φανταρικού: το μάντρωμα, τη στέρηση της σάρκας, το γερμανικό, την αϋπνία, τους στρατόκαυλους αξιωματικούς, τη μοναξιά ενός νεκρού πολίτη που στωικά καρτερεί τη νεκρανάστασή του. Κατά τις περιπλανήσεις του σε μονάδες σύγχρονων ανεπιθυμήτων, ο χακί ήρωας στηλιτεύει και τα κακώς κείμενα του στρατού: τη βυσματοκρατία, τα τρελόχαρτα, την κακή εκπαίδευση, την ομοφοβία, τον σεξισμό, την έχθρα απέναντι σε ό,τι αποσκιρτά απ’ το συντηρητικό τοτέμ του λευκού στρέιτ χριστιανού ορθόδοξου Έλληνα. Κριτικάρει όσα ταλαιπωρούν τους στρατιώτες και τον τόπο. Όσα κάνουν τη θητεία μια «χρήσιμα άχρηστη» εμπειρία. Χρήσιμη σαν συλλογή βιωμάτων. Άχρηστη ως προς την επιτέλεση του σκοπού της.

Η παρούσα φανταρική μαρτυρία προορίζεται για όσους απολυμένους θέλουν να ψηλαφίσουν το παρελθόν τους. Για όσους νεοσύλλεκτους θέλουν να γραδάρουν το μέλλον τους. Για όσες κι όσους τους περιμένουν έξω να γυρίσουν. Για όσες κι όσους, εντός και εκτός παραλλαγής, πιστεύουν ότι ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το πώς ο στρατός θα σταματήσει να τρώει τα παιδιά του.

Ελληνική λογοτεχνία

Ίων ο Κύων

Στέλλα Παναγιωτοπουλου

10.80

Ο Ίων, ένα ημίαιμο λαμπραντόρ που ζει στην Αθήνα με τον Άνθρωπό του, φιλομαθής και περίεργος παρατηρητής του κόσμου γύρω του, αιφνιδιάζεται διαρκώς και επιχειρεί να λύσει τις απορίες που τον βασανίζουν. Πώς είναι δυνατόν να έχει πρόγονο τον γκρίζο λύκο; Ψάχνει απάντηση στον Δαρβίνο, στα μυστήρια της εξέλιξης αλλά και στις περιπέτειες του Μπακ του Τζακ Λόντον στην Άγρια Δύση. Οι αριστοκράτες καθαρόαιμοι του είδους του, όπως ο Φλας της Βιρτζίνια Γουλφ, τον μπλέκουν στον λαβύρινθο των ανισοτήτων μεταξύ αριστοκρατών και πληβείων. Ο Μάγκας της Πηνελόπης Δέλτα του προσφέρει διέξοδο στα προβλήματα ταυτότητας που τον ταλανίζουν. Ο κ. Κοκαλιάρης του Πωλ Όστερ και τα βάσανα του Πλάσματος του Φρανκενστάιν τον φέρνουν αντιμέτωπο με τον πόνο και τη μοναξιά. Η συνειδητοποίηση ότι στην Άπω Ανατολή οι σκύλοι είναι εκλεκτός μεζές τον βυθίζει σε κατάθλιψη. Αναρωτιέται αν οι χορτοφάγοι έχουν ηθικό πλεονέκτημα έναντι των κρεατοφάγων και αν η απελευθέρωση των ζώων από τον άνθρωπο είναι όνειρο των ζώων ή κάποιων ρομαντικών φιλόζωων. Ο Τζωρτζ Όργουελ και η Φάρμα των Ζώων επιβεβαιώνουν την καχυποψία του για τις ουτοπίες. Ζαλισμένος από όλες αυτές τις διαμάχες, ερωτεύεται τη Δανάη, ένα δελφίνι, και γεύεται έναν έρωτα, μήτε γήινο μήτε θαλασσινό, μα των ανοιχτών οριζόντων.

Ελληνική λογοτεχνία

Λύκε, λύκε, είσαι εγώ;

Ηλέκτρα Λαζάρ

9.90

Οι ποιητές δεν επιλέγουν αναίτια τις λέξεις των έργων τους, μας λέει η Λύντια Στεφάνου. Τι γίνεται όμως με τη λέξη λύκος; Ο λύκος είναι ένα πλάσμα με μέγιστη συμβολική αξία, αλλά με αντιστρόφως ανάλογη βιοτική αξία στον κόσμο του ανθρώπου. Ο λόγος περί εαυτού γίνεται λόγος περί λύκου ή και το ανάποδο, σε σημείο που ο άνθρωπος έχει σπρώξει στην άκρη της ύπαρξης τον λύκο και τη ζωή του. Η αναπαράσταση του λύκου βρίσκει σύμφωνα σχεδόν όλα τα είδη του γραπτού λόγου και έχει επηρεάσει όλες τις εποχές, ούτως ώστε μέχρι και σήμερα οι ποιητικές εικόνες να συνομιλούν καλύτερα με το παρελθόν, παρά με το παρόν και το μέλλον. Είναι βαθιά η εντύπωση που αφήνει η παραμορφωμένη αφήγηση του ανθρώπου για τον λύκο στον άνθρωπο, παρά ο ίδιος ο λύκος ως παρουσία· υπάρχει προτού φανερωθεί και αντίστοιχα πρέπει να αφανιστεί προτού υπάρξει. Και σε αυτό έχει συμβάλλει τα μέγιστα η λογοτεχνία και ο ανθεκτικός βιότοπος των μεταφορών της.

Λίνα Σόρογκα

15.00

Ο Δρ. Χανς Ντίτριχ Μάγιερλαντ, ένας δαιμόνιος ελβετογερμανός βιολόγος γενετιστής, έχει αποστολή να αποσπάσει διά της βίας με επιθέσεις και τραυματισμούς τα εξαιρετικά γονίδια από το DNA νεαρών ταλαντούχων καλλιτεχνών, αν δεν συμφωνήσουν να γίνουν εθελοντές στα πειράματα του Ινστιτούτου για την “εξέλιξη του ανθρώπου”: πιανίστες του Royal School of Music του Λονδίνου στα σκοτεινά δρομάκια του Σόχο, κορσικανοί γλύπτες στα στενά της Βία Βένετο, ρουμάνες χορεύτριες από το μπαλέτο του Μπεζάρ στην λίμνη της Γενεύης, οκτάχρονους Ισπανούς χορωδούς στην εκκλησία της πλατείας Σάντα Μαρία της Βαρκελώνης και άτεκνες ελληνίδες που ήθελαν να αποκτήσουν παιδιά με ξένα ωάρια και σπέρμα.

Ο “σύγχρονος Φρανγκεστάιν” καθισμένος απερίσπαστα πίσω από την απαγορευμένη είσοδο στο υπόγειο του σκοτεινού εργαστηρίου του, έπρεπε να επιλέξει με ακρίβεια, μπροστά από το μικροσκόπιο τα έμβρυα με τα επιθυμητά χαρακτηριστικά “μωρών επί παραγγελία” των πελατισσών του στο τελευταίο στάδιο.

Απίστευτα παράδοξο, χωρίς ηθικούς φραγμούς, το θέμα του βιβλίου μάς θέτει αντιμέτωπους με την κρίσιμη επιλογή: θα εμπιστευθούμε το μέλλον της ζωής στις τεχνικές γενετικής για επεμβάσεις κατά βούληση στο ανθρώπινο DNA, μέχρι να εξαλειφθούν οι ασθένειες, με απώτερη επιδίωξη την ευζωία, και με επίκτητα χαρίσματα για εμάς και τα παιδιά μας; Πού τραβάμε τη διαχωριστική γραμμή;

Για το έργο της Λίνας Σόρογκα ο Τίτος Πατρίκιος έγραψε: “…Ο λόγος με τον οποίο αρθρώνεται η αφήγησή της είναι συναρπαστικός”.

Αλεξάνδρα Κ*

9.99

Γυναίκες που παρατηρούν άνδρες, γυναίκες που παρατηρούν γυναίκες, παιδιά που παρατηρούν άνδρες και γυναίκες να παίζουν ένα άνισο παιχνίδι. Είκοσι ιστορίες για καλές µαθήτριες, σκυµµένες πάντα πάνω από µια λάθος εξίσωση.