Υπόμνηση της μοναδικής μας εξόδου στην Αρκαδία: το γεύμα στο χάνι Κοσκινά στο Δραγούνι και ύστερα το κατέβασμα στην πηγή που ανάβλυζε χαμηλότερα μέσα στα βούρλα. Εκείνη η τεράστια σιγαλιά και εγώ από θέση υπτία, με τους μηρούς έκθετους στην ψύχρα του δειλινού να βυθομετρώ τον ατέρμονα διάφανο ουρανό.
Τέλη Σεπτεμβρίου – του πρώτου μας.”
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης
Σε μια Αθήνα που αποσυντίθεται και καταρρέει, ο Αργύρης Τρίκορφος, ιδιοκτήτης άλλοτε μιας ακμάζουσας οικογενειακής βιοτεχνίας κουμπιών, πασχίζει να ξανασταθεί στα πόδια του δουλεύοντας ως ταξιτζής. Τα πραγματικά του προβλήματα όμως αρχίζουν την ημέρα που βρίσκει στο αυτοκίνητό του ένα ξεχασμένο τσαντάκι γεμάτο λεφτά. Προσπαθώντας να κάνει το σωστό, παρασύρεται σε μια προσωπική περιπέτεια που τον φέρνει αντιμέτωπο με όλους και με όλα: απ` την οικογένεια, τους φίλους και τους συναδέλφους του ως την Αστυνομία και. . .τα ΜΜΕ.
Μια περιπλάνηση στους δρόμους της σημερινής Αθήνας. Ένα μυθιστόρημα για την ατομική ευθύνη, τη συμπόνια και τη γενναιοδωρία. Ένα καυστικό σχόλιο για το σύγχρονο τρόπο ζωής.
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




