Βλέπετε 1–15 από 372 αποτελέσματα

Ελληνική λογοτεχνία

Ελληνική λογοτεχνία

Σενιορίτα

Έρση Σωτηροπούλου

Η taqueria είχε σχεδόν αδειάσει. Όλες οι µάσκες γύρω της τώρα χαµογελούσαν µε φρύδια τσιγκέλια και στόµατα κόκκινα σαν βράγχια ψαριού. Έπρεπε να θυµηθεί. Να θυµηθεί τι; Κάτι. Ήταν πολύ σηµαντικό. Κάτι που σκεφτόταν πριν. Πριν; Πότε πριν; Πριν από τι;

Μια γυναίκα, µπλεγµένη τυχαία στην ατµόσφαιρα γιορτής στους δρόµους της Πόλης του Μεξικού. Στη µια πλευρά της Avenida οι µάσκες, οι χοροί του καρναβαλιού, η αχαλίνωτη λαγνεία. Στην άλλη, την «κακή πλευρά», η Σενιορίτα προσπαθεί να προσανατολιστεί σε µια παρέλαση τρόµου στους δρόµους της παράφορης ελπίδας και των διαψεύσεων, σκέφτεται την ταπείνωση του θανάτου, φυσάει το πένθος από τα πνευµόνια της και αγνοεί τις συστάσεις να µη βγαίνει µόνη της τη νύχτα – εξάλλου, τι πιο επικίνδυνο από τις εικόνες που ξεβράζει το ανυπάκουο, χαοτικό και επικίνδυνα ζωντανό µυαλό της;

8.80

Ελληνική λογοτεχνία

Γαλανόσκυλος

Απόστολος Δοξιάδης

Ο Δώρης Καλούσης δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. Θέλοντας να γράψει το μεγάλο του μυθιστόρημα, παλεύει με αναπάντεχες προκλήσεις, εξωτερικές αλλά και εσωτερικές. Δραπετεύει στον Παρνασσό για να συγκεντρωθεί. Όμως εκεί τον παρασέρνει ένα εντελώς άγνωστο βιβλίο, τόσο ζωντανό, ώστε ο κόσμος του αρχίζει να εισβάλλει στην πραγματικότητά του.
Αθήνα, 1942. Ο Χριστόφορος Μπάμιας, απότακτος δημοκρατικός αξιωματικός, αναλαμβάνει να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή. Όμως τίποτα δεν είναι απλό στην αποστολή του, σε μια πόλη που πεινάει και σε μια εποχή όπου οι Ναζί σχεδιάζουν να γυρίσουν ταινία την Ορέστεια του Αισχύλου ως ύμνο στον Φύρερ. Ο Σφενδαμής απειλείται για να προσυπογράψει την πιο τερατώδη διαστρέβλωση του αρχαίου πνεύματος. Ο Μπάμιας πρέπει να τον σώσει, και μαζί του, κάτι πολύ μεγαλύτερο: την Αλήθεια. Στο πλευρό του έχει τον Γαλάνη, έναν σκύλο που δεν είναι ακριβώς… σκύλος.
Από τα σκοτεινά παρασκήνια της Ακαδημίας Αθηνών μέχρι το Μαντείο των Δελφών, από τον Απόλλωνα ως τον Διόνυσο, από το ένδοξό μας παρελθόν ως τη σημερινή μας σχιζοφρένεια, η δράση, η σάτιρα και το μυστήριο υφαίνουν ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Ιστορίας και το λεπτό νήμα που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα, τη σοφία από την τρέλα, την αφήγηση από τη ζωή.

22.50

Ελληνική λογοτεχνία

Ο αγνοούμενος του Ματαρόα

Νίκος Αμανίτης

Ποιος ήταν αυτός ο μυστήριος ζωγράφος που αγνοείται εντελώς από την ελληνική βιβλιογραφία, που δεν άφησε εδώ πέρα ούτε το όνομά του, που ταξίδεψε με το Ματαρόα και τον μνημονεύουν μετά θάνατον οι Νew Υork Τimes; Κι αυτό το κορίτσι που ήταν δεκαεννιά χρονών το 1939 και το έχουμε αφήσει σε ένα χωριό της νότιας Γαλλίας, επέζησε; Δημιούργησε; Τον ξαναβρήκε; Μπορείς άραγε να ανακαλύψεις μια φοιτήτρια του Μεσοπολέμου στον 21ο αιώνα; Εκεί που χάνεται το μονοπάτι του Εθνικού Κήπου σε έναν πίνακα ζωγραφισμένο μέσα στην Κατοχή, εκεί αρχίζει αυτή η ιστορία. Η δική τους και η δική μας. Όλων μας.

Πολλές ζωές μπλέκονται στις σελίδες αυτού του βιβλίου, σιγοπερπατούν κάτω από τις πιπεριές της μεσοπολεμικής Αθήνας, χορεύουν στα ντάνσινγκ του Παρισιού λίγους μήνες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, συναντάνε αγωνιστές του ΕΑΜ και δωσίλογους υπουργούς, φωτογραφίζονται με τον Μόραλη, συνομιλούν με τον Σικελιανό, τοιχογραφούν τα κεντρικά γραφεία της Pfizer δεκαετίες πριν τα εμβόλια μας βγάλουν από τον εγκλεισμό. Ο αθηναϊκός Μεσοπόλεμος, το Παρίσι του ’39 και του ’45, η Κατοχή, το αλβανικό μέτωπο, το Σαν Φρανσίσκο του ’50 και η Νέα Υόρκη του ’60, συμπτώσεις, αναπάντεχες συναντήσεις, ταξίδια με πλοία ονομαστά, δανεικές αναμνήσεις και μια προσπάθεια να κρατηθεί ο χρόνος που δεν κρατιέται με τίποτα. Θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα βγαλμένο από τη φαντασία του συγγραφέα, αλλά είναι όλο αληθινό, ένα ντοκιμαντέρ μιας ταραγμένης εποχής. Και ίσως έτσι να είναι καλύτερα.
Απόσπασμα από το βιβλίο

17.91

Ελληνική λογοτεχνία

Η νόσος των ουρητηρίων

Μιχάλης Αλμπάτης

Ένας μυστηριώδης ιός, εκκινώντας από ένα ταπεινό δημόσιο ουρητήριο των Αθηνών, θέτει ολόκληρο τον πλανήτη υπό την εξουσία του. Πρόκειται για έναν ιό – αναμορφωτή, που μετατρέπει τους ανθρώπους, όλους, σε καλλιτέχνες. Η έμπνευση, η έκφραση, το κάλλος, είναι τα νέα ιδανικά που την ανθρωπότητα κινούν? οι πόλεμοι κατασιγάζουν, η δίψα για χρήμα και εξουσία ξεθυμαίνει, οι πολιτικοί και θρησκευτικοί φανατισμοί εξασθενούν, και δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι το ανθρώπινο είδος εισέρχεται για πρώτη του φορά σε έναν πραγματικά Χρυσό Αιώνα. Τα πράγματα ωστόσο δεν θα μπορούσαν να είναι τόσο απλά, καθώς αυτή η γλυκιά αρρώστια, που όλοι αντιμετωπίζουν σαν ευλογία, δεν είχε φανερώσει ακόμα όλα της τα χαρτιά…

Ένα βιβλίο που ξεκίνησε σαν νουβέλα αλλά κατέληξε μυθιστόρημα, ένα βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί είτε με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλον. «Αυτή η αλλαγή οπτικής μετέβαλε άρδην τη στάση του απέναντι στους Καλλιτέχνες. Ένιωθε οίκτο για αυτούς, τον ίδιο οίκτο που και για τον εαυτό του άρχισε να νιώθει, γιατί κατάλαβε ότι και ο ίδιος υπήρξε άρρωστος, βαθιά, πριν ακόμα ο ιός κάνει την εμφάνισή του? κατάλαβε ότι κάθε καλλιτέχνης δεν είναι άλλο από ένας ασθενής που μέσα στην ίδια την έξαρση των συμπτωμάτων του αναζητεί ματαίως τη γιατρειά του, κι ήταν σίγουρος πια πως, όσο κι αν αξίζανε κάποια από τα έργα της Τέχνης έναν θαυμασμό απεριόριστο, στους ίδιους τους καλλιτέχνες άρμοζε μόνο με το στεφάνι της λύπησης, το καμωμένο από άχυρο, να στεφανωθούνε.»

21.00

Ελληνική λογοτεχνία

Το χρονικό μιας διαβολούπολης

Σοφία Αυγερινού

Όταν ο περιπλανώμενος θίασος της Σιμύρνας εγκαθίσταται στη φιλήσυχη Αγαθούπολη, κανείς δεν φαντάζεται τις ανατροπές που θα προκύψουν από τη συνύπαρξη των αχαλίνωτων καλλιτεχνών με τους νομοταγείς πολίτες. Και ποιος θα μπορέσει να αντισταθεί στους πειρασμούς της απόλυτης ελευθερίας και της υποκριτικής αγαθότητας; Μια θεατρική παράσταση παρασύρει το πλήθος σε πρωτοφανείς βιαιότητες, ένα στυγερό έγκλημα οδηγεί την πόλη στο χάος, οι άδολες ψυχές παραπαίουν και το πεπρωμένο περιφέρεται παντοδύναμο και ανίσχυρο ανάμεσα στα παραπήγματα της Διαβολούπολης των θεατρίνων και των τρελών – στο Κουκούι. «Πόσες, πόσες ζωές μπορώ να ζήσω, πείτε μου, σύντροφοι. Πείτε μου, κι εγώ θα τις ζήσω τριπλές! Γλυκός, ζεστός ο ήλιος πάνω στο κορμί, ο άνεμος δύναμη μες στα μαλλιά μου, πικρό και μαλακό το σκοτάδι του έρωτα και λίγη η χαρά. Λίγη. Πάρε με, ήλιε, τι προσμένεις; Τι κι αν πλησιάζει ο θερισμός, πάρε με συ και κάνε με αφρό και κάνε με γλάρο. Μεγάλος ο εχθρός σαν τον κοιτάς από τ’ αμπάρι μέσα στην καταχθόνια νυχτιά, μα φίλος γίνεται ψηλά στ’ άρμενα σαν κρεμιέσαι. Πήγαινε συ σαν μαύρο βέλος, αγαπημένη, και άσε με στο στόχαστρο των άστρων να γελώ!» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

13.19

Ελληνική λογοτεχνία

Ο άλλος Λάζαρος

Σοφία Αυγερινού

Ο Λάζαρος είναι ένας άνθρωπος φτωχός και αθώος. Τόσο αθώος που χάνει δουλειά και σπίτι και περιφέρεται άστεγος με τη γυναίκα του, έχοντας δώσει την έφηβη κόρη του ως αντάλλαγμα για τα χρέη που τον πνίγουν. Τόσο φτωχός που δεν μπορεί ούτε να διαμαρτυρηθεί για τις συμφορές και τις αδικίες. Μόνο σωπαίνει. Μέχρι που του δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία να μιλήσει, να εκδικηθεί, να διεκδικήσει. Μια δεύτερη ζωή. Και μια τρίτη. Πόσο χρειάζεται ένας άνθρωπος για να βρει τη φωνή που έχει χάσει; “Ο τελώνης του παρέδωσε δυο-τρία χαρτιά με υπογραφές και σφραγίδες. Διαταγή πληρωμής. Κατάσχεση. Τρεις μέρες προθεσμία. Έστεκε όρθιος και παρίστανε πως διάβαζε κάτι χθεσινές εφημερίδες. Ο πλούσιος είχε καρφώσει τα μάτια στην πόρτα και περίμενε. Ο Λάζαρος ήξερε τι περίμενε και ήξερε επίσης πως έπρεπε κανονικά να τον πετάξει έξω. Ωστόσο αποφάσισε να δει πού θα πήγαινε το πράγμα. Όταν ήταν ώρα για μεγάλες αποφάσεις, ο Λάζαρος το έσκαγε από την πίσω πόρτα και άφηνε κάποιον άλλο Λάζαρο να παρακολουθεί στη θέση του”. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

14.40

Ελληνική λογοτεχνία

Τρεις κόρες

Σοφία Αυγερινού

Μπορούμε να γυρίσουμε πίσω το ρολόι, σ’ εκείνη τη στιγμή που διαπράξαμε το θεμελιώδες λάθος; Είναι η ζωή κύκλος αιώνιας επανάληψης, ή μοναδική παράσταση χωρίς σενάριο και χωρίς πρόβα; Τρεις κόρες χαμένες, η Αρετή, η Σιράν, η Ευρυδίκη. Τρεις και μυριάδες αποχωρισμοί, και το αβέβαιο χώμα της πατρίδας. Ένας διευθυντής μουσείου αναγκάζεται να θάψει τα αρχαία αγάλματα, και ο Νικόλας, άνεργος και ανέστιος στα σαράντα, αποφασίζει να πραγματοποιήσει το ταξίδι με το τρένο από το Βελιγράδι μέχρι το Βερολίνο, αυτό που δεν είχε τολμήσει στα είκοσι. Ανακαλύπτει από την αρχή το νόημα του οικείου και του ξένου, και συναντά, χωρίς ποτέ να το μάθει, το παρελθόν του, σε μια περιπλάνηση που κάνει τον ξενιτεμό να μοιάζει γυρισμός. “…για δες, πάντα χαμένοι οι Έλληνες, αναγκασμένοι να σκύβουν κάτω, να γυρνάνε πίσω, κάτω στη γη τους, πίσω στους γονιούς τους, πίσω στα παιδιά τους, οι Έλληνες είναι δεμένοι με κάτι από τα παλιά, και την ελευθερία τη βλέπουν σαν επανάληψη του αρχαίου μεγαλείου, της μητρικής αγκαλιάς, της ανοιχτής θάλασσας που τους καταπίνει στο τέλος και τους αποθέτει στον βυθό της ιστορίας, εκεί όπου αισθάνονται σαν στο σπίτι τους, παρέα με σκουριασμένες περικεφαλαίες και σπασμένα κιονόκρανα, πρασινισμένα από την υγρασία…” (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

14.90

Ελληνική λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις

Σοφία Αυγερινού

Οι τακτικές επισκέψεις της αφηγήτριας στο σπίτι των τυφλών συγγενών της μετατρέπονται σε εναγώνιες προσπάθειες να σώσει τον γιο τους από την ψυχική κατάρρευση, όταν εκείνος αρχίζει να σημειώνει ανύπαρκτες λέξεις σε χαρτάκια και να τα κολλάει παντού μέσα στο διαμέρισμα. Η προσπάθειά του να θυμηθεί κάποια λέξη από τα όνειρά του, μια λέξη που «θα του αλλάξει τη ζωή», θα οδηγήσει εκείνον και την εξαδέλφη του στο σκοτάδι του άρρητου, στη γιατρειά της γραφής και σε μια πορεία αυτογνωσίας, όπου η σιωπή, οι λέξεις και οι ήχοι συνενώνονται και γίνονται γέφυρα για μια πιθανή λύτρωση. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

14.00

Ελληνική λογοτεχνία

Επί σκοπώ πλουτισμού

Ελισάβετ Χρονοπούλου

Ένα τηλεφώνημα από ένα δημόσιο νοσοκομείο. Ένας άγνωστος νεκρός. Μια διαθήκη. Μια απροσδόκητη κληρονομιά. Κι ένα γράμμα που αποκαλύπτει μια παλιά ιστορία, μια μικρή ιστορία από αυτές που η μεγάλη δεν κατέγραψε, ένα έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο, μια ανεπούλωτη πληγή, μια εξέγερση στο άδικο που πήρε το σκοτεινό μονοπάτι της αυτοδικίας. Ένα γαϊτανάκι βίας που εξερευνά τη διττή δύναμη του αισθήματος δικαίου, τη δύναμη που κάνει τον άνθρωπο «άνθρωπο» αλλά και θηρίο.

Σ’ αυτά τα θολά νερά βρίσκεται παγιδευμένος ο αφηγητής του βιβλίου, σε μια Ελλάδα 80 χρόνων μετά, ανιστόρητο παιδί της λήθης, αντιμέτωπος με ένα άγνωστο παρελθόν που ξυπνάει για να του αποκαλύψει πως είναι κι ο ίδιος μέρος του, πως είναι ο κληρονόμος αυτού του παρελθόντος, πάντα υπήρξε είτε το γνώριζε είτε όχι, επειδή αυτά που έχουν γίνει δεν παύουν να έχουν γίνει μόνο και μόνο επειδή εμείς δεν τα γνωρίζουμε.

 

16.00

Ελληνική λογοτεχνία

Το παιδί

Γιάννης Παλαβός

Παιδιά, γονείς, αλεπούδες, σπουργίτια, χωράφια, άγιοι. Δώδεκα διηγήματα, καρποί μιας κερασιάς που ανθίζει κάτω απ’ το νερό.

Μετά το εμβληματικό Αστείο, ο Παλαβός στρέφει το συγγραφικό του ιδίωμα προς την κατεύθυνση ενός άλλοτε τρυφερού και άλλοτε σκληρού ρεαλισμού, σε μια συλλογή με κοινό παρονομαστή την εντοπιότητα, το παιδικό βλέμμα, τη φύση και τη βία. Το Παιδί κυκλοφόρησε το 2023 στα σουηδικά σε μετάφραση του Γιαν Χένρικ Σβαν –Σουηδού μεταφραστή της Όλγκα Τοκάρτσουκ– και το 2025 στα γαλλικά (μετάφραση: Αν Λορ Μπριζάκ).

10.00

Ελληνική λογοτεχνία

Κακιά

Μίριαμ Γκούρμπα

Είναι κακό να είσαι κακιά; Πόσο κακιά μπορείς να γίνεις; Μπορεί να σε προφυλάξει η κακία από τον μισογυνισμό, των ρατσισμό, την ομοφοβία και κυρίως από τον βιασμό; Κάτι ανάμεσα σε αυτοθεωρία, true crime, μυθιστόρημα κουίρ ενηλικίωσης και ιστορία με φαντάσματα, η “Κακιά” είναι ένα τραγικό και αστείο βιβλίο για τη σεξουαλική βία, τα βιβλία, τη λευκή υπεροχή και τη διαχείριση της ζωής και του τραύματος. «Φερόμαστε με κακία για να προστατευτούμε από τη βαρεμάρα και από όσους θα μπορούσαν να μας κόψουν τα στήθη. Φερόμαστε με κακία για να υπερασπιστούμε τις ομάδες και τους θεσμούς μας. Φερόμαστε με κακία γιατί μας αρέσει να γελάμε. Έχει πλάκα να γίνεσαι κακιά με τα αγόρια και είναι και καθήκον των δευτεροκυματικών φεμινιστριών. Είναι ιερή αποστολή να είσαι αγενής με τους άντρες που το αξίζουν. Η αίσθηση αδερφότητας με άλλες γυναίκες κρύβει πολλή δύναμη αλλά το να γίνεσαι καριόλα σε γεμίζει ζωή. Είναι θεαματικό να είσαι μαλακισμένη.» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

16.01

Ελληνική λογοτεχνία

Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ

Βασίλης Γκουρογιάννης

Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι φτιαγμένος από υλικά υπαρξιακής αγωνίας, ιστορίας, ιδεολογίας, ιδεοληψίας, τέχνης, έρωτα. Τυπικό δείγμα του μετακατοχικού Έλληνα που προσπαθεί με οποιοδήποτε υλικό να καλύψει το προσωπικό και κυρίως το συλλογικό τραύμα.

Η πορεία του μυθιστορήματος αρχίζει από τα χρόνια της Κατοχής, φτάνει σχεδόν στο σήμερα και αντιμετωπίζει τον Εμφύλιο σαν έναν τοκογλύφο που δεν μπορεί κανένας να τον ξεχρεώσει όσο αίμα και μελάνι κι αν τον αφήσει να ρουφήξει από τις αρτηρίες του. Όλα κινούνται με παραισθήσεις και ιδεοληψίες, δεν υπάρχει βεβαιότητα για τίποτε.

Ματαιωμένες ζωές, ιδεολογικές ανατροπές, κωμικές και τραγικές καταστάσεις που εναλλάσσονται απροσδόκητα. Το μυθιστόρημα υποστηρίζεται από αλλήθωρη γλώσσα, αλλού κοιτάζει αλλού δαγκώνει και τρέφεται από τις δικές της σάρκες – εντέλει, περιέχει ευαισθησία και προκλητικότητα, ειρωνεία και ποιητικότητα, σεβασμό και βεβήλωση ιερών και οσίων, φιλοσοφικό στοχασμό. Όλα αυτά κρύβουν στο βάθος έναν ανεκδήλωτο σπαραγμό για την ατομική και συλλογική μοίρα του ανθρώπου.

15.50

Βασίλης Θ. Χατζηϊακώβου

Μπαίνω μια μέρα στον Ναυτίλο και βρίσκω στον πρώτο πάγκο μια παλιά έκδοση του «Παλαιοβιβλιοπώλη Μέντελ» του Στέφαν Τσβάιχ και το ξεφυλλίζω. Γυρίζω προς τον Τσάκαλο που με ρωτάει τι μελετάω με τόση εμβρίθεια και του λέω: «Μπράβο, Τσάκαλε! Επιτέλους, αποφάσισες να βγάλεις την αυτοβιογραφία σου!». Έλαμψε! Δεν έχω ξαναδεί στο πρόσωπό του τόση χαρά και περηφάνια… άρχισε να γελάει ασταμάτητα!

***

Το ακατανόητο θαύμα και το μέγα και παράδοξο μυστήριο του χώρου του βιβλίου ΓΕΩΡΓΙΟΣ του ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΣ έκλεισε πίσω του μια βαριά σμιλεμένη για αιώνες χρυσοποίκιλτη πόρτα και τη σφάλισε με μάνταλο βαρύ! Ο τελευταίος κατ’ ουσίαν Τιτάνας του βιβλίου, ο σημαντικότερος βιβλιοπώλης των τελευταίων πενήντα ετών που γνώριζε και ζούσε για το βιβλίο στην ολότητά του!

10.00

Ελληνική λογοτεχνία

Τα κλεμμένα σταφύλια

Γιώργος Μολέσκης

Ο Όμηρος Αρτεμίου μεγαλώνει στη Λύση, ένα ζωντανό αλλά ταραγμένο χωριό της κυπριακής υπαίθρου, την περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ και των πρώτων χρόνων της ανεξαρτησίας.

Ανάμεσα στην ανασφάλεια της εποχής, τις δυσκολίες της οικογένειας και τα πρώτα σημάδια ενηλικίωσης, προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του και να χαράξει τον δικό του δρόμο.

Πηγαίνοντας στην Αμμόχωστο για δουλειά, γνωρίζει τη σκληρότητα της καθημερινής βιοπάλης αλλά και τις πρώτες του αγάπες, τις απογοητεύσεις και τα διλήμματα που θα καθορίσουν τον χαρακτήρα του. Όσα βιώνει θα τον οδηγήσουν σε μια βαθιά προσωπική αναμέτρηση με τον εαυτό του και την πραγματικότητα της εποχής.

Με αμεσότητα και εσωτερικό ρυθμό, η ιστορία αποτυπώνει την πορεία ενός νέου προς την ωριμότητα, φωτίζοντας μια κρίσιμη περίοδο της κυπριακής ιστορίας με ευαισθησία και αλήθεια.

13.78

Νίκος Βέλμος

Η ανθρωπότης έχει σαπίσει από τα νεύρα της -αιώνες τώρα-, για τούτο βαδίζει προς την ηλιθιότητα. Ζούμε προσποιητά. Μας λείπει ο πραγματικός εαυτός μας. Οι περισσότεροι γεννιόμαστε δίχως αυτόν, κι όσοι γεννιούνται μ’ αυτόν πεθαίνουν μ’ άλλον. Μακριά, μακριά όσοι δεν μπορούν να επαναστατήσουν για την ευτυχία της ανθρώπινης φυλής, μακριά όσοι δε θυσιάζονται για την πίστη τους, μακριά όσοι ζητιανεύουν τη λύπη του άλλου. Αγαπώ τη δυστυχία μου σαν ευτυχία και δεν την ανταλλάζω με όλων των ειδών τις σημερινές εκτιμήσεις και αναπαύσεις, γιατί αυτή μου είπε πως υπάρχει ευτυχία, γιατί αυτή μου ‘δειξε το δρόμο που οδηγεί στην ευτυχία. Δεν υπάρχει πλέον κακό πλάσμ’ από τον άνθρωπο, και ιδίως απ’ τον σημερινό, το τελευταίο γέννημα του πιο σάπιου αιώνα· ως και τα σκυλιά διέφθειρε, μαθαίνοντά τα κι αυτά ν’ αγαπούν ορισμένους ανθρώπους. Επαναστατώντας δεν θα ελευθερώσει μοναχά τον εαυτό του, αλλά και τα ζώα. […] (“Κοινωνικό βιβλίο”, από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

12.00