Ο Λάμπρος επιστρέφει στην επαρχία των παιδικών του χρόνων με ένα μυστικό που θα του κοστίσει πολύ. Μια ιστορία για τον παράφορο έρωτα και τη βία του. Η Κική επιστρέφει στα τριάντα τρία της στην επαρχιακή κωμόπολη όπου μεγάλωσε μέχρι τα δεκατρία, ώστε να ζήσει εκεί. Όμως το όνομά της πλέον είναι Λάμπρος, οπότε ο Λάμπρος που ήταν κάποτε Κική επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του για να ξαναπέσει πάνω στον έρωτα της ζωής του, αυτόν που ως κοριτσάκι άφησε πίσω, για να ξανατραυματιστεί θανάσιμα από τον ίδιο έρωτα που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, για να παλέψει ο αρσενικός εαυτός με τον θηλυκό μέσα στο ίδιο σώμα, όπου η συνύπαρξη και η σφαγή είναι αναπόφευκτες, ακόμα και σε άτομα που γεννιούνται και πεθαίνουν με την ίδια ταυτότητα. Το πλάσμα αυτό το διχοτομημένο, με το δαχτυλίδι λεοπάρδαλη, το όμορφο και αυτοκαταστροφικό αυτό πλάσμα που φτιάχνει κοσμήματα, που ξέρει από λογοτεχνία, που έχει γυρίσει την Ευρώπη, που μιλάει λίγο και γοητεύει τους πάντες, περιφέρεται στα μπαρ, τα μεζεδοπωλεία και τις αλάνες της επαρχίας, παλεύοντας με τα δύο φύλα μέσα του, με το σκοτάδι του το άφυλο και με τον παράφορο έρωτα.
Στέλιος Βαρβαρέσος
Ο Γκάντι υποστήριζε ότι, “η Ινδία είναι μια, κι ότι μόνο για τους λευκούς είναι σύνθετη και περίπλοκη”. Εκ των υστέρων φαίνεται ότι μάλλον είχε δίκιο. Πριν το ταξίδι, όταν ακόμα βρισκόμουν μακριά, διέκρινα ότι το πρόβλημα βρισκόταν στην αδυναμία ενός “ξένου” να κατανοήσει τον πυρήνα της προσωπικότητας της Ινδίας.
Ήθελα να γνωρίσω από κοντά την Ινδία, να την κατανοήσω, στο μέτρο πάντα του δυνατού, να διαπιστώσω αν πραγματικά υπήρχαν οι πολλές Ινδίες για ένα λευκό, όπως υποστήριζε ο Γκάντι. Ήθελα να διαπιστώσω από κοντά, αν πραγματικά υπήρχαν όλες αυτές οι Ινδίες, με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “αγίους”, “επαίτες”, “γιόγκι”… τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”. Όλα τα συστατικά του ταξιδιού κυοφορούσαν στο μυαλό μου για πολλά χρόνια. Το μόνο που έλειπε ήταν το “φύγαμε”, κι αυτό προέκυψε, εντελώς τυχαία, στα τέλη Μαΐου του 1996, πάνω στην κουβέντα μ’ ένα φίλο. Δυο εβδομάδες αργότερα πετούσαμε για το Κατμαντού στο Νεπάλ, κι από εκεί θα κατηφορίζαμε για τις ζεστές πεδιάδες και τις σκονισμένες ερήμους της αχανούς Ινδίας, πριν ανηφορίσουμε για τα μυστηριώδη Ιμαλάια.
Δεν είχαμε κάποιο σχέδιο, ψάχναμε τα σημάδια για να μας οδηγήσουν, διαθέταμε λίγα χρήματα αλλά αρκετό χρόνο. Στην Ινδία ήθελα να περιπλανηθώ, να χαθώ, ν’ αλλάξω… Πάνω στους χάρτες αναζητούσα αόρατα σημάδια που θα με οδηγούσαν στους μύθους, τους ανθρώπους… τα θαύματα.
Στην Ινδία με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “ασκητές” κι “αγίους”, τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”, χάθηκα, μπερδεύτηκα… αλλά προσπάθησα να καταλάβω λίγο περισσότερο τον κόσμο που με περίβαλε, προσπάθησα κάτι να βρω… προσπάθησα να κατανοήσω περισσότερο εμένα τον ίδιο, προσπάθησα να παραμερίσω, έστω και ελάχιστα, το φοβερό πέπλο της άγνοιας που σκιάζει τη ζωή του ανθρώπου.
Στέλιος Βαρβαρέσος
Ο Γκάντι υποστήριζε ότι, “η Ινδία είναι μια, κι ότι μόνο για τους λευκούς είναι σύνθετη και περίπλοκη”. Εκ των υστέρων φαίνεται ότι μάλλον είχε δίκιο. Πριν το ταξίδι, όταν ακόμα βρισκόμουν μακριά, διέκρινα ότι το πρόβλημα βρισκόταν στην αδυναμία ενός “ξένου” να κατανοήσει τον πυρήνα της προσωπικότητας της Ινδίας.
Ήθελα να γνωρίσω από κοντά την Ινδία, να την κατανοήσω, στο μέτρο πάντα του δυνατού, να διαπιστώσω αν πραγματικά υπήρχαν οι πολλές Ινδίες για ένα λευκό, όπως υποστήριζε ο Γκάντι. Ήθελα να διαπιστώσω από κοντά, αν πραγματικά υπήρχαν όλες αυτές οι Ινδίες, με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “αγίους”, “επαίτες”, “γιόγκι”… τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”. Όλα τα συστατικά του ταξιδιού κυοφορούσαν στο μυαλό μου για πολλά χρόνια. Το μόνο που έλειπε ήταν το “φύγαμε”, κι αυτό προέκυψε, εντελώς τυχαία, στα τέλη Μαΐου του 1996, πάνω στην κουβέντα μ’ ένα φίλο. Δυο εβδομάδες αργότερα πετούσαμε για το Κατμαντού στο Νεπάλ, κι από εκεί θα κατηφορίζαμε για τις ζεστές πεδιάδες και τις σκονισμένες ερήμους της αχανούς Ινδίας, πριν ανηφορίσουμε για τα μυστηριώδη Ιμαλάια.
Δεν είχαμε κάποιο σχέδιο, ψάχναμε τα σημάδια για να μας οδηγήσουν, διαθέταμε λίγα χρήματα αλλά αρκετό χρόνο. Στην Ινδία ήθελα να περιπλανηθώ, να χαθώ, ν’ αλλάξω… Πάνω στους χάρτες αναζητούσα αόρατα σημάδια που θα με οδηγούσαν στους μύθους, τους ανθρώπους… τα θαύματα.
Στην Ινδία με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “ασκητές” κι “αγίους”, τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”, χάθηκα, μπερδεύτηκα… αλλά προσπάθησα να καταλάβω λίγο περισσότερο τον κόσμο που με περίβαλε, προσπάθησα κάτι να βρω… προσπάθησα να κατανοήσω περισσότερο εμένα τον ίδιο, προσπάθησα να παραμερίσω, έστω και ελάχιστα, το φοβερό πέπλο της άγνοιας που σκιάζει τη ζωή του ανθρώπου.
Στέλιος Βαρβαρέσος
Ο Γκάντι υποστήριζε ότι, “η Ινδία είναι μια, κι ότι μόνο για τους λευκούς είναι σύνθετη και περίπλοκη”. Εκ των υστέρων φαίνεται ότι μάλλον είχε δίκιο. Πριν το ταξίδι, όταν ακόμα βρισκόμουν μακριά, διέκρινα ότι το πρόβλημα βρισκόταν στην αδυναμία ενός “ξένου” να κατανοήσει τον πυρήνα της προσωπικότητας της Ινδίας.
Ήθελα να γνωρίσω από κοντά την Ινδία, να την κατανοήσω, στο μέτρο πάντα του δυνατού, να διαπιστώσω αν πραγματικά υπήρχαν οι πολλές Ινδίες για ένα λευκό, όπως υποστήριζε ο Γκάντι. Ήθελα να διαπιστώσω από κοντά, αν πραγματικά υπήρχαν όλες αυτές οι Ινδίες, με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “αγίους”, “επαίτες”, “γιόγκι”… τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”. Όλα τα συστατικά του ταξιδιού κυοφορούσαν στο μυαλό μου για πολλά χρόνια. Το μόνο που έλειπε ήταν το “φύγαμε”, κι αυτό προέκυψε, εντελώς τυχαία, στα τέλη Μαΐου του 1996, πάνω στην κουβέντα μ’ ένα φίλο. Δυο εβδομάδες αργότερα πετούσαμε για το Κατμαντού στο Νεπάλ, κι από εκεί θα κατηφορίζαμε για τις ζεστές πεδιάδες και τις σκονισμένες ερήμους της αχανούς Ινδίας, πριν ανηφορίσουμε για τα μυστηριώδη Ιμαλάια.
Δεν είχαμε κάποιο σχέδιο, ψάχναμε τα σημάδια για να μας οδηγήσουν, διαθέταμε λίγα χρήματα αλλά αρκετό χρόνο. Στην Ινδία ήθελα να περιπλανηθώ, να χαθώ, ν’ αλλάξω… Πάνω στους χάρτες αναζητούσα αόρατα σημάδια που θα με οδηγούσαν στους μύθους, τους ανθρώπους… τα θαύματα.
Στην Ινδία με τους πολλούς “θεούς”, τους χιλιάδες “ασκητές” κι “αγίους”, τ’ άπειρα “παιδιά του Θεού”, χάθηκα, μπερδεύτηκα… αλλά προσπάθησα να καταλάβω λίγο περισσότερο τον κόσμο που με περίβαλε, προσπάθησα κάτι να βρω… προσπάθησα να κατανοήσω περισσότερο εμένα τον ίδιο, προσπάθησα να παραμερίσω, έστω και ελάχιστα, το φοβερό πέπλο της άγνοιας που σκιάζει τη ζωή του ανθρώπου.




