Καθώς τα ιστορικά και κοινωνικά αίτια της γένεσης του ναζισμού και των εγκλημάτων του έχουν εκτενώς διερευνηθεί, τον συγγραφέα απασχολούν οι προσωπικές οικογενειακές και πολιτισμικές προϋποθέσεις που τον στήριξαν, κυρίως όσες παραμένουν τόσο συχνά ασυνείδητες. Παρουσιάζει, λοιπόν, γραπτές μαρτυρίες ατόμων της οικογένειάς του αλλά και δικές του.
«Καθώς αυτές αφορούν κατά κύριο λόγο προσωπικές καταγραφές ή εκμυστηρεύσεις που λίγο ως πολύ καλύπτουν ολόκληρο σχεδόν τον 20ό αιώνα, ανοίγουν στην πράξη ένα παράθυρο που αποκαλύπτει την εσωτερική ζωή μιας “κοινής”, με άλλα λόγια, τόσο συνηθισμένης και κανονικής όσο όμως και προβληματικής με αρνητικά, ευτελή χαρακτηριστικά γερμανικής οικογένειας στη διάρκεια αυτής της ταραγμένης εποχής. Τι απαντήσεις μπορεί να δώσει αυτή η αποκαλυπτική ματιά στο κεντρικό ερώτημα “πώς έγινε δυνατό να διαπραχτεί το απόλυτο έγκλημα, γιατί ειδικά από Γερμανούς και τι επακολούθησε”;
»Σκοπός δεν είναι σήμερα να τους ξεμπροστιάσουμε και καταδικάσουμε, σκοπός είναι να ανακαλύψουμε εκείνα τα αδύναμα σημεία, την αχίλλειο πτέρνα, που επέτρεψε την παθολογική εκτροπή κι οδήγησε στην τρέλα του ναζισμού.»
Το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να διαβαστεί πριν το πρώτο του συγγραφέα, Ο ΤΟΠΟΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ: ΓΕΡΜΑΝΙΑ, Η ΑΝΟΙΚΕΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ, αφού η οικογένεια μπορεί να ειδωθεί ως το συχνά σκοτεινό, ανοίκειο υπόβαθρο της πατρίδας, την ίδια στιγμή που η πατρίδα ως πολιτεία, οικονομία, παιδεία και κοινωνία σφυρηλατεί την οικογένεια.
Απόστολος Δοξιάδης
Ο Δώρης Καλούσης δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. Θέλοντας να γράψει το μεγάλο του μυθιστόρημα, παλεύει με αναπάντεχες προκλήσεις, εξωτερικές αλλά και εσωτερικές. Δραπετεύει στον Παρνασσό για να συγκεντρωθεί. Όμως εκεί τον παρασέρνει ένα εντελώς άγνωστο βιβλίο, τόσο ζωντανό, ώστε ο κόσμος του αρχίζει να εισβάλλει στην πραγματικότητά του.
Αθήνα, 1942. Ο Χριστόφορος Μπάμιας, απότακτος δημοκρατικός αξιωματικός, αναλαμβάνει να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή. Όμως τίποτα δεν είναι απλό στην αποστολή του, σε μια πόλη που πεινάει και σε μια εποχή όπου οι Ναζί σχεδιάζουν να γυρίσουν ταινία την Ορέστεια του Αισχύλου ως ύμνο στον Φύρερ. Ο Σφενδαμής απειλείται για να προσυπογράψει την πιο τερατώδη διαστρέβλωση του αρχαίου πνεύματος. Ο Μπάμιας πρέπει να τον σώσει, και μαζί του, κάτι πολύ μεγαλύτερο: την Αλήθεια. Στο πλευρό του έχει τον Γαλάνη, έναν σκύλο που δεν είναι ακριβώς… σκύλος.
Από τα σκοτεινά παρασκήνια της Ακαδημίας Αθηνών μέχρι το Μαντείο των Δελφών, από τον Απόλλωνα ως τον Διόνυσο, από το ένδοξό μας παρελθόν ως τη σημερινή μας σχιζοφρένεια, η δράση, η σάτιρα και το μυστήριο υφαίνουν ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Ιστορίας και το λεπτό νήμα που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα, τη σοφία από την τρέλα, την αφήγηση από τη ζωή.
Ορέστης Φιωτάκης
Ένας ανώνυµος εικοσάχρονος αφηγείται ή, ίσως, εξοµολογείται. Στο αποµονωµένο του χωριό τα πάντα έχουν απόκοσµη στασιµότητα, το µόνο που µεταβάλλεται είναι ο χρόνος. Στο πατρικό του σπίτι, όπου ζει µε τη γιαγιά και τη συναισθηµατικά νεκρή µητέρα του, επικρατεί µια ατµόσφαιρα πένθους από τότε που ήταν παιδί. Ευτυχώς, όµως, έχει τα «Άλογα», µια συµµορία νεαρών αγοριών που πολεµάνε την πλήξη σκίζοντας τους επαρχιακούς δρόµους µε τις µηχανές τους. Ευτυχώς έχει και τον καλύτερό του φίλο, τον αρχηγό των «Αλόγων», τον όµορφο, πλούσιο και ευγενικό Ν. Ο Ν., µανιώδης αναγνώστης ο ίδιος, του χαρίζει για τα γενέθλιά του ένα βιβλίο που τον κάνει να δει τον εαυτό του και τη ζωή µε άλλο βλέµµα, τη µέρα που αλλάζει ο κόσµος, την 11η Σεπτεµβρίου 2001. Η σχέση των δυο αγοριών είναι πιο περίπλοκη από όσο µπορούν να παραδεχτούν… Ένα µυθιστόρηµα για τα ασαφή όρια ανάµεσα στην αλήθεια και στο ψέµα, για τη σύγχυση και τις εντάσεις της νεότητας και την εξερεύνηση της σεξουαλικότητας στην ελληνική επαρχία των αρχών του αιώνα µας.
Φέρντια Λέννον
Συρακούσες 412 π.Χ. Σε μια από τις αποφασιστικές μάχες του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι Αθηναίοι ηττώνται και χιλιάδες αιχμάλωτοι καταλήγουν σε ένα λατομείο, για να πεθάνουν εκεί από τις κακουχίες και την ασιτία. Δύο άνεργοι κεραμοποιοί, ο Γέλων και ο Λάμπων, λάτρεις του πιοτού, της μουσικής και της αθηναϊκής τραγωδίας, αποφασίζουν να ανεβάσουν τη Μήδεια με ηθοποιούς Αθηναίους αιχμαλώτους. Αλλά καθώς πλησιάζει η ώρα της παράστασης, οι δύο φίλοι συνειδητοποιούν ότι το θέατρο είναι επικίνδυνο όσο και ο πόλεμος, κι ότι ο εχθρός είναι εκεί – και παραμονεύει. Τα Ένδοξα κατορθώματα, το πολυβραβευμένο ντεμπούτο του Φέρντια Λέννον, είναι μια ωδή στην ανθρωπιά και τη δύναμη της τέχνης ενάντια στον πόλεμο, τη διχόνοια και τη βαρβαρότητα.
Τα Ένδοξα κατορθώματα οφείλουν τη συναισθηματική τους δύναμη σε έναν νηφάλιο σκεπτικισμό που δείχνει ότι το ελπιδοφόρο τους μήνυμα έχει κατακτηθεί με πολύ κόπο. Ο Λάμπων συγκινείται επειδή μπορεί να δει, κάτω από τα κουρελιασμένα κοστούμια των Αθηναίων που υποδύονται την Εκάβη, την Ανδρομάχη και την Κασσάνδρα, τα κοκαλιάρικα πόδια και τους αλυσοδεμένους αστραγάλους των υποδουλωμένων ηθοποιών. […] Η δεξιοτεχνία του Λέννον του επιτρέπει, χωρίς να γίνεται ποτέ αφελής ή πομπώδης, να υπερασπιστεί την αξία της τέχνης. Ο Λάμπων γνωρίζει πόσο παράλογο είναι το εγχείρημά τους […]. Η τέχνη είναι η πεποίθηση, που επιμένει παρά τις επανειλημμένες αποδείξεις για το αντίθετο, ότι είναι αναγκαίο να υπάρχει. —New York Review of Books




