Προβολή όλων των 5 αποτελεσμάτων

Δημήτρης Δημητράκος

17.10

Ο Αντό­νιο Γκράμ­σι ήταν ο πρώ­τος ανά­με­σα στους ση­μα­ντι­κούς στο­χα­στές του μαρ­ξι­σμού που αντι­λή­φθη­καν την ανά­γκη, όχι μό­νο της ανα­νέ­ω­σης αλ­λά της υπέρ­βα­σής του. Σύμ­φω­να με την έκ­φρα­σή του, ο μαρ­ξι­σμός πρέ­πει να νο­η­θεί ως «ανοι­χτός κύ­κλος» και όχι ως δόγ­μα. Θε­ώ­ρη­σε ότι στη με­γά­λη «ηθι­κή και δι­α­νο­η­τι­κή ανα­μόρ­φω­ση» όλης της κοι­νω­νί­ας που συ­νι­στού­σε το πρό­ταγ­μά του, ο ανα­νε­ω­μέ­νος μαρ­ξι­σμός θα δι­α­δρα­μά­τι­ζε πρω­τεύ­ο­ντα, κα­θο­δη­γη­τι­κό ρό­λο.

Η αρ­χι­κή ιδέα της με­λέ­της μου προ­έ­κυ­ψε από συ­ζη­τή­σεις που είχα με φί­λους στην Ιτα­λία, ιδί­ως με τον Τί­το Πα­τρί­κιο, χά­ρη στον οποίο «ανα­κά­λυ­ψα» τον Γκράμ­σι. Δι­ε­ρευ­νώ­ντας τη ζωή και το έρ­γο του δι­α­πί­στω­σα ότι πα­ράλ­λη­λα με την ανα­νέ­ω­ση της μαρ­ξι­στι­κής θε­ω­ρί­ας, τον απα­σχό­λη­σε ιδι­αί­τε­ρα η ανά­γκη ανά­πτυ­ξης κρι­τι­κού πνεύ­μα­τος και ορ­θο­λο­γι­κής αντι­με­τώ­πι­σης των προ­βλη­μά­των συν­δυ­ά­ζο­ντας το θάρ­ρος με τον ρε­α­λι­σμό στην πο­λι­τι­κή.

Αλέξανδρος Μπαζούκης

19.80
Μεταξύ ιστορίας και λογοτεχνίας, ιδεολογίας και αισθητικής, πραγματικότητας και μυθοπλασίας, μαρτυρίας και απολόγου για ατομικά και συλλογικά τραύματα, το παρόν βιβλίο φιλοδοξεί να προσφέρει μια νέα προσέγγιση στα πιο αμφιλεγόμενα έργα του Ρόδη Ρούφου, το Χρονικό μιας σταυροφορίας (1954-1958/1972) και τη Χάλκινη Εποχή (1960), και μια συγκροτημένη απόπειρα ένταξής τους στην εποχή και στο ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό, ιδεολογικό και πνευματικό κλίμα, όπου τα μυθιστορήματα αυτά δημιουργήθηκαν, αλλά και κρίθηκαν.
Αξιοποιώντας στοιχεία από το προσωπικό αρχείο του συγγραφέα, από εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, αλλά και από πρόσφατες ιστορικές και φιλολογικές μελέτες, το βιβλίο επιχειρεί τη διακρίβωση της συμμετοχής και του ρόλου του ίδιου του Ρούφου στο αντιστασιακό κίνημα και στον Κυπριακό Αγώνα – εμπειρίες που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη της δικής του “τετραλογίας των καιρών”. Ταυτόχρονα, κινείται με κριτικό και συ-νάμα ερμηνευτικό προσανατολισμό στην επισήμανση των “εκλεκτικών συγγενειών” του συγγραφέα, καθώς και των στοιχείων εκείνων που συνέθεσαν το προσωπικό του όραμα, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της κοσμοαντίληψής του.

Στράτος Δορδανάς - Βάιος Καλογρηάς

16.20

Το βιβλίο αυτό έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό ιστοριογραφικό κενό αναφορικά με τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Ανατολική Γερμανία. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για μια ακόμη γενική μελέτη για την πολιτική προσφυγιά στην υπερορία μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, καθώς εστιάζει περισσότερο στη διακρίβωση των όρων υπό τους οποίους η συγκεκριμένη ευάριθμη κοινότητα των πολιτικών προσφύγων περιλήφθηκε στις πρακτικές ενός αρτισύστατου πολιτικού συστήματος και αντιμετωπίστηκε με συγκεκριμένα εργαλεία πειθαναγκασμού από το ανατολικογερμανικό καθεστώς.

Οι “Έλληνες της Στάζι”, δηλαδή όσοι στρατολογήθηκαν από την ανατολικογερμανική Κρατική Ασφάλεια ως σημαντικοί πράκτορες ή απλοί πληροφοριοδότες από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 έως και την πτώση του Τείχους το 1989, συγκροτούν το δεύτερο μέρος του βιβλίου. Επρόκειτο κυρίως για παιδιά και νέους, αλλά και για μερικές δεκάδες μέλη του ΚΚΕ, που παγιδεύτηκαν στα πλοκάμια της Στάζι. Μέσα από τη μελέτη εξατομικευμένων περιπτώσεων επιχειρείται η κατανόηση της δομής και λειτουργίας ενός ολοκληρωτικού μηχανισμού ελέγχου και πειθάρχησης της κοινωνίας, που αποστολή του ήταν η μακροημέρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας, της “βιτρίνας” του ανατολικού συνασπισμού.

Παναγής Παναγιωτόπουλος

16.20

Ποια είναι η ιστορία της μεσαίας τάξης στη Δύση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Ποια η σχέση της με την κατανάλωση, τον ατομικισμό και τη χειραφέτηση; Με ποιον τρόπο φτάσαμε στην πανθομολογούμενη πλέον υπαρξιακή της κρίση; Ποια η ιστορική πορεία των μεσαίων στρωμάτων στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’60 και μετά; Μέσα από ποιες εμπειρίες συνάφθηκε το κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολιτευτικής μεσαίας τάξης; Πώς γίνεται η ελληνική οικογένεια να είναι ταυτόχρονα ο βιότοπος και η καταδίκη της; Υπάρχει ακόμα κάποια ταυτότητα μεσαίων στρωμάτων στη χώρα μας ή πλέον έχουν διασπαστεί σε αντίπαλες μικρο-κοινότητες ανθρώπων οι οποίοι με δυσκολία συνυπάρχουν σήμερα στους τόπους της κοινωνικής και συναισθηματικής ερήμωσης; Η κρίση της πανδημίας θα επικυρώσει τις ανισότητες που διέπουν τις σχέσεις των μελών της παλιάς μεσαίας τάξης στην Ελλάδα ή μήπως θα αποδειχτεί ευκαιρία για μια νέα κοινωνική και πολιτισμική σύγκλιση;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει και πασχίζει να απαντήσει αυτό το βιβλίο.

Προσφορά!

Δήμητρα Κελέση

14.00 12.60

Το βιβλίο βασίζεται σε πέντε βιοαφηγήσεις παιδιών του ελληνικού εμφυλίου. Οι ηλικιωμένοι, σήμερα, αφηγητές περιγράφουν τη ζωή τους στο χωριό στην κορύφωση του Εμφυλίου, τη μετακίνησή τους στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, τη διαβίωση στα “ολοπαγή ιδρύματα”, το πέρασμα από την Ανατολική στη Δυτική Γερμανία και τη ζωή τους εκεί. Οι αφηγήσεις ολοκληρώνονται με τον επαναπατρισμό και τη μόνιμη εγκατάστασή τους στην Καβάλα.

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους οι αφηγητές το έζησαν πολιτογραφημένοι ως αλλοδαποί, με ενδεικτικό τον χαρακτηρισμό στην ταυτότητα που τους δόθηκε στην Ανατολική Γερμανία: “Έλληνας χωρίς πατρίδα”. Όταν επέστρεψαν στην πατρίδα, στις άδειες παραμονής τους αναγραφόταν “υπηκοότης ακαθόριστος”.

“Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα, κάνουν τα πράγματα διαφορετικά εκεί”, είναι η πρώτη φράση στο μυθιστόρημα The Go-Between του L. P. Hartley. Ο Salman Rushdie, στο Imaginary Homelands, παρατηρώντας μια φωτογραφία στον τοίχο του δωματίου που δούλευε, η οποία απεικόνιζε ένα παλιό και κάπως παράξενο σπίτι -μια φωτογραφία που πάρθηκε πριν ο ίδιος γεννηθεί- νιώθει ότι η φωτογραφία του λέει να αντιστρέφει αυτή την ιδέα. Του θυμίζει ότι το παρόν του είναι το ξένο και ότι το παρελθόν είναι το σπίτι του, μολονότι “είναι ένα χαμένο σπίτι σε μια χαμένη πόλη, στην ομίχλη ενός χαμένου χρόνου”. Ίσως το ίδιο ισχύει και για τους αφηγητές μας. Με τις αλλεπάλληλες μετακινήσεις τους έχουν νιώσει πολλές φορές ξένο το κάθε φορά παρόν τους. Γι’ αυτό, η αφηγηματοποίηση του παρελθόντος λειτουργεί όχι μόνο αυτοδικαιωτικά για το παρελθόν, αλλά και λυτρωτικά για το παρόν. Άλλωστε, έτσι κλείνει την αφήγησή της η Μάρθα: “Δεν πειράζει που κλαίω, ας θυμάμαι κι ας κλαίω”.