Βλέπετε 1–12 απο 23 αποτέλεσματα

Ξένη λογοτεχνία

Στα ίχνη της

Κριστόφ Μπολτανσκί,

17.70

Η μητέρα πέθανε. Έμενε κλεισμένη στο παρισινό διαμέρισμά της, μέσα σε ένα συνονθύλευμα επίπλων, εφημερίδων, μισο-σβησμένων τσιγάρων, σκουπιδιών, με μόνη συντροφιά τον σκύλο της τον Τσιπς. Σιλουέτα ασθενική, φασματική, άναβε το ένα Γκωλουάζ μετά το άλλο, παρόλο που ο καρκίνος είχε προσβάλει τους πνεύμονές της. Αυτή, που τη γοήτευαν η έντονη ζωή και οι συγκινήσεις, είχε μείνει χωρίς επικοινωνία με τον έξω κόσμο, χωρίς εργασία, και ονειρευόταν μυστικά μια καριέρα συγγραφέως αστυνομικών μυθιστορημάτων. Ο γιος της ανακαλύπτει σχεδιάσματα, σκόρπιες σημειώσεις, για ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να γραφτεί. Το ανολοκλήρωτο ως μεγάλη τέχνη.

Για τον γιο της, παραμένει μια άγνωστη. Αυτή ήταν απόμακρη, απούσα. Αυτός, σε δημοσιογραφική αποστολή, δεν ήταν παρών ούτε στην κηδεία της. Ο συγγραφέας, γιος και αφηγητής ακολουθεί τα ίχνη της μητέρας του ως ντετέκτιβ και κατάσκοπος. Προσπαθεί να ανασυστήσει το πορτρέτο της, να μάθει ποια ήταν αυτή η τόσο φευγαλέα γυναίκα που τόσο πολύ έμοιαζε με τους ήρωες των μυθιστορημάτων που ήθελε να γράψει. Κι αν όλα ξεκίνησαν όταν ήταν φοιτήτρια στη Σορβόννη, τότε που συνδέθηκε με τις οργανώσεις της Άκρας Αριστεράς και πέρασε στην παρανομία, βοηθώντας τους αλγερίνους επαναστάτες στον Πόλεμο της Αλγερίας, με κίνδυνο να κατηγορηθεί για προδοσία;

Συνταρακτική ιστορία μιας γυναίκας που χάθηκε, αναζήτηση από έναν γιο που ψάχνει τη μητέρα του, το Στα ίχνη της είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο αντικατοπτρισμών που θέτει διαρκώς ερωτήσεις, προσθέτει συνεχώς νέα στοιχεία του παζλ, αλλά αρνείται να δώσει οριστικές απαντήσεις. Ο Κριστόφ Μπολτανσκί προσφέρει στη μητέρα του τον πιο ωραίο προορισμό: να γίνει ηρωίδα ενός μυθιστορήματος. (

Γιάννης Μπαλαμπανίδης

12.60

Η βασική θέση που προσπαθεί να υποστηρίξει αυτό το βιβλίο είναι ότι η διάκριση μεταξύ προοδευτικής και συντηρητι­κής πολιτικής συνεχίζει να έχει νόημα, αν και όχι το νόημα που είχε κάποτε. Οι έννοιες είναι προϊόντα της ιστορίας, αλλάζουν μαζί με τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Εδώ, λοιπόν, επιχειρούμε να τις προσεγγίσουμε με μια, όπως έλεγε πριν από έναν σχεδόν αιώνα ο Γιώργος Θεοτοκάς στο Ελεύθερο πνεύμα, «αεροπορική ματιά» στην Ευρώπη και στον οικείο μας δυτικό κόσμο. Να διακρίνουμε «από ψηλά» νέες δυναμικές πολιτικοποίησης, ξεφεύγοντας λίγο από το καθ’ ημάς εθνοκεντρικό βλέμμα. Να εντοπίσουμε τους κόμβους όπου διασταυρώνονται παλιές και καινούριες έννοιες: Αριστερά και Δεξιά, μεσαία τάξη και gig economy, επισφάλεια και πολι­τικές ταυτότητας, wokeism, πολιτική ορθότητα, νατιβισμός, intersectionality, αντισυστημισμός, κλιματική αλλαγή.

Με αυτές τις καινούριες λέξεις και ιδέες, τις διαιρέσεις που προσλαμβάνουν νέες μορφές και περιεχόμενα, θα προ­σπαθήσουμε να κατανοήσουμε την πολιτική στους ρευστούς καιρούς μας. Έχοντας ως αφετηρία τη σκέψη ότι η σύγκρουση μπορεί να είναι ταυτόχρονα μια δημοκρατική διαπάλη διαφορετικών ιδεών για τον κόσμο, αλλά και ότι οι ισχυρές πολιτι­κές ταυτότητες μπορεί να αναζωογονούν, αντί να υπονομεύουν, τον κοινό μας δεσμό.

Το δοκίμιο αυτό έχει όμως και έναν ειδικότερο στόχο: να ανιχνεύσει τους όρους πολιτικοποίησης ιδίως της δικής μας γενιάς, της «διεθνούς» γενιάς των πάνω-κάτω συνομηλίκων, που μεγαλώσαμε με αυξημένες προσδοκίες για να βρεθού­με καθηλωμένοι στην ιδιαίτερη ανθρωπολογική συνθήκη που λέγεται υπάλληλος γραφείου. Το πρωτογενές υλικό της πο­λιτικής μας συγκρότησης περιλαμβάνει τις αισθητικές αναφορές της γενιάς μας, τις πολιτισμικές της αναπαραστάσεις, τα καλειδοσκοπικά ερεθίσματά της, υψηλά και ταπεινά, εκλεπτυσμένα και ποπ.

 

Λορ Μουράτ

9.90

Κάθε πολεμική γύρω από την cancel culture –και δεν υπήρξαν λίγες τον τελευταίο καιρό– προκαλεί θύελλα αντιδράσεων στον Τύπο και τα κοινωνικά δίκτυα. Είναι ίδιον της cancel culture, αυτής της «δικτατορίας των μειοψηφιών», σύμφωνα με ορισμένους, ή του «φασισμού της άκρας Αριστεράς», σύμφωνα με τον Donald Trump, τον πιο απηνή πολέμιό της, να προκαλεί την οργισμένη αντίδραση μιας αγανακτισμένης πλειοψηφίας, που καταγγέλλει τις «διαστρεβλώσεις των αντιρατσιστών» και τη βούληση να ξαναγραφτεί η ιστορία μέσω αναχρονισμών και ηθικολογικών κρίσεων. Σε γενικές γραμμές, αυτές οι κριτικές προηγούνται κάθε συζήτησης επί του θέματος και την καθιστούν εκ των πραγμάτων σχεδόν αδύνατη. Σίγουρα το έχετε διαπιστώσει κι εσείς: κάθε φορά που ακούγεται η φράση cancel culture, όλοι τραβάνε το περίστροφό τους.

Εκ των υστέρων επανόρθωση εξόφθαλμων αδικιών. Δύσκολο να συνοψίσει κανείς καλύτερα σε μια φράση τα επίδικα που πυροδοτούν την πολεμική γύρω από την cancel culture. Συμπυκνώνονται σε κάθε λέξη αυτής της πρότασης. Πράγματι, δεν αισθάνεται όλος ο κόσμος την ανάγκη να «επανορθώσει» (γιατί; με ποιον τρόπο;), πόσο μάλλον να επανορθώσει τις «αδικίες» που κρίνονται ως «εξόφθαλμες» (με βάση ποια κριτήρια;) και που από ορισμένους θεωρούνται ως τυχαία περιστατικά ή ως ιστορικό fatum, και επιπλέον όλα αυτά να γίνουν «εκ των υστέρων», ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τη διεξαγωγή μιας αναδρομικής και παραπλανητικής δίκης. Παρότι η cancel culture δεν είναι απαλλαγμένη από υπερβολές και ελαττώματα, οι αντιδράσεις που προκαλεί στη Γαλλία, ύποπτες καθότι συστηματικές, παραμορφώνουν τα επίδικα ζητήματα έως ότου η συζήτηση να ενταφιαστεί πλήρως. Έγραψα αυτό το κείμενο σε μια προσπάθεια να κατανοήσω την ουσιαστική προβληματική πίσω από τις κραυγές, τις a priori κρίσεις και τις λήψεις του ζητουμένου. Διότι, στον αντίποδα των αγανακτισμένων αντιδράσεων, προσωπικά κάτι διδάχθηκα κάθε φορά που η cancel culture εμφανίστηκε κάπου.

Ας αρχίσουμε δίνοντας έναν απλό ορισμό, φροντίζοντας να διακρίνουμε τη λέξη από το πράγμα, την έκφραση καθεαυτήν από την πραγματικότητα που συγκαλύπτει. Η cancel culture ή, σε μια κατά λέξη απόδοση, η κουλτούρα της ακύρωσης, είναι ουσιαστικά ένας πολεμικός, υποτιμητικός όρος, μια «έκφραση της αμερικανικής Δεξιάς που υιοθετήθηκε από τους γάλλους νεοσυντηρητικούς προκειμένου να απαξιώσουν περαιτέρω τα προοδευτικά αιτήματα», σύμφωνα με τη διατύπωση του André Gunthert. Ορίζει ένα σύνολο διεκδικήσεων που προέρχονται από τη ριζοσπαστική Αριστερά και αφορούν την απτή αλλαγή των πρακτικών σε μια κοινωνία που κατηγορείται ότι διαιωνίζει μια ρατσιστική και σεξιστική κουλτούρα, η οποία αγνοεί τους καταπιεσμένους πληθυσμούς. Η κουλτούρα της ακύρωσης, κριτικό εργαλείο των μειονοτήτων που εξασκούν την ελευθερία έκφρασής τους, συνίσταται κυρίως στην αποκάλυψη θεμάτων ή πράξεων εκ μέρους προσώπων, εταιρειών ή θεσμών που κρίνονται απαράδεκτες ή προσβλητικές και στην απόσυρση κάθε υποστήριξης προς αυτά τα πρόσωπα, τις εταιρείες και τους θεσμούς, ιδίως μέσω των κοινωνικών δικτύων. Η cancel culture είναι λοιπόν πάνω απ’ όλα ένας τρόπος έκφρασης και διαμαρτυρίας, ο οποίος συντίθεται από συντονισμένους λόγους και πράξεις που αφορούν τα πολιτικά δικαιώματα: διαδήλωση, μποϊκοτάζ, προειδοποίηση (ή whistle-blowing).

Ελληνική λογοτεχνία

Δέρμα

Βίβιαν Στεργίου

13.50

Ένα βαρετό πάρτι στην καλοκαιρινή Αθήνα αυξάνει τη μοναξιά των αποτυχημένων καλλιτεχνών που έχουν μαζευτεί για να σκοτώσουν την ώρα τους. Ο Μέγας Αλέξανδρος φεύγει για να κατακτήσει το Λονδίνο, αλλά εθίζεται στην ιντερνετική συνομιλία με μια κοπέλα που ζει στην Καισαριανή. Στον σταθμό των τρένων του Αμβούργου, ένα ζευγάρι χωρίζει, ήρεμα, με λίγες γερμανικές λέξεις που θυμάται από το φροντιστήριο. Ένας Fachidiot: όταν η λύση σε ένα πρόβλημα γίνεται χειρότερη του προβλήματος. Δύο φίλες χρησιμοποιούν την τεχνολογία της διαρκούς επικοινωνίας ως τρόπο για να αγνοούν η μία την άλλη μέχρι την οριστική αποξένωση. Ένα γυναικείο σώμα υποβάλλεται σε γυναικολογικές εξετάσεις και συνδέεται με τις ρίζες του, χορεύει στα μπαρ και στο τέλος απορρίπτεται. Τρεις συγκάτοικοι ονειρεύονται να βρουν καλές δουλειές στη Βόρεια Ευρώπη, χωρίς να είναι σίγουροι πού θέλουν να ζουν. Ο χοντρός Νιλς περνάει ένα καλοκαίρι στο εξοχικό της πλαστικής κούκλας που τον διδάσκει ότι, αν θέλει να επιτύχει επαγγελματικά, πρέπει να γυμνάζεται περισσότερο και να συμπεριφέρεται σωστά ονλάιν.
Με χαλαρές συνδέσεις μεταξύ τους, οι ιστορίες αυτές έχουν ως κεντρικό θέμα την καθημερινότητα των ηρώων τους· τίποτα σημαντικό δεν συμβαίνει, εκτός από την ίδια τους τη ζωή.

Ξένη λογοτεχνία

Καμένο χαρτί

Γκράχαμ Γκριν

17.70

O Graham Greene γεννήθηκε το 1904 στο Berkhamsted της Αγγλίας και πέθανε το 1991 στην Ελβετία. Σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Το 1925 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο, μια ποιητική συλλογή. Το 1926 ασπάσθηκε τον καθολικισμό. Την ίδια χρονιά άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στους Times. Το 1929 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, The Man Within. Το 1935 άρχισαν οι μεγάλες περιπλανήσεις του· οι χώρες στις οποίες ταξίδεψε (ανάμεσά τους, Λιβερία, Μεξικό, Σιέρα Λεόνε, Νιγηρία, Μαλαισία, Ινδοκίνα, Κούβα, Κονγκό, Αϊτή, Ελβετία, Άγιος Δομίνικος, Γερμανία, Αυστρία) αποτέλεσαν το σκηνικό πολλών βιβλίων του.

Τα θέματα των βιβλίων του επηρεάσθηκαν έντονα και από τη θητεία του ως πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.Ο Γκρην εργάσθηκε επίσης ως ανταποκριτής και απεσταλμένος εφημερίδων (Times, Sunday Times, Sunday Telegraph, Figaro, Observer) στο εξωτερικό, ως στέλεχος εκδοτικών οίκων και ως κριτικός λογοτεχνίας και θεάτρου.

Το 1966 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γαλλία, και έζησε στο Παρίσι και την Αντίμπ.

Ο Γκρην αναγνωρίσθηκε γρήγορα τόσο από την κριτική όσο και από το κοινό ως σημαντικός συγγραφέας. Άντλησε τους αφηγηματικούς του τρόπους τόσο από την υψηλή όσο και από τη λαϊκή λογοτεχνία και χρησιμοποίησε στο φιλόδοξο έργο του μοτίβα από περιπετειώδη μυθιστορήματα της σειράς, όπως είχαν κάνει και οι αγαπημένοι του συγγραφείς, Στήβενσον και Κόνραντ.

Ο Γκρην δάνεισε στους ήρωές του στοιχεία από τη δική του προσωπικότητα· χαρακτηρίζονται από την αίσθηση της φυγής, την ανάγκη του εκπατρισμού, την αμφιβολία, τα ηθικά διλήμματα, το άγχος αλλά και την ελπίδα. Στρατευμένος πολιτικά στην Αριστερά, ένθερμος, αν και με οδυνηρές αμφιβολίες καθολικός, στο σταυροδρόμι όλων των τάσεων, των τεχνοτροπιών και των πολιτικών γεγονότων της εποχής του, μπόρεσε να συνδυάσει τη γραφή και τη δράση του για να μεταδώσει την εμπειρία του από τη διάλυση και την εγκατάλειψη ενός κόσμου “αβεβαιότητας και απελπισίας, χωρίς ποτέ να πάψει να πιστεύει στο απέραντο έλεος του Θεού που μπορεί να γλιτώσει και τον πιο άθλιο αμαρτωλό”, γράφει ο Alain Blayak.

Ξένη λογοτεχνία

Ο κοσμος του Μπάρνεϋ

Ρίχλερ Μορντεκάι

24.99

Ο Μπάρνεϋ δεν έχει κάνει και λίγα πράγματα στη ζωή του. Επιτυχημένος τηλεοπτικός παραγωγός, έζησε έντονα νεανικά χρόνια στο Παρίσι, αγαπάει τις γυναίκες, τα πούρα και το ποτό, παντρεύτηκε τρεις φορές, έχει τρία παιδιά, απεχθάνεται τους συγγραφείς και εξοργίζεται ιδιαίτερα με όσους αμφισβητούν τον κόσμο της εικόνας που ο ίδιος υπηρετεί. Και να που το βιβλίο κάποιου άσπονδου φίλου της νεανικής του ζωής κατηγορεί τον Μπάρνεϋ για μύρια όσα, ακόμα και για φόνο. . . Έτσι ο ήρωάς μας αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει τα όπλα του αντιπάλου του. Θα πάρει μολύβι και χαρτί και θα γράψει την αυτοβιογραφία – απολογία της ζωής του.

Θυμωμένος αλλά συναισθηματικός, έχοντας επίγνωση πως σε λίγο βυθίζεται στα σκοτάδια της νόσου του Αλτσχάιμερ, ο υπέροχος Μπάρνεϋ, συγκινητική και κωμική φιγούρα μαζί, επιτρέπει στον μεγάλο Καναδό συγγραφέα να συνθέσει μιαν ελεγεία για το κάποτε πολυπολιτισμικό Μόντρεαλ και έναν ύμνο στη ζωή και στην ανεκτικότητα με γενναιοδωρία αλλά και κριτική διάθεση, με χιούμορ στα όρια του σαρκασμού αλλά και με απέραντη τρυφερότητα.

Βενετία Αποστολίδου

27.70

Τα συγκλονιστικά γεγονότα της δεκαετίας του 1940, καθώς και η ριζική εθνική και κοινωνική κρίση που προκάλεσαν, έστρεψαν το ενδιαφέρον στη μελέτη της ιστορίας και της λογοτεχνίας του Νέου Ελληνισμού. Κατά την περίοδο της Δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης, το ενδιαφέρον για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία εντάθηκε. Πώς αποτυπώνονται αυτές οι εξελίξεις στη μελέτη της λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο, στην εδραίωση και την ανάπτυξη δηλαδή της επιστήμης της Νεοελληνικής Φιλολογίας; Ανάπτυξη μιας επιστήμης σημαίνει προσδιορισμός της σχέσης της με τις όμορες επιστήμες, στην περίπτωσή μας την Αρχαία Ελληνική Φιλολογία και τη Νεότερη Ιστορία. Ανάπτυξη της επιστήμης σημαίνει, επίσης, σαφής διατύπωση των διαφορών της από συναφείς εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητες, όπως η λογοτεχνική κριτική, αλλά και ανταπόκριση σε νέες προκλήσεις, όπως η θεωρία της λογοτεχνίας.

Το βιβλίο ιχνηλατεί την πορεία ανάπτυξης της Νεοελληνικής Φιλολογίας στις Φιλοσοφικές Σχολές Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Σε όλη του την έκταση τίθενται ερωτήματα όπως: Ποια είναι η επιστημονική σκευή με την οποία καλείται ο φιλόλογος να διδάξει; Ποιες είναι οι αντιλήψεις του (πεποιθήσεις, αξίες, προκαταλήψεις) περί λογοτεχνίας, περί γλώσσας, περί κριτικής και θεωρίας; Ποιο είναι το μορφωτικό κεφάλαιο που φέρει η μελέτη της σύγχρονης λογοτεχνίας σε σχέση με το απολύτως αδιαμφισβήτητο κεφάλαιο της αρχαιογνωσίας; Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα δίνονται και ξαναδίνονται με διαφορετικές παραλλαγές σε κάθε χρονική στιγμή της υπό εξέταση περιόδου, και ίσως η αναψηλάφησή τους βοηθήσει στη συλλογική μας αυτογνωσία και στην αναζήτηση απαντήσεων που να ταιριάζουν στους δικούς μας καιρούς.

Ελληνική λογοτεχνία

Το καλό θα ‘ρθει από τη θάλασσα

Χρήστος Οικονόμου

9.80

“Χάσαμε τις δουλειές μας, χάσαμε τα σπίτια μας, χάσαμε τη ζωή μας – γιατί να μη χάσουμε και τη μνήμη μας; Γιατί; Γιατί μας πήραν όλα τ’ άλλα και μας άφησαν τη μνήμη; Γιατί δεν την άρπαξαν κι αυτή;”

Το “Καλό θα ‘ρθει από τη θάλασσα” είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας διηγημάτων για τους εμφύλιους που διεξάγονται σ’ ένα νησί του Αιγαίου. Η Άρτεμη και ο Σταύρος, που πετάνε χαρταετό τον Ιούλιο, πάνω στα αποκαΐδια ενός καμένου ονείρου, ο Χρόνης στο καρότσι, που πολεμάει με ζωντανούς και αναστημένους εφιάλτες, ο Τάσος, που χάνεται χορεύοντας έξω από μια σπηλιά, ο Λάζαρος το Τόξο, που το στόμα του αγαπάει το όνομα του γιου του: τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι εσωτερικοί μετανάστες – άνθρωποι, δηλαδή, που τα τελευταία χρόνια εγκατέλειψαν αναγκαστικά την Αθήνα ή άλλες μεγάλες πόλεις και εγκαταστάθηκαν στο νησί, παλεύοντας να σταθούν ξανά όρθιοι, να ξεφύγουν από ένα παρελθόν που αλλάζει διαρκώς και ένα μέλλον που μοιάζει αδιέξοδο για όλους.

Στην προσπάθειά τους αυτή θα βρεθούν αντιμέτωποι με τους ντόπιους κατοίκους, αφιλόξενους απέναντι στους “ξενομπάτες”, θα θέσουν σε δοκιμασία τις μεταξύ τους σχέσεις, θα αναμετρηθούν με τα φαντάσματα του χθες, αλλά και με τον φόβο και την αγωνία για το αύριο. Άνθρωποι σαν κομμένες γέφυρες, που αγωνίζονται να φτιάξουν από την αρχή τον εαυτό τους, τη ζωή τους, μια νέα χώρα, μια νέα πίστη, έναν καινούργιο κόσμο. Γιατί η αρχή δεν είναι ποτέ πίσω μας. Η αρχή είναι πάντα μπροστά μας.

Ξένη λογοτεχνία

Απόψεις ενός κλόουν

Χάινριχ Μπελ

20.00

Ο Χανς Σνηρ, γόνος πλούσιας και ισχυρής οικογένειας, εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, αηδιασμένος από την ψευτιά και την υποκρισία των δικών του και των “ισχυρών” που τους περιστοιχίζουν, και διαλέγει το μόνο επάγγελμα που τον αντιπροσωπεύει: γίνεται κλόουν, δίνει παραστάσεις από πόλη σε πόλη, κι έχει μαζί του τη Μαρί, την πρώτη και μοναδική του αγάπη.

Έπειτα από έξι χρόνια δύσκολης συμβίωσης, η Μαρί τον εγκαταλείπει για να παντρευτεί έναν σπουδαίο παράγοντα του γερμανικού καθολικισμού, κι ο Χανς, που δεν καταφέρνει να την ξεπεράσει, κατρακυλάει σταθερά. Ζητιάνος πια, θα καταλήξει στα σκαλιά του σιδηροδρομικού σταθμού της Βόννης, περιμένοντας τη Μαρί να επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι της.

Ξένη λογοτεχνία

Ασκήσεις επιβίωσης

Χόρχε Σεμπρούν

14.00

Βρισκόμαστε στο 2005. Ο Χόρχε Σεμπρούν σκύβει ξανά στο παρελθόν του και καταπιάνεται με το έργο της ανάμνησης. Σε αυτό το κείμενο, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, επανέρχεται σε γεγονότα που έχει ζήσει, και αφηγείται, όπως δεν το είχε κάνει ποτέ πριν, την εμπειρία του από τα βασανιστήρια. Μαρτυρία χωρίς δραματοποίηση, αφήγηση αποστασιοποιημένη και ταυτόχρονα συγκλονιστική, από την οποία αναδύεται μια μεστή φιλοσοφική αντίληψη. Ο Χόρχε Σεμπρούν συνεχίζει εδώ τον στοχασμό που είχε ξεκινήσει στα θεμελιώδη έργα του, όπως το “Μεγάλο ταξίδι” ή το “Γραφή ή ζωή”, και γράφει για ύστατη φορά για την αλληλεξάρτηση γραφής και πραγματικότητας.

«Η εμπειρία των βασανιστηρίων δεν είναι μόνο, ίσως ούτε καν κυρίως, εμπειρία του πόνου, της αβάσταχτης μοναξιάς του πόνου. Είναι επίσης, ίσως και προπαντός, εμπειρία της αδελφοσύνης. Σιωπή από την οποία γαντζώνεσαι, κρεμιέσαι σφίγγοντας τα δόντια, προσπαθώντας να δραπετεύσεις μέσω της φαντασίας ή της μνήμης από το ίδιο σου το σώμα, το άθλιο σώμα σου, αυτή η σιωπή είναι πλούσια με όλες τις φωνές, όλες τις ζωές που προστατεύει, που τους επιτρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν»

Βιογραφία - Μαρτυρίες

Τι είναι ένας κάμπος

Νάσια Διονυσίου

10.80

Μέσα από τις ημερολογιακές σημειώσεις ενός Κύπριου δημοσιογράφου ξεδιπλώνεται η ιστορία των βρετανικών στρατοπέδων της Αμμοχώστου – των «camps», που οι Κύπριοι τα είπαν «Κάμπους»· εκεί όπου, μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου και λίγο πριν από την ίδρυση του Ισραήλ, κρατήθηκαν Εβραίοι πρόσφυγες.

Ακούγοντας τις μαρτυρίες των προσφύγων, ο δημοσιογράφος ανασυνθέτει την παροντική τους κατάσταση και τις προσδοκίες τους για το μέλλον, όλα με φόντο το πιο ακραίο κακό που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.

Τα απόκοσμα όνειρα που ταράζουν τις νύχτες του ήρωα ξετυλίγουν τη «Φούγκα του θανάτου», το πιο γνωστό ίσως ποίημα για το Ολοκαύτωμα, του Πάουλ Τσέλαν, που, σ’ ένα συμβολικό κράμα παραίσθησης και πραγματικότητας, μέσα απ’ τα μάτια του δημοσιογράφου γίνεται μια φιγούρα που περιφέρεται στο στρατόπεδο.

Η ημερολογιακή αφήγηση διακόπτεται από τρεις παράλληλες ιστορίες, τοποθετημένες στον ίδιο χώρο και χρόνο, σε γλώσσα που συχνά ταλαντεύεται μεταξύ της ελληνικής και της κυπριακής παραλλαγής της. Μια αγρότισσα κρύβει στο σπίτι της έναν Γερμανό αιχμάλωτο που δραπέτευσε. Μέσα από την ανάμνηση ενός σεφαραδίτικου τραγουδιού, μια Εβραία της Θεσσαλονίκης μνημονεύει την πόλη και τους νεκρούς της.Ένας νεαρός οδηγός, Μεγάλη Παρασκευή, βγάζει κρυφά μερικά παιδιά από το στρατόπεδο.

Το βιβλίο πραγματεύεται σε πρώτο επίπεδο το Ολοκαύτωμα και τις συνθήκες ζωής στα στρατόπεδα κράτησης. Σε παράλληλη ωστόσο πορεία λανθάνουν κι άλλα: Η ένταση των Κυπρίων που σιγοβράζει κάτω από τον αποικιοκρατικό ζυγό κι ο κατοπινός ξεριζωμός από την ίδια την πόλη της Αμμοχώστου.

Η εναλλαγή ρόλων –γηγενείς και πρόσφυγες, ριζωμένοι και εκδιωγμένοι, διώκτες και διωκόμενοι– μέσα στην αέναη περιστροφή της ιστορικής συγκυρίας. Η απώλεια του τόπου και του ανήκειν κι η αδυναμία της γλώσσας να την περιγράψει. Η ανθρωπιά ως τελευταίο ανάχωμα μπροστά στον φόβο, την τυφλότητα και το μίσος.

Ποια η σχέση ιστορίας και μνήμης, ποιες οι δυνάμεις της καταστροφής και ποιες οι δυνάμεις της καλοσύνης: Αυτά είναι τα ερωτήματα που συνοψίζονται στο μεγάλο ερώτημα του βιβλίου: «Τι είναι ένας κάμπος».

Ευκλείδης Τσακαλώτος

20.00

Ο βασικός κορμός του βιβλίου αποτελείται από τα πολιτικά ημερολόγια δύο περιόδων: 2019-2021 και 2012-2013.

Περιλαμβάνονται επίσης και κάποια άλλα κείμενα που έχω κατά καιρούς δημοσιεύσει σε εφημερίδες την περίοδο 2019-2021 αλλά και στο περιοδικό Κάπα το 1987, και τα οποία κατά τη γνώμη μου παραμένουν επίκαιρα στη σημερινή συγκυρία και εξακολουθούν να έχουν γενικότερο ιδεολογικό ενδιαφέρον.
Συμπεριλαμβάνεται ακόμα, με τη μορφή εισαγωγής, ένα εντελώς νέο κείμενο, το οποίο εξηγεί την επιλογή της παρέμβασης με τη μορφή πολιτικού ημερολογίου και εμπεριέχει αρκετά βιωματικά στοιχεία, τόσο της πολιτικής όσο και της προσωπικής μου διαδρομής.

Παρότι οικονομολόγος –που ως τέτοιος έχει την τάση να εμβαθύνει σε θέματα οικονομίας– θεωρώ ότι η Αριστερά, αν θέλει να ανακτήσει την ιδεολογική, και όχι μόνο, ηγεμονία της, οφείλει να παρεμβαίνει σε μια πολύ ευρεία γκάμα θεμάτων. Γι’ αυτό και στο πολιτικό μου ημερολόγιο θα συναντήσει κανείς από αναλύσεις για τη σημασία της δημοσιονομικής πολιτικής μέχρι λογοτεχνικά κείμενα του Τζόναθαν Κόου, του Αντρέα Καμιλέρι, της Μάρως Δούκα και του Εντουάρ Λουί· από θέσεις για τις ιδιωτικοποιήσεις φυσικών μονοπωλίων μέχρι ζητήματα φύλου· από τα ανθρώπινα δικαιώματα μέχρι την περιβαλλοντική κρίση. Στα μάτια μου, όλα είναι αλληλένδετα, αποτελούν όλα πεδία δράσης για την Αριστερά. Μένει η ματιά του αναγνώστη και της αναγνώστριας.
Ευκλείδης Τσακαλώτος