Προβολή όλων των 8 αποτελεσμάτων

Ερίκ Βυϊγιάρ

10.80

Το 1524 οι φτωχοί ξεσηκώνονται στον Νότο της Γερμανίας. Η εξέγερση επεκτείνεται, σύντομα εξαπλώνεται στην Ελβετία και την Αλσατία. Μια μορφή ξεχωρίζει μέσα στο χάος: η μορφή ενός νεαρού θεολόγου, που μάχεται μεταξύ των εξεγερμένων. Ονομάζεται Τόμας Μύντσερ. Η τρομερή ζωή του είναι μυθιστορηματική. Αυτό σημαίνει ότι θα άξιζε να τη ζήσουμε· άρα και να την αφηγηθούμε.

Το ξέρουμε από τον καιρό του Ρουσσώ ότι η ανισότητα έχει μια πολύ παλιά και τρομερή ιστορία, που δεν έχει ακόμα τελειώσει. Ο “Πόλεμος των φτωχών” αφηγείται ένα σκληρό και όχι πολύ γνωστό επεισόδιο των μεγάλων λαϊκών εξεγέρσεων. Τον 16ο αιώνα το κίνημα της Μεταρρύθμισης των διαμαρτυρομένων ξεσηκώνεται ενάντια στην εξουσία και στα προνόμια. Γρήγορα, όμως, σημειώνει μια παύση, κάνει ένα βήμα πίσω, αστικοποιείται. Οι χωρικοί, ωστόσο, οι φτωχοί των πόλεων, στους οποίους εξακολουθούν να τάζουν την ισότητα στον ουρανό, αναρωτιούνται: «Και γιατί να μην έχουμε ισότητα τώρα, εδώ, στη γη;» Ακολουθεί μια μανιασμένη πάλη ανάμεσα στους ισχυρούς, στους συμβιβασμένους προτεστάντες, και τους άλλους, τους εξαθλιωμένους. Μερικοί θεολόγοι ηγούνται των δεύτερων.

Ο Τόμας Μύντσερ είναι ένας από αυτούς· έχει σημαδέψει τις μνήμες με την αποφασιστικότητα και τον δυναμισμό του ύφους του. Ο “Πόλεμος των φτωχών” αφηγείται την ιστορία του. Την ιστορία μιας εξέγερσης διά του λόγου, την οποία αποτυπώνει με αμεσότητα η ευρηματική δύναμη της γραφής του Ερίκ Βυϊγιάρ.

Ρόμπερτ Μπόγιερ

15.93

Όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση του covid-19, ξεκίνησε μια μεγάλη συζήτηση για το μέλλον των καπιταλισμών. Και ορισμένοι υποστήριξαν ότι οι «αυριανές μέρες» δεν θα πρέπει πλέον να θυμίζουν σε τίποτα τις «χθεσινές». Προς το παρόν, οι όποιες προβλέψεις προσκρούουν σε μια ριζική αβεβαιότητα που μας καλεί να είμαστε προσεκτικοί: θα χρειαστεί χρόνος για να ξεμπλέξουμε το κουβάρι των ευθυνών και να οικοδομήσουμε ενδεχομένως νέες εναλλακτικές.

Γι’ αυτό και πρέπει οπωσδήποτε να αντιληφθούμε τη δυναμική της κρίσης. Όπως έδειξε η περίφημη 18η Μπρυμαίρ του Λουβοδίκου Βοναπάρτη του Μαρξ (1852), οι καλύτερες «εν θερμώ» αναλύσεις γίνονται από συγγραφείς που μπορούν να διακρίνουν σε βάθος χρόνου τις τάσεις του συστήματος. Ο Ρομπέρ Μπουαγιέ, μείζων συντελεστής της οικονομικής Σχολής της Ρύθμισης –η οποία μελετά την οικονομία ως αναπόσπαστο τμήμα των κοινωνιών και της ιστορίας τους–, είναι ο πλέον κατάλληλος να ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση.

Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων κρίσεων, αποδείχτηκε η αξία αυτής της σχολής σκέψης, η οποία λαμβάνει υπόψη της τόσο τις αδράνειες που συντείνουν στην αναπαραγωγή του συστήματος όσο και τις δυνάμεις που το ωθούν σε μετασχηματισμό: η έκβαση δεν είναι ποτέ προδιαγεγραμμένη και, όσο περισσότερο διαρκούν οι κρίσεις, τόσο πιο απίθανη καθίσταται η επιστροφή στην προγενέστερη κατάσταση.

Στο ανά χείρας δοκίμιο, ο συγγραφέας μάς βοηθά να κατανοήσουμε τις διεργασίες που πυροδοτήθηκαν το 2020 και εξερευνά τις υπάρχουσες δυνατότητες. Η αποσταθεροποίηση των διεθνών σχέσεων, ο κατακερματισμός της Ευρωζώνης, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και η άνοδος των λαϊκισμών είναι κάποια πιθανά σενάρια. Δεν θα πρέπει, όμως, να αποκλειστεί και μια μεγάλη στροφή προς ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, βασισμένο στη συμπληρωματική σχέση μεταξύ παιδείας, επαγγελματικής κατάρτισης, υγείας και πολιτισμού, που θα ανταποκρινόταν στα αιτήματα αλληλεγγύης των πολιτών και στις απαιτήσεις της οικολογικής μετάβασης.

Κάρολιν Έμκε

16.00

Ποιοι είμαστε; Ποιοι μπορούμε να είμαστε, ποιοι θέλουμε να είμαστε, όταν μάλιστα ακολουθούμε διαφορετικούς δρόμους από αυτούς που επιτάσσει η «κανονικότητα»;

Ανακαλύπτουμε εμείς την ερωτική επιθυμία ή μας ανακαλύπτει εκείνη; Πόσο ελεύθεροι είμαστε να ζήσουμε τον πόθο μας; Και έχει αυτός μία και μόνο μορφή, ή μεταβάλλεται και βαθαίνει, γίνεται τρυφερότερος;

Στο τόσο προσωπικό και συγχρόνως αναλυτικό κείμενό της, η Καρολίν Έμκε ψηλαφεί την αναζήτηση και τη βαθμιαία ανακάλυψη του δικού της, διαφορετικού πόθου. Μιλάει για την ομοφυλοφιλική επιθυμία, την περίοδο της νιότης της στη δεκαετία του ’80, όταν η σεξουαλικότητα παρέμενε καταχωνιασμένη σε βαθύ σκοτάδι. Αρθρώνει τις ποικίλες διαλέκτους του πόθου, περιγράφει την απόλαυση της εκπλήρωσης, αλλά και το δράμα, τον κοινωνικό αποκλεισμό των ανθρώπων που δεν βρίσκουν τον τρόπο να δώσουν περίγραμμα και μορφή στην επιθυμία τους. Ένας ύμνος στην ελευθερία, μια συγκλονιστική μαρτυρία, βαθιά προσωπική και, ταυτόχρονα, άκρως πολιτική.

Σταύρος Ζουμπουλάκης

7.00

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης θυμάται τα καλοκαίρια της παιδικής του ηλικίας στο χωριό Συκιά της Λακωνίας. Εδώ δεν υπάρχει χώρος για εξωραϊστική νοσταλγία, αλλά η απροκατάληπτη, αν και όχι χωρίς διάθεση κατανόησης και τρυφερότητα, ματιά πάνω σε έναν κόσμο σκληρό, την ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ‘60. Λογοτεχνική γραφή, αυτοβιογραφική ενδοσκόπηση, ψυχολογική μαρτυρία και στοχασμός δένονται με αξεδιάλυτο και γοητευτικό τρόπο.

Δεν βρίσκω τίποτε πιο βαρετό από το να ακούς ή να διαβάζεις για τα παιδικά χρόνια κάποιου, πρέπει πράγματι να τον αγαπάς πολύ για να το αντέξεις. Δεν είχα καμιά διάθεση να διηγηθώ εδώ τα δικά μου παιδικά χρόνια, παρά τόσο μόνο όσο χρειαζόταν για να αποτυπωθεί το χνάρι αυτού του αιωνόβιου, χτεσινού μα και οριστικά καταποντισμένου κόσμου. Αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας –δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά–, αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων μου ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ. Υπάρχει συγκίνηση χωρίς νοσταλγία, ίσως μάλιστα να είναι έτσι πιο αδρή.

Προσφορά!

Σου Ντόναλτσον / Γουίλ Κίμλικα

22.00 19.80

H “Ζωόπολις” εγκαινιάζει μια νέα αντίληψη για τα δικαιώματα των ζώων. Δεν αρκεί, όπως κάνουν οι κλασικές ηθικές θεωρίες, να καταγγέλλουμε την κακομεταχείριση των ζώων, όταν, στην πραγματικότητα, τα ζώα αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα και απλά μέσα για την εξυπηρέτηση των σκοπών μας.

Η Ζωόπολις μετατοπίζει τη συζήτηση από το πεδίο της ηθικής στο πεδίο της πολιτικής, εστιάζοντας σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις απέναντι στα ζώα, που πηγάζουν από τους ποικίλους και διαφοροποιημένους τρόπους με τους οποίους τα ζώα σχετίζονται με τις ανθρώπινες κοινωνίες και τους θεσμούς. Υποστηρίζει ότι διαφορετικές κατηγορίες ζώων βρίσκονται σε διαφορετικές σχέσεις με τις πολιτικές κοινότητες των ανθρώπων.

Θα πρέπει να βλέπουμε τα εξημερωμένα ζώα ως συμπολίτες μας, ως πλήρη μέλη μεικτών κοινωνιών που απαρτίζονται από ανθρώπους και ζώα, τα οποία συμμετέχουν στο συνεργατικό εγχείρημα της κοινής ιδιότητας του πολίτη. Τα ζώα της άγριας φύσης, αντιθέτως, σχηματίζουν τις δικές τους κυρίαρχες κοινότητες που δικαιούνται προστασία απέναντι στην αποικιοποίηση, την εισβολή, την κυριάρχηση και άλλες απειλές για τον αυτοκαθορισμό τους. Τα ζώα “οριακής ταξινόμησης” -τα οποία είναι μεν άγρια, ζουν όμως μέσα σε ανθρώπινους οικισμούς (όπως τα κοράκια και τα ρακούν)- θα πρέπει να θεωρούνται “μέτοικοι”, που κατοικούν στις κοινωνίες μας και απολαμβάνουν την ασφάλεια του κράτους δικαίου, αλλά δεν διαθέτουν τα πλήρη δικαιώματα ούτε υπέχουν τις ευθύνες που απορρέουν από την ιδιότητα του πολίτη.

Οφείλουμε να σεβόμαστε τα θεμελιώδη και απαραβίαστα δικαιώματα όλων των ζώων, είναι ωστόσο αναπόφευκτο να διατηρούμε διαφορετικές σχέσεις με αυτά, οι οποίες βέβαια αντιστοιχούν σε διαφορετικά είδη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων απέναντί τους. Άνθρωποι και ζώα είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένοι σε ένα σύνθετο δίκτυο σχέσεων· η Ζωόπολις προσφέρει ένα πρωτότυπο και θετικό όραμα για τοπώς μπορούμε να θεμελιώσουμε αυτό το δίκτυο σχέσεων πάνω σε αρχές δικαιοσύνης και συμπόνιας.

Φίλιπ Ροθ

13.94

Ένα από τα αριστουργήματα του Φίλιπ Ροθ, το Θέατρο του Σάμπαθ, αυτή η ορμητική κατάδυση στη συνείδηση ενός εξηντατετράχρονου πρώην μαριονετίστα, ο οποίος ζει απομονωμένος και αφοσιωμένος στην αχαλίνωτη ερωτική ζωή του και στη διαρκή αναδιαπραγμάτευση του παρελθόντος του, δεν έχει ως άμεσο θέμα τη φιλία. Ωστόσο, η μορφική ιδιοφυΐα του Ροθ είναι αυτή που φέρνει τη φιλία στο επίκεντρο του μυθιστορήματος. Ο θάνατος ενός παλιού φίλου του ήρωα τον οδηγεί σε ένα ταξίδι επιστροφής στην προηγούμενη ζωή του, μέσω του οποίου ο Ροθ μας αφηγείται αναδρομικά τα βασικά περιστατικά του βίου του Σάμπαθ. Έτσι, η παλιά του παρέα καθίσταται κατά κάποιον τρόπο το πρώτο ακροατήριο που προκαλεί και ακούει τον παραληρηματικό, μισανθρωπικό αλλά και σπαρακτικό μονόλογο του Σάμπαθ. Η φιλία αναδεικνύεται συγχρόνως ως πεδίο ανταγωνισμού και ως χώρος εξομολόγησης, ως ένα πραγματικό θέατρο όπου μπορεί να ανέβει το δράμα της αυτοσυνείδησης.

Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται ο Ροθ τη γλώσσα και τα θέματά του είναι αυτός που έχουμε συνηθίσει από τα υπόλοιπα βιβλία του. Ωστόσο, υπάρχουν δύο στοιχεία που κάνουν το Θέατρο του Σάμπαθ ένα πραγματικά σημαντικό λογοτεχνικό έργο: α) η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός, ο μηδενισμός και η εσωτερική πάλη υποτάσσονται εδώ στον λόγο ενός ήρωα, που δεν έχει τίποτα το γοητευτικό ή θετικό,· β) η αυτοαναφορική υφή του έργου και τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, που στον Ροθ είναι πάντοτε εμφανή, αποκτούν εδώ μια αφηρημένη και έντονα καλλιτεχνική διάσταση, καθώς ο ήρωας δεν είναι συγγραφέας ούτε διανοούμενος.

Κώστας Σπαθαράκης

Προσφορά!

Jonathan Coe

17.70 15.93

Το μεθυστικό καλοκαίρι του 1977 μια αφελής κοπέλα, η Καλλιστώ, αναχωρεί από την Αθήνα για να γνωρίσει τον κόσμο. Μετά το ταξίδι της στην Αμερική, βρίσκεται αναπάντεχα σε ένα ελληνικό νησί που έχει μετατραπεί σε κινηματογραφικό σκηνικό. O Μπίλι Γουάιλντερ, διάσημος σκηνοθέτης του Χόλυγουντ, γυρίζει εκεί την ταινία του Fedora, και η Καλλιστώ προσλαμβάνεται ως βοηθός. Παρατηρεί συνεπαρμένη τον λαμπερό, πρωτόγνωρο για εκείνη τρόπο ζωής, βιώνοντας μια εμπειρία που θα τη σημαδέψει για πάντα.

Ενώ η Καλλιστώ είναι ενθουσιασμένη με τη νέα της περιπέτεια, ο ίδιος ο Γουάιλντερ αντιλαμβάνεται ότι το άστρο του έχει μάλλον αρχίσει να σβήνει. Το Χόλυγουντ τον απορρίπτει, και μόλις που κατόρθωσε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για την ταινία του, από τη Γερμανία. Η Καλλιστώ τον ακολουθεί στο Μόναχο για τα γυρίσματα των επόμενων σκηνών και τον συντροφεύει σε ένα ταξίδι αναμνήσεων που οδηγεί στον σκοτεινό πυρήνα της οικογενειακής του ιστορίας.

Σε αυτό το μυθιστόρημα, που αποτελεί ταυτόχρονα τρυφερή ιστορία ενηλικίωσης και ευαίσθητο πορτρέτο μίας από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες του αμερικανικού κινηματογράφου, ο Jonathan Coe στρέφει το βλέμμα του στην έννοια του χρόνου και στη σημασία της φήμης, στην οικογένεια και στην απατηλή σαγήνη της νοσταλγίας. Όταν ο κόσμος βαδίζει προς την αλλαγή, γαντζώνεσαι στην παλιά, αγαπημένη σου ζωή, ή αποφασίζεις ότι είναι ώρα να την αφήσεις πίσω;

Έγραψαν για το βιβλίο:

Ένα γοητευτικό, γλυκόπικρο μυθιστόρημα, μια υπέροχη υπενθύμιση της αξίας της τέχνης σε δύσκολους καιρούς.
The Spectator

Στο κοντινό του πλάνο στον Μπίλι Γουάιλντερ, ο Τζόναθαν Κόου εξυμνεί τον σκηνοθέτη, έχοντας με μαγικό τρόπο αφομοιώσει τη σπουδαία του ικανότητα να μιλά με αστείο τρόπο για στενόχωρα θέματα, και το αντίστροφο.
Daily Telegraph

Ένα βιβλίο που θα λατρέψετε.
The Observer

Προσφορά!

Γκράχαμ Γκριν

17.70 15.93

Συναγερμός στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Μια διαρροή πληροφοριών πυροδοτεί κλίμα καχυποψίας, διάχυτης ανησυχίας και έντασης, ενώ διεξάγονται συνεχείς έλεγχοι ασφαλείας. Τα πρόσωπα σιγά-σιγά εμφανίζονται στη σκηνή: Ο Μορίς Κάσελ, ένας ήσυχος και διακριτικός πράκτορας που εγκατέλειψε το πεδίο δράσης του στην Αφρική για να αποσυρθεί στα κεντρικά γραφεία του Λονδίνου. Η γυναίκα του Σάρα, μαύρη, από τη Νότια Αφρική, που διέφυγε στη Βρετανία καταδιωκόμενη από το καθεστώς του απαρτχάιντ. Ο Ντέιβις, βοηθός του Κάσελ, που, για να ξεχάσει τους αποτυχημένους έρωτές του, βυθίζεται στο αλκοόλ και τον τζόγο. Ο κυνικός και επικίνδυνος Πέρσιβαλ, με το καλοκάγαθο παρουσιαστικό του οικογενειακού γιατρού. Ο Συνταγματάρχης Ντέιντρι, άνθρωπος αφοσιωμένος στο καθήκον, με αυστηρό προφίλ, μοναχικός, που παλεύει με τη συνείδησή του. Και ο C, ο επικεφαλής της υπηρεσίας, διχασμένος ανάμεσα στην αγάπη του για την Αφρική και την πίστη του στις συντηρητικές αξίες και την ταξική δομή της Μεγάλης Βρετανίας. Ο Γκρην επιστρέφει στον κόσμο των κατασκόπων και της προδοσίας, για να πλέξει το εγκώμιο της ανυπακοής και να δείξει με οξυδερκή και ευαίσθητο τρόπο σε ποια τραγωδία μπορεί να καταλήξει η αδιάλλακτη και άκαμπτη εφαρμογή της έννοιας του “εθνικού συμφέροντος” που πολύ συχνά και εύκολα παραμερίζει τον ανθρώπινο παράγοντα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)