Βλέπετε 1–12 απο 32 αποτέλεσματα

Ζάουμε Καμπρέ

16.00

Ο Ισμαήλ είναι καθηγητής φιλολογίας. Πέρασε δύσκολα παιδικά και νεανικά χρόνια, και τώρα η ζωή του είναι ήρεμη ή μάλλον ανιαρή. Τίποτα δεν συμβαίνει, και το μόνο που τον βγάζει από τον λήθαργό του είναι η αγάπη του για τη λογοτεχνία.

Μέχρι τη στιγμή που ξανασυναντά μια παιδική του φίλη, τη Λέο. Η έλξη που του ασκεί είναι ακαταμάχητη, μια ελπίδα ευτυχίας γεννιέται. Ο Ισμαήλ, όμως, βλέπει μια μέρα στον δρόμο -φαινομενικά, τυχαία- τον πρώην επιστάτη του σχολείου στο οποίο διδάσκει. Αυτός ο άνθρωπος του ζητά μια μικρή εξυπηρέτηση… Η συνάντησή τους θα έχει τρομακτικές συνέπειες και ο Ισμαήλ ξυπνά στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου χωρίς να θυμάται ούτε ποιος είναι, ούτε πώς κατέληξε εκεί. Το μόνο που θυμάται είναι τα βιβλία που τον σημάδεψαν.

Το Μας καταβροχθίζει η φωτιά συνδυάζει αριστοτεχνικά τα συστατικά των κορυφαίων κλασικών νουάρ: καταδικασμένους έρωτες, αθώους που μπαίνουν στο στόχαστρο της Δικαιοσύνης, μοιραίες γυναίκες που στάθηκαν άτυχες· όλοι, παγιδευμένοι στη δίνη μιας τραγικής μοίρας που τους καταδιώκει αμείλικτα.

Ελληνική λογοτεχνία

Εξοδόχαρτο

Βαγγέλης Σιαφάκας

17.70

Οι μικρές ιστορίες που συγκέντρωσε ο Βαγγέλης Σιαφάκας στο Εξοδόχαρτο, γραμμένες με κέφι και συνδυάζοντας το πραγματικό με το φανταστικό, μπορούν να διαβαστούν και σαν απολογισμός ζωής. Ο κύκλος ανοίγει με τον συγγραφέα μικρό μαθητή στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία, περιλαμβάνει περιστατικά της εφηβείας, ανθολογεί επεισόδια από τις σπουδές και την πολιτική δράση στην Ιταλία, από τη δημοσιογραφική και την οικογενειακή ζωή, όχι σε χρονολογική σειρά, αλλά ενταγμένα σε θεματικές ενότητες. Κυρίαρχη θέση έχει βέβαια η επικαιρότητα, με τις πρωτοφανείς συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού.
Το χιούμορ που διατρέχει τις ιστορίες του είναι αναμφισβήτητο, όπως κι ένας γλυκόπικρος σαρκασμός: θεωρεί ότι η Ιστορία έχει μετατραπεί σε φάρσα και στρέφει συχνά το βλέμμα στο παρελθόν, τότε που τη λαμπερή νεότητα καταύγαζε ο αστερισμός των ιδεών.

Στο Μοναστηράκι, με κυρίαρχο έναν αδυσώπητο ρεαλισμό, κυλάει ένα ποτάμι ταπεινών πραγμάτων, χειρονομιών, στάσεων, ματαιώσεων και πικρίας. Η ματιά του συγγραφέα στέκεται στα ευτελή και καθημερινά που καταβάλλουν τους ήρωές του χωρίς καταγγελτική και διδακτική διάθεση, μιλώντας μια γλώσσα ζωντανή και ανεπιτήδευτη. Όμως η ζωή, με τις κακοτοπιές και τις ανατάσεις της, ολοκλήρωσε τον κύκλο της. Ο χρόνος έχει πάντα το πάνω χέρι. Και ο Βαγγέλης Σιαφάκας είναι αλλού.

Ελληνική λογοτεχνία

Μόνο το αρνί

Βασιλική Πέτσα

14.00

Όπως της τα είπαν και όπως τα φαντάστηκε: διαπλέκοντας τοπικές ιστορίες, μαρτυρίες και οικογενειακές αφηγήσεις, αντλώντας από την ντοπιολαλιά και το εκφραστικό της ύφος, η συγγραφέας αναπλάθει τον κόσμο της θεσσαλικής επαρχίας σε χρόνο παρελθοντικό και ανασυστήνει πρόσωπα και εποχές. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1940 και καταλήγοντας στις απαρχές της Μεταπολίτευσης, τα τέσσερα διηγήματα της συλλογής επικεντρώνονται σε περιθωριακούς χαρακτήρες και ψηλαφούν διαχρονικά ρήξεις και συνέχειες, “αφουγκραζόμενα” τον απόηχό τους στην καθημερινή ζωή της ελληνικής περιφέρειας.

Ανθρώπινα δράματα και ιστορικά γεγονότα, διαπροσωπικές προστριβές και συλλογικές συγκρούσεις, που αλληλεπιδρούν και διαταράσσουν τις ισορροπίες στο εσωτερικό της κοινότητας, της οικογένειας, του ατομικού ψυχισμού. Τέσσερα διηγήματα που εστιάζουν στη μικροκλίμακα, αναδεικνύουν τις λεπτομέρειες, φωτίζουν το αφανές και ανασύρουν το λησμονημένο, σαν ισάριθμες φωτογραφίες, ασπρόμαυρες, τσακισμένες στις γωνίες, που εντοπίζει κανείς σε παλιά οικογενειακά άλμπουμ. Θωρακίζοντας με το φίλτρο της ειλικρίνειας και της τρυφερότητας τον λογοτεχνικό της φακό, αποκαθαίροντάς τον από τη νοσταλγία και τον φολκλορισμό, η συγγραφέας απαθανατίζει έναν κόσμο που έχει πια χαθεί, κι ας μην υπήρξε ποτέ πραγματικός.

Ζαν Λακουτύρ

27.70

Λίγες συλλογικές περιπέτειες σημάδεψαν τόσο έντονα τον πολιτισμό μας όσο η περιπέτεια των Ιησουιτών, που σε διάστημα πέντε αιώνων ξεδίπλωσαν τη δράση τους σε όλο τον κόσμο.

εταρρυθμιστές που μπήκαν αμέσως στο στόχαστρο της Ιεράς Εξέτασης, θαρραλέοι κήρυκες του Ευαγγελίου στην Ιαπωνία, την Κίνα ή το Βιετνάμ, δημιουργοί της ουτοπίας της Παραγουάης, παγκόσμιοι πρεσβευτές του Βατικανού, εξομολόγοι ηγεμόνων, εχθροί των γιανσενιστών, παιδαγωγοί των “ελίτ”, οι Ιησουίτες ενσάρκωσαν, στο πέρασμα των αιώνων, έναν χριστιανισμό ικανό να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των καιρών, ανοιχτό στην επιστήμη και τολμηρά εμπλεκόμενο στην πολιτική διαμάχη για το καλύτερο και το χειρότερο.

Από την ίδρυση του Τάγματος από τον Ιγνάτιο Λογιόλα, το 1540, μέχρι την κατάργησή του το 1773 από τον πάπα Κλήμη ΙΔ’, ο Ζαν Λακουτύρ αναψηλαφεί αυτή την εκπληκτική ιστορία και παρουσιάζει τους πρωταγωνιστές μιας αέναης σταυροφορίας “προς μείζονα δόξα του Θεού”.

Ξένη λογοτεχνία

Σαν την βροχή πριν πέσει

Τζόναθαν Κόου

18.25

Ο Τζόναθαν Κόου, στο βιβλίο του αυτό, εστιάζει τη ματιά του στις ανθρώπινες σχέσεις, γράφοντας ένα δυνατό, συγκινητικό, υποβλητικό και μελαγχολικό μυθιστόρημα που κυριαρχείται από γυναικείες φωνές και αποτυπώνει με εξαιρετικό τρόπο την πορεία μιας οικογένειας κατά το δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα.

Μια ηλικιωμένη κυρία αποφασίζει, πριν πεθάνει, να καταγράψει σε μαγνητόφωνο, όχι μόνο τη δική της ιστορία, αλλά και την ιστορία ενός τυφλού κοριτσιού που εμφανίστηκε ξαφνικά στο πάρτι των πεντηκοστών της γενεθλίων πριν από πολλά πολλά χρόνια.

Περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια είκοσι ξεθωριασμένες φωτογραφίες που δεν απεικονίζουν κάτι το ιδιαίτερο: ένα τροχόσπιτο, ένα πικνίκ, ένα σπίτι στα προάστια…

Πόσες, όμως, απογοητεύσεις και ματαιώσεις μπορεί να κρύβει ένα αποτυπωμένο χαμόγελο ή ένα εορταστικό ενσταντανέ; Προχωρώντας από φωτογραφία σε φωτογραφία, αποκαλύπτεται μια οικογενειακή ζωή γεμάτη μυστήριο. Είναι η ιστορία τριών γενεών, σημαδεμένων από παιδικά χρόνια δίχως αγάπη, εγκλωβισμένων στην ίδια τραγική μοίρα, καθώς το φορτίο του πόνου μεταφέρεται αδιάλειπτα από μητέρα σε κόρη.

Ξένη λογοτεχνία

Εμμονή

Αντόνια Σ. Μπάιατ

19.80

Γύρω από τον μεγάλο βικτοριανό ποιητή Ράντολφ Χένρι Ας μαίνεται ένας υπόγειος πόλεμος. Πανεπιστημιακοί, φιλόλογοι, μελετητές, διεκδικούν την αποκλειστικότητα της μελέτης του έργου του. Όλα τα χτυπήματα επιτρέπονται, ακόμη και η κλοπή χειρογράφων, η δόλια απόσπαση πληροφοριών, η εξαπάτηση. Αλλά καθώς αυτές οι ακαδημαϊκές διαμάχες κορυφώνονται, ο νεαρός ερευνητής Ρόλαντ Μίτσελ ανακαλύπτει μια επιστολή του ποιητή που απευθύνεται σε μια άγνωστη γυναίκα.

Μαζί με τη φεμινίστρια, πρωτοπόρο των γυναικείων σπουδών, Μωντ Μπέιλι, θα επιχειρήσουν να διαλευκάνουν το ερωτικό μυστήριο που φαίνεται να περιβάλλει την επιστολή. Οι δυο τους, κρυφά από συναδέλφους και ανταγωνιστές μελετητές, θα αποδυθούν σ’ ένα ασθματικό κυνήγι θησαυρού και πολύ γρήγορα η διανοητική τους περιπέτεια θα γίνει και πραγματική.

Από τα αρχοντικά του Λίνκολνσαϊρ στους βαλτότοπους και στις λίμνες του βόρειου Γιορκσάιρ, από τους θρύλους για τη Νεράιδα Μελουζίνα και την καταποντισμένη πόλη Υς στις φυσιοδιφικές αναζητήσεις και τις πνευματιστικές ανησυχίες των επιφανών βικτοριανών, από τους παράνομους έρωτες στις ρομαντικές αυτοκτονίες, το κορυφαίο μυθιστόρημα της βραβευμένης Αγγλίδας συγγραφέως υφαίνει ένα δίχτυ παθών, παραπλάνησης και τραγωδίας.

Και είναι ταυτόχρονα ένα δεξιοτεχνικό παιχνίδι «μίμησης ύφους» ποιητών και ποιητριών του 19ου αιώνα, ένας αφηγηματικός άθλος που αξιοποιεί τα πιο συναρπαστικά στοιχεία του λογοτεχνικού αινίγματος που ονομάζεται ρομαντικό μυθιστόρημα.

Ντάνιελ Σνεντερμάν

22.00

Ένας Γερμανός Μουσολίνι.

Τρεις λέξεις.

Οι τρεις αυτές λέξεις έχουν ξεθαφτεί από μια αμερικανική εφημερίδα της δεκαετίας του 1920. Είναι ίσως η πρώτη μνεία του Χίτλερ στον αμερικανικό Τύπο. Το άρθρο, στις μέσα σελίδες της εφημερίδας, είναι γραμμένο αμέσως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Χίτλερ στο Μόναχο (1923), ένα συμβάν που δεν προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση. Ένας ασήμαντος σαματάς σε μπιραρία, στη νότια μητρόπολη της μεγάλης ηττημένης του Μεγάλου Πολέμου. Μερικοί νεκροί, μερικοί τραυματίες, ένας μυστακοφόρος ταραξίας ο οποίος φυλακίστηκε για κάμποσους μήνες και εκμεταλλεύτηκε τη φυλάκισή του για να γράψει ένα ακαταλαβίστικο συνονθύλευμα που έσταζε μίσος, το Mein Kampf: εν κατακλείδι, ένα επεισόδιο χωρίς προεκτάσεις. Ο Τύπος θα ξυπνήσει δέκα χρόνια αργότερα, όταν θα είναι πολύ αργά. Και ούτε καν τότε.

Ξένη λογοτεχνία

Ουίσκυ Τάνγκο Φοξτρότ

Ντέιβιντ Σάφερ

20.00

Η Λεϊλά Μετζνούν, μια νεαρή ιδεαλίστρια που εργάζεται για λογαριασμό μιας αμερικανικής ΜΚΟ, βλέπει κάτι που δεν θα έπρεπε να δει, σ’ ένα απομονωμένο δάσος στα σύνορα της Βιρμανίας με την Κίνα.
Ο Λίο Κρέιν, γόνος πάμπλουτης οικογένειας που οι θεωρίες συνωμοσίας δεν τον αφήνουν αδιάφορο, πέφτει και χτυπάει με το ποδήλατό του στον δρόμο για τη δουλειά του, στο Πόρτλαντ του Όρεγκον. Το ατύχημα συμβαίνει κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Τελικά, καταφέρνει να φτάσει στον χώρο εργασίας του, αλλά την ίδια μέρα απολύεται.

Ο Μαρκ Ντέβεροου, διάσημος συγγραφέας βιβλίων αυτοβοήθειας, ξέρει πολύ καλά πόσο ανόητες είναι οι συνταγές του και ψάχνει απεγνωσμένα να κάνει κάτι καλύτερο στη ζωή του.
Αυτό που συνδέει τους τρεις ήρωες -και το οποίο αρχικά αγνοούν- είναι ότι έχουν τραβήξει την προσοχή των ανθρώπων της Επιτροπής, μιας μυστικής οργάνωσης αποτελούμενης από μεγιστάνες των επιχειρήσεων και πανίσχυρους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, που δραστηριοποιείται σε όλο τον κόσμο, προσπαθώντας να ελέγξει τα προσωπικά δεδομένα και την αποθήκευση και μεταφορά των πληροφοριών, και να ιδιωτικοποιήσει τα πάντα. Καθένας τους θα λάβει μέρος με τον τρόπο του στην επιχείρηση αντίστασης κατά της Επιτροπής, η οποία ενορχηστρώνεται από μια κολεκτίβα ευρηματικών χάκερ ακτιβιστών και βασίζεται σε ριζοσπαστικές πολιτικές ιδέες, κλασικές μεθόδους κατασκοπείας και εντυπωσιακή τεχνολογία αιχμής.

Η Λεϊλά, ο Λίο και ο Μαρκ θα κληθούν στην πορεία να παλέψουν με τους προσωπικούς τους δαίμονες, να επαναξιολογήσουν τις αρχές που νοηματοδοτούν τη ζωή τους και να επαναπροσδιορίσουν τις πεποιθήσεις τους για την αγάπη και τη φιλία, όπως επίσης και τη σχέση τους με τις οικογένειες και τις κοινότητές τους. Αντλώντας τις επιρροές του από τη λαϊκή κουλτούρα και τον κινηματογράφο, τη φιλοσοφία και τη σύγχρονη τεχνολογία, τον Νιλ Στίβενσον και τον Φίλιπ Ντικ, τον Ντον ΝτεΛίλο και τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, το “Ουίσκυ Τάνγκο Φόξτροτ” είναι ένα τολμηρό, πρωτότυπο και με έντονο σασπένς μυθιστόρημα, το οποίο παρουσιάζει με ευρηματικό και ίσως προφητικό τρόπο τους κινδύνους και τις προοπτικές που κρύβουν οι ονλάιν ζωές μας.

Ξένη λογοτεχνία

Ρετροσπεκτίβα

Αβραάμ Β. Γεοσούα

19.91

Ο Γιαΐρ Μόζες, ένας καταξιωμένος ισραηλινός σκηνοθέτης στη δύση της ζωής του, φτάνει στο Σαντιάγκο ντε Κομποστέλα, μαζί με τη γερασμένη ηθοποιό και πρώην μούσα του, τη Ρουθ, για να παραστεί σε ένα αναδρομικό αφιέρωμα στο έργο του.

Για έναν ανεξήγητο, ύποπτο λόγο, έχουν επιλεγεί γι’ αυτή τη ρετροσπεκτίβα μόνον οι πρώτες, νεανικές ταινίες του Μόζες, αυτές που είχε γυρίσει σε συνεργασία με τον πρώην σεναριογράφο του, με τον οποίο είναι μαλωμένος εδώ και τριάντα χρόνια. Πάνω από το κρεβάτι του, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, ο Μόζες ανακαλύπτει το αντίγραφο ενός αινιγματικού πίνακα με τίτλο “Ρωμαϊκή ευσπλαχνία (Caritas Romana)”, που παριστάνει μια νέα γυναίκα να θηλάζει έναν ηλικιωμένο φυλακισμένο. Η παράσταση αυτού του πίνακα μοιάζει σαν πιστή απεικόνιση μιας τολμηρής σκηνής που είχε συλλάβει ο ευφάνταστος, στα όρια της ιδιοφυΐας, σεναριογράφος του, και την οποία ο Μόζες είχε καταργήσει, βιαστικά και ανενδοίαστα, προκαλώντας έτσι την οριστική ρήξη μεταξύ τους.

Πως και γιατί βρίσκεται τώρα αυτός ο πίνακας στο δωμάτιο του; Και ποιος κινεί τα νήματα αυτής της παράξενης ρετροσπεκτίβας; Καθώς ξετυλίγονται στην οθόνη οι σκηνές από τις παλιές ταινίες του, θραύσματα αναμνήσεων και απωθημένα συναισθήματα κατακλύζουν τον γηραιό σκηνοθέτη. Ο Μόζες, σαν άλλος προσκυνητής, θα ξεκινήσει μια αναδρομή στον χρόνο, έναν απολογισμό των πεπραγμένων του, όχι για να κλείσει τα κιτάπια του, αλλά για να βρει έναν τρόπο να διορθώσει, ίσως, τα πράγματα και να μην απαρνηθεί την επιθυμία, τη λαχτάρα για δημιουργία, για αγάπη, για ζωή, “στον λίγο χρόνο που του [μας] απομένει”. Οδηγός του σε αυτή την αναζήτηση θα είναι ο Δον Κιχώτης.

Βάζοντας σε εξέχουσα θέση την Τέχνη και το συναρπαστικό ερώτημα κατά πόσον η ζωή και η τέχνη είναι συγκοινωνούντα δοχεία που αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοτροφοδοτούνται, ο Γεοσούα υπογράφει άλλο ένα εξαιρετικά τολμηρό, βαθιά ανθρώπινο, και γενναιόδωρο σε νοήματα μυθιστόρημα, με τη χαρακτηριστική, απαράμιλλη μυθοπλαστική του δεινότητα.

Η “Ρετροσπεκτίβα” τιμήθηκε με το βραβείο Medicis Etranger 2012.

Ξένη λογοτεχνία

Στα ίχνη της

Κριστόφ Μπολτανσκί,

17.70

Η μητέρα πέθανε. Έμενε κλεισμένη στο παρισινό διαμέρισμά της, μέσα σε ένα συνονθύλευμα επίπλων, εφημερίδων, μισο-σβησμένων τσιγάρων, σκουπιδιών, με μόνη συντροφιά τον σκύλο της τον Τσιπς. Σιλουέτα ασθενική, φασματική, άναβε το ένα Γκωλουάζ μετά το άλλο, παρόλο που ο καρκίνος είχε προσβάλει τους πνεύμονές της. Αυτή, που τη γοήτευαν η έντονη ζωή και οι συγκινήσεις, είχε μείνει χωρίς επικοινωνία με τον έξω κόσμο, χωρίς εργασία, και ονειρευόταν μυστικά μια καριέρα συγγραφέως αστυνομικών μυθιστορημάτων. Ο γιος της ανακαλύπτει σχεδιάσματα, σκόρπιες σημειώσεις, για ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να γραφτεί. Το ανολοκλήρωτο ως μεγάλη τέχνη.

Για τον γιο της, παραμένει μια άγνωστη. Αυτή ήταν απόμακρη, απούσα. Αυτός, σε δημοσιογραφική αποστολή, δεν ήταν παρών ούτε στην κηδεία της. Ο συγγραφέας, γιος και αφηγητής ακολουθεί τα ίχνη της μητέρας του ως ντετέκτιβ και κατάσκοπος. Προσπαθεί να ανασυστήσει το πορτρέτο της, να μάθει ποια ήταν αυτή η τόσο φευγαλέα γυναίκα που τόσο πολύ έμοιαζε με τους ήρωες των μυθιστορημάτων που ήθελε να γράψει. Κι αν όλα ξεκίνησαν όταν ήταν φοιτήτρια στη Σορβόννη, τότε που συνδέθηκε με τις οργανώσεις της Άκρας Αριστεράς και πέρασε στην παρανομία, βοηθώντας τους αλγερίνους επαναστάτες στον Πόλεμο της Αλγερίας, με κίνδυνο να κατηγορηθεί για προδοσία;

Συνταρακτική ιστορία μιας γυναίκας που χάθηκε, αναζήτηση από έναν γιο που ψάχνει τη μητέρα του, το Στα ίχνη της είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο αντικατοπτρισμών που θέτει διαρκώς ερωτήσεις, προσθέτει συνεχώς νέα στοιχεία του παζλ, αλλά αρνείται να δώσει οριστικές απαντήσεις. Ο Κριστόφ Μπολτανσκί προσφέρει στη μητέρα του τον πιο ωραίο προορισμό: να γίνει ηρωίδα ενός μυθιστορήματος. (

Γιάννης Μπαλαμπανίδης

12.60

Η βασική θέση που προσπαθεί να υποστηρίξει αυτό το βιβλίο είναι ότι η διάκριση μεταξύ προοδευτικής και συντηρητι­κής πολιτικής συνεχίζει να έχει νόημα, αν και όχι το νόημα που είχε κάποτε. Οι έννοιες είναι προϊόντα της ιστορίας, αλλάζουν μαζί με τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Εδώ, λοιπόν, επιχειρούμε να τις προσεγγίσουμε με μια, όπως έλεγε πριν από έναν σχεδόν αιώνα ο Γιώργος Θεοτοκάς στο Ελεύθερο πνεύμα, «αεροπορική ματιά» στην Ευρώπη και στον οικείο μας δυτικό κόσμο. Να διακρίνουμε «από ψηλά» νέες δυναμικές πολιτικοποίησης, ξεφεύγοντας λίγο από το καθ’ ημάς εθνοκεντρικό βλέμμα. Να εντοπίσουμε τους κόμβους όπου διασταυρώνονται παλιές και καινούριες έννοιες: Αριστερά και Δεξιά, μεσαία τάξη και gig economy, επισφάλεια και πολι­τικές ταυτότητας, wokeism, πολιτική ορθότητα, νατιβισμός, intersectionality, αντισυστημισμός, κλιματική αλλαγή.

Με αυτές τις καινούριες λέξεις και ιδέες, τις διαιρέσεις που προσλαμβάνουν νέες μορφές και περιεχόμενα, θα προ­σπαθήσουμε να κατανοήσουμε την πολιτική στους ρευστούς καιρούς μας. Έχοντας ως αφετηρία τη σκέψη ότι η σύγκρουση μπορεί να είναι ταυτόχρονα μια δημοκρατική διαπάλη διαφορετικών ιδεών για τον κόσμο, αλλά και ότι οι ισχυρές πολιτι­κές ταυτότητες μπορεί να αναζωογονούν, αντί να υπονομεύουν, τον κοινό μας δεσμό.

Το δοκίμιο αυτό έχει όμως και έναν ειδικότερο στόχο: να ανιχνεύσει τους όρους πολιτικοποίησης ιδίως της δικής μας γενιάς, της «διεθνούς» γενιάς των πάνω-κάτω συνομηλίκων, που μεγαλώσαμε με αυξημένες προσδοκίες για να βρεθού­με καθηλωμένοι στην ιδιαίτερη ανθρωπολογική συνθήκη που λέγεται υπάλληλος γραφείου. Το πρωτογενές υλικό της πο­λιτικής μας συγκρότησης περιλαμβάνει τις αισθητικές αναφορές της γενιάς μας, τις πολιτισμικές της αναπαραστάσεις, τα καλειδοσκοπικά ερεθίσματά της, υψηλά και ταπεινά, εκλεπτυσμένα και ποπ.

 

Λορ Μουράτ

9.90

Κάθε πολεμική γύρω από την cancel culture –και δεν υπήρξαν λίγες τον τελευταίο καιρό– προκαλεί θύελλα αντιδράσεων στον Τύπο και τα κοινωνικά δίκτυα. Είναι ίδιον της cancel culture, αυτής της «δικτατορίας των μειοψηφιών», σύμφωνα με ορισμένους, ή του «φασισμού της άκρας Αριστεράς», σύμφωνα με τον Donald Trump, τον πιο απηνή πολέμιό της, να προκαλεί την οργισμένη αντίδραση μιας αγανακτισμένης πλειοψηφίας, που καταγγέλλει τις «διαστρεβλώσεις των αντιρατσιστών» και τη βούληση να ξαναγραφτεί η ιστορία μέσω αναχρονισμών και ηθικολογικών κρίσεων. Σε γενικές γραμμές, αυτές οι κριτικές προηγούνται κάθε συζήτησης επί του θέματος και την καθιστούν εκ των πραγμάτων σχεδόν αδύνατη. Σίγουρα το έχετε διαπιστώσει κι εσείς: κάθε φορά που ακούγεται η φράση cancel culture, όλοι τραβάνε το περίστροφό τους.

Εκ των υστέρων επανόρθωση εξόφθαλμων αδικιών. Δύσκολο να συνοψίσει κανείς καλύτερα σε μια φράση τα επίδικα που πυροδοτούν την πολεμική γύρω από την cancel culture. Συμπυκνώνονται σε κάθε λέξη αυτής της πρότασης. Πράγματι, δεν αισθάνεται όλος ο κόσμος την ανάγκη να «επανορθώσει» (γιατί; με ποιον τρόπο;), πόσο μάλλον να επανορθώσει τις «αδικίες» που κρίνονται ως «εξόφθαλμες» (με βάση ποια κριτήρια;) και που από ορισμένους θεωρούνται ως τυχαία περιστατικά ή ως ιστορικό fatum, και επιπλέον όλα αυτά να γίνουν «εκ των υστέρων», ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τη διεξαγωγή μιας αναδρομικής και παραπλανητικής δίκης. Παρότι η cancel culture δεν είναι απαλλαγμένη από υπερβολές και ελαττώματα, οι αντιδράσεις που προκαλεί στη Γαλλία, ύποπτες καθότι συστηματικές, παραμορφώνουν τα επίδικα ζητήματα έως ότου η συζήτηση να ενταφιαστεί πλήρως. Έγραψα αυτό το κείμενο σε μια προσπάθεια να κατανοήσω την ουσιαστική προβληματική πίσω από τις κραυγές, τις a priori κρίσεις και τις λήψεις του ζητουμένου. Διότι, στον αντίποδα των αγανακτισμένων αντιδράσεων, προσωπικά κάτι διδάχθηκα κάθε φορά που η cancel culture εμφανίστηκε κάπου.

Ας αρχίσουμε δίνοντας έναν απλό ορισμό, φροντίζοντας να διακρίνουμε τη λέξη από το πράγμα, την έκφραση καθεαυτήν από την πραγματικότητα που συγκαλύπτει. Η cancel culture ή, σε μια κατά λέξη απόδοση, η κουλτούρα της ακύρωσης, είναι ουσιαστικά ένας πολεμικός, υποτιμητικός όρος, μια «έκφραση της αμερικανικής Δεξιάς που υιοθετήθηκε από τους γάλλους νεοσυντηρητικούς προκειμένου να απαξιώσουν περαιτέρω τα προοδευτικά αιτήματα», σύμφωνα με τη διατύπωση του André Gunthert. Ορίζει ένα σύνολο διεκδικήσεων που προέρχονται από τη ριζοσπαστική Αριστερά και αφορούν την απτή αλλαγή των πρακτικών σε μια κοινωνία που κατηγορείται ότι διαιωνίζει μια ρατσιστική και σεξιστική κουλτούρα, η οποία αγνοεί τους καταπιεσμένους πληθυσμούς. Η κουλτούρα της ακύρωσης, κριτικό εργαλείο των μειονοτήτων που εξασκούν την ελευθερία έκφρασής τους, συνίσταται κυρίως στην αποκάλυψη θεμάτων ή πράξεων εκ μέρους προσώπων, εταιρειών ή θεσμών που κρίνονται απαράδεκτες ή προσβλητικές και στην απόσυρση κάθε υποστήριξης προς αυτά τα πρόσωπα, τις εταιρείες και τους θεσμούς, ιδίως μέσω των κοινωνικών δικτύων. Η cancel culture είναι λοιπόν πάνω απ’ όλα ένας τρόπος έκφρασης και διαμαρτυρίας, ο οποίος συντίθεται από συντονισμένους λόγους και πράξεις που αφορούν τα πολιτικά δικαιώματα: διαδήλωση, μποϊκοτάζ, προειδοποίηση (ή whistle-blowing).