Ποια τύχη μπορεί να έχει μια γυναίκα ορφανή και από τους δύο γονείς, μαύρη και νάνος, που μεγαλώνει με την εργάτρια γιαγιά της σε μια φτωχογειτονιά της επαρχίας; Στα δεκαπέντε της χρόνια, η ηρωίδα ?που δεν θα μάθουμε ποτέ το όνομά της? αφήνει τη γειτονιά που μεγάλωσε και τους ανοχύρωτους ανθρώπους της, “εκείνους που ο κόσμος θα ήθελε να εξαφανίσει”, για να αναζητήσει την οικογένεια της καρδιάς της, να βρει την ταυτότητά της, να γνωρίσει τον κόσμο. Είναι εφοδιασμένη με το χάρισμα του διαχωρισμού: η σκέψη της, παντοδύναμη, μπορεί να αποδεσμεύεται από το αδύναμο σώμα της και να ορθώνεται, ανίκητη, στις δυσκολίες. Στην περιπλάνησή της τίποτα δεν θα είναι εύκολο. Θα γνωρίσει τη δύναμη της φιλίας, αλλά θα αντιμετωπίσει και το ψέμα, την ιδιοτέλεια, την εξαπάτηση. Θα βρεθεί ανάμεσα σε ανθρώπους περιθωριακούς, τσαλακωμένους, αποσυνάγωγους, αλλά κάποτε και μαχητικούς, σε υποβαθμισμένα προάστια, σε μια κατάληψη καλλιτεχνών, σ’ ένα άθλιο ξενοδοχείο, σε μια αναρχική ουτοπική κοινότητα. Το μυθιστόρημα της Kisukidi, πολυφωνικό και βαθιά ποιητικό, περιπετειώδες και ευφρόσυνο, αναμειγνύει ιδέες και πολιτική, λόγια φαντασμάτων, παλιά παραμύθια, αρχετυπικές ιστορίες για πειρατές και παιδιά που χάνονται στο δάσος, σε μια καταιγιστική διαδοχή. Πρωτοτυπία, διαύγεια, τόλμη της γραφής, επίμονος ρεαλισμός που συνυπάρχει με μια προκλητική φαντασία, κριτική της κοινωνίας δριμεία και ποιητική. Η ηρωίδα διατρέχει “των ηττημένων τα διανυμένα χιλιόμετρα”, παρατηρεί με οξυδέρκεια, καταγράφει και καταγγέλλει ψιθυριστά ή ηχηρά, αινιγματικά ή ξεκάθαρα, και μας παρασύρει σε ένα ταξίδι όπου η τέχνη του λόγου μετουσιώνει τα καθημερινά σε μια συγκλονιστική πραγματικότητα δράσης, έντασης, φαντασίας και ονείρου.
(Α.Κ.)
Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου, Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης
Ροκ ποιητής, αντισυμβατικός, γνήσιος, αυτοκαταστροφικός, ρομαντικός επαναστάτης, εμβληματική φιγούρα της μεταπολιτευτικής γενιάς, περιθωριακός με συνείδηση, χαρισματικός ερμηνευτής. «Εν κατακλείδι», ο Παύλος Σιδηρόπουλος [1948-1990] έφυγε νωρίς, άφησε όμως πίσω του κάτι απόλυτα διαχρονικό: τραγούδια που μοιάζουν με εξομολογήσεις και σιωπές που ακόμα ηχούν.
Τα λόγια για να περιγράψει κανείς την μορφή του Παύλου Σιδηρόπουλου είναι περιττά. Ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής με το διαχρονικό έργο του να παίζει σε λούπα μέχρι και σήμερα. Μια βιογραφία που μόνο η τέχνη των κόμικς θα μπορούσε να αποδώσει με τέτοια ζωντάνια, μέσα από το πενάκι του Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη και το ονειρικό σενάριο του Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου.
Ένα κόμικς για τον Πρίγκιπα της ελληνικής ροκ που δεν έζησε για να σωθεί, αλλά έζησε για να αισθανθεί μέχρι τέλους. Ένα έργο που αποτυπώνει τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή, το φως και το σκοτάδι ενός αλήτη διανοούμενου που λογοκρίθηκε και η μεγαλύτερη εκτίμηση ήρθε μεταθάνατον. Όπως αναφέρει και ο Γιάννης Αγγελάκας στην εισαγωγή του: «Ο Χρόνος βάζει τα πράγματα, τις αξίες και τα πρόσωπα στη θέση τους και όλοι πια ξέρουμε πως ο Παύλος Σιδηρόπουλος έχει τον Χρόνο με το μέρος του.»
Δείτε εδώ το αποκλειστικό trailer αφιερωμένο στην έκδοση.
Ελισάβετ Χρονοπούλου
«Μπροστά η Φιλίτσα και πίσω εγώ, ανηφορίσαμε για το σπίτι. Δεν βγάλαμε μιλιά σ’ όλο τον δρόμο γιατί ένα πράγμα μόνο ήταν να πούμε κι αυτό δεν θα το λέγαμε ποτέ ο ένας στον άλλον, ποτέ πια όσο ζούσαμε, και πράγματι, ποτέ δεν το ‘παμε. Μας έφτανε που, όταν θα ξημέρωνε η μέρα και θα πηγαίναμε στον μπακάλη με το δελτίο, θα παίρναμε τρεις μερίδες ψωμί κι όχι δύο […]. Τίποτ’ άλλο δεν θυμάμαι από κει και πέρα. Ζήσαμε.» Στην περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Αθήνα, εκτός απ’ τον ίδιο τον κατακτητή, οι ήρωες των δέκα ιστοριών αντιμετωπίζουν κι έναν διαφορετικό εχθρό: Κάτω απ’ το κράτος της πείνας και του τρόμου, απειλείται η συλλογική ηθική υπόσταση. Βλέπουν να καταλύεται γύρω τους ό,τι συνιστά την έννοια του «ανθρώπινου». Βλέπουν τους γύρω ή και τον εαυτό τους να οπισθοδρομούν σε βαθμίδες πρωτογονικές. Επιβίωσαν. Το τίμημα της επιβίωσης το κράτησαν μέσα τους, ένα μυστικό που το βάρος του συνόδευσε την υπόλοιπη ζωή τους. Για να μπορέσουν να συνεχίσουν, άλλοι χρειάστηκε να το ξεχάσουν, άλλοι να το ξορκίσουν, άλλοι να το ανασκευάσουν. (Ε.Χ., από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Τζόναθαν Κόου
Η Μαρία είναι μια νεαρή γυναίκα που ζει στα περίχωρα του Μπέρμιγχαμ. Αδιάφορη από επιλογή και αναποφάσιστη από τη φύση της, θεωρεί πως γίνεται πολύς θόρυβος για το τίποτα. Δεν επέλεξε να γεννηθεί, ούτε να γίνει αυτό που είναι. Δεν επέλεξε τους ανθρώπους που θα συναντούσε: εγωμανείς, κλεπτομανείς, παρανοϊκούς, φανατικούς θρησκευόμενους, και, τον χειρότερο απ’ όλους, τον μελλοντικό της σύζυγο, τον Μάρτιν.
Ξαφνικά αρχίζει να νιώθει σαν κάποιος να την έχει τοποθετήσει στον κεντρικό ρόλο μιας θλιβερής και κάπως σκληρής μικρής κωμωδίας. Δοκιμάζει όλους τους συνηθισμένους τρόπους για να γεμίσει τον χρόνο της, όπως της έχουν μάθει –μαγειρεύει, βρίσκει δουλειά, γίνεται μητέρα–, όμως η απογοήτευσή της μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Μόνο ο γάτος της, με την ήρεμη αδιαφορία του, της γεννά την ιδέα ότι ίσως μια μορφή ευτυχίας είναι εφικτή. Αλλά πώς μπορεί να είναι κανείς ευτυχισμένος όταν η ζωή του μοιάζει με διαδοχή από ατυχήματα, από συμπτώσεις…
Θα καταφέρει ποτέ να πάρει τον έλεγχο της ζωής της ή η ιστορία της είναι καταδικασμένη να τελειώσει όπως άρχισε – κατά τύχη; Τι επιφυλάσσει η μοίρα στη γυναίκα των συμπτώσεων;
Το πρώτο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου, Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων, περιγράφει τη ζοφερή ιστορία της Μαρίας και των διαψεύσεών της. Με σταθερή πρόθεση τη διαύγεια και την απομυθοποίηση, ο συγγραφέας προχωρά σε μια κατεδάφιση των καθιερωμένων αντιλήψεων περί ευτυχίας, υπονομεύοντας με λεπτή ειρωνεία ό,τι θεωρείται αυτονόητο στην κοινωνική ζωή.




