«Λοξές ματιές ο κόσμος θα μας ρίχνει όπου κι’ αν πάμε άλλοι με φτόνο κι άλλοι με καταφρόνια ποιος ξέρει πόσους η αγάπη μας να καίει σε πόσους θα θυμάει παλιά τους χρόνια». Οι Λοξές ματιές αποτελούν μια πρώτη προσπάθεια συγκέντρωσης και ανάδειξης υλικού για τον αντρικό ομοσεξουαλικό έρωτα και την αντρική ομοσεξουαλική επιθυμία στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, επιδιώκοντας τη δημιουργία ενός σχετικού αρχείου. Με χρονικό άνυσμα από το 1927 μέχρι και το 1978, το αναγνωστικό κοινό έχει την ευκαιρία να διαβάσει κείμενα ποιητών που κινήθηκαν σε μια παράλληλη δοκιμασία ωρίμανσης τόσο του ομοερωτικού λόγου όσο και της ομοσεξουαλικής συνείδησης στην Ελλάδα, φανερώνοντας το πέρασμα από την απόκρυψη στην παρρησία. Τα ποιήματα των Βασίλη Λαμπρολέσβιου, Μίμη Λιμπεράκη και Γιώργου Γιαννίδη μπορεί να θυμίζουν κάτι από τα παλιά, συνθέτοντας ιστορίες, χώρους και πρακτικές που έχουν λησμονηθεί, συνεχίζουν να αποτελούν ωστόσο τεκμήρια μιας γενεαλογίας που οφείλουμε να κοιτάξουμε κατάματα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης
Θεμιτά και αθέμιτα του μουσικού του βίου.
Θεωρώ ότι η ζωή του θέμη Ανδρεάδη είναι σχεδόν κινηματογραφική, αφού ξεκινά με τη λήξη του εμφυλίου, διασχίζει τη δεκαετία του ’50 της «ανοικοδόμησεις γης χώρας, περνάει από τη μυθική δεκαετία του ’60 και τις μπουάτ, τη δικτατορία και τον Μαρκόπουλο, τη μετάλλαξη του ελληνικού τραγουδιού τη δεκαετία του ’70 με την παραλία και τις μεγάλες πίστες, τα λαμέ πουκάμισα και τα ψηλά μεροκάματα, τη δεκαετία του ΠΑΣΟΚ και φτάνει ως τις μέρες μας με τα μνημόνια, τον covid, την τεχνητή νοημοσύνη. Λίγοι τραγουδιστές ή δημιουργοί έχουν οδηγήσει ή οδηγηθεί αλώβητοι (;) σε μια τόσο εκτενή και ζουμερή διαδρομή σε εύρος, λίγοι έχουν αφηγηθεί τη μικρή τους ιστορία. Γιατί το βιβλίο αυτό βασίζεται αρκετά στις αυθεντικές αφηγήσεις του βιογραφούμενου. (Από το εισαγωγικό σημείωμα του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη)
Γιώργος Χωματηνός
Σ’ ένα μικρό κι αχαρτογράφητο χωριό, που το εξουσιάζει ένας αιμοσταγής δεκατριάχρονος τύραννος, καταφθάνει στην καρδιά της Σαρακοστής μια βοϊδάμαξα χωρίς οδηγό, φορτωμένη μ’ ένα μαρμάρινο φέρετρο. Την ακολουθεί ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι που μεταφέρει έναν αλλόκοτο θίασο. Για τους χωρικούς η έλευση της άμαξας μοιάζει να εκπληρώνει μια παλιά προφητεία? κανείς, όμως, δεν γνωρίζει –ούτε μπορεί να φανταστεί– το περιεχόμενο του φορτίου της.
Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, στη μεθόριο μοντέρνου και μεταμοντέρνου, που εκκινεί από έναν μυθικό μικρόκοσμο για να φτάσει στους δρόμους της Κυψέλης του σήμερα· μια ιδιότυπη τραγωδία, στην οποία θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις εκκρεμότητες της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας.




