Το 1940 ο Ντέιβιντ Σπάρσολτ πηγαίνει στην Οξφόρδη για να σπουδάσει μηχανικός, παρότι στόχος του είναι να καταταγεί στη Βασιλική Αεροπορία. Όμορφος, αθλητικός, χαρισματικός, αγνοεί την ισχυρή επίδραση που ασκεί στους άλλους – ιδίως στον Έβερτ Νταξ, τον μοναχικό και ρομαντικό γιο ενός διάσημου μυθιστοριογράφου. Με τον κόσμο στη δίνη του πολέμου, με το Λονδίνο να βομβαρδίζεται, η Οξφόρδη μοιάζει με έναν τόπο εφήμερης ομορφιάς και μυστικών δεσμών υπό την κάλυψη της συσκότισης. Ανάμεσα στον Ντέιβιντ και τον Έβερτ αναπτύσσεται μια φιλία που θα επηρεάσει τις ζωές τους για πολλά χρόνια. Το μυθιστόρημα του Άλαν Χόλινγκχερστ, παρακολουθώντας τρεις γενιές, αναπλάθει τις στενές σχέσεις μιας ομάδας ανθρώπων που τους έφερε κοντά η τέχνη, η λογοτεχνία και ο έρωτας. Γινόμαστε μάρτυρες των αλλαγών στην αισθητική και την ηθική μέσα από μια σειρά γλαφυρών επεισοδίων που φτάνουν μέχρι τη δεκαετία του 1970. Πλούσιο στις λεπτομέρειές του και συναισθηματικά φορτισμένο, αυτό το εκθαμβωτικό βιβλίο για πατέρες και γιους, οικογένειες και κληρονομιές, διερευνά τις κοινωνικές και σεξουαλικές επαναστάσεις του περασμένου αιώνα, οδηγώντας μας, παράλληλα, στα μεγάλα ζητήματα της δικής μας εποχής.
Απόστολος Δοξιάδης
Ο Δώρης Καλούσης δεν είναι ένας συνηθισμένος συγγραφέας. Θέλοντας να γράψει το μεγάλο του μυθιστόρημα, παλεύει με αναπάντεχες προκλήσεις, εξωτερικές αλλά και εσωτερικές. Δραπετεύει στον Παρνασσό για να συγκεντρωθεί. Όμως εκεί τον παρασέρνει ένα εντελώς άγνωστο βιβλίο, τόσο ζωντανό, ώστε ο κόσμος του αρχίζει να εισβάλλει στην πραγματικότητά του.
Αθήνα, 1942. Ο Χριστόφορος Μπάμιας, απότακτος δημοκρατικός αξιωματικός, αναλαμβάνει να προστατεύσει τον φιλόλογο Βασίλη Σφενδαμή. Όμως τίποτα δεν είναι απλό στην αποστολή του, σε μια πόλη που πεινάει και σε μια εποχή όπου οι Ναζί σχεδιάζουν να γυρίσουν ταινία την Ορέστεια του Αισχύλου ως ύμνο στον Φύρερ. Ο Σφενδαμής απειλείται για να προσυπογράψει την πιο τερατώδη διαστρέβλωση του αρχαίου πνεύματος. Ο Μπάμιας πρέπει να τον σώσει, και μαζί του, κάτι πολύ μεγαλύτερο: την Αλήθεια. Στο πλευρό του έχει τον Γαλάνη, έναν σκύλο που δεν είναι ακριβώς… σκύλος.
Από τα σκοτεινά παρασκήνια της Ακαδημίας Αθηνών μέχρι το Μαντείο των Δελφών, από τον Απόλλωνα ως τον Διόνυσο, από το ένδοξό μας παρελθόν ως τη σημερινή μας σχιζοφρένεια, η δράση, η σάτιρα και το μυστήριο υφαίνουν ένα μυθιστόρημα για τη δύναμη της Ιστορίας και το λεπτό νήμα που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα, τη σοφία από την τρέλα, την αφήγηση από τη ζωή.
Εστέμπαν Ετσεβερία
Μετά από μια καταστροφική πλημμύρα το Μπουένος Άιρες βρίσκεται βυθισμένο στη λάσπη, στην πείνα και στον φόβο. Η έλλειψη τροφίμων και η εξαθλίωση σπρώχνουν τα πλήθη σε μια απελπισμένη έκρηξη βίας και το σφαγείο στις παρυφές της πόλης μετατρέπεται σε κεντρικό σημείο της αφήγησης. Εκεί, μέσα στις κραυγές του φανατισμένου όχλου και στην αποφορά του αίματος, εκτυλίσσονται σκηνές ανείπωτης χυδαιότητας, καθώς η σφαγή των ζώων σταδιακά μετουσιώνεται σε εξουσιαστικό τελετουργικό. Όταν ένας νεαρός άντρας που δεν φέρει τα σύμβολα του καθεστώτος πλησιάζει τυχαία, το σφαγείο παύει να αφορά μόνο τα ζώα και μετατρέπεται σε τόπο συντριβής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Το διήγημα «Το σφαγείο» του Εστέμπαν Ετσεβερία θεωρείται θεμελιώδες κείμενο της αργεντίνικης πεζογραφίας και σημείο αφετηρίας της εθνικής λογοτεχνικής παράδοσης. Γράφτηκε σε μια μεταιχμιακή περίοδο έντονων κοινωνικών αλλαγών και πολιτικών συγκρούσεων, όταν στη χώρα βασίλευε ο τρόμος που σκόρπιζε ο δικτάτορας Χουάν Μανουέλ ντε Ρόσας. Με γλώσσα ωμή και ειρωνική, το «Σφαγείο» είναι ένα έργο βαθιά αλληγορικό, όπου ο χώρος λειτουργεί ως μικρογραφία τόσο της χώρας όσο και του τρόπου που ασκείται και εμπεδώνεται η εξουσία. Ο Ετσεβερία, πρωτοπόρος του ρομαντισμού και κεντρική φιγούρα της πολιτικής και πνευματικής ανανέωσης στην Αργεντινή, με το έργο αυτό θεμελιώνει μια παράδοση που θα σημαδέψει τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία του 19ου αιώνα και η επιρροή της θα ξεπεράσει τα όρια της εποχής και της χώρας του.
«Υπάρχουν συγγραφείς που αφήνουν το στίγμα τους στην ιστορία της λογοτεχνίας και άλλοι που αφήνουν το στίγμα τους στην ίδια τη λογοτεχνία, κάτι που συμβαίνει σπανιότερα. Ο Ετσεβερία κατάφερε να συμπεριλαμβάνεται και στις δύο κατηγορίες».
‒Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Ματίνα Αποστόλου
Με αφορμή το θάνατο του πατέρα, οι τέσσερις γυναίκες της οικογένειας συναντιούνται για να προετοιμάσουν την κηδεία του. Μάνα, κόρη, θεία, αδερφή. Καθεμιά κουβαλάει το δικό της μερίδιο αυτής της απώλειας, τη δική της εκδοχή της ιστορίας.
Μέσα στα φορτισμένα δωμάτια του πατρικού σπιτιού οι αναμνήσεις τους θα ζωντανέψουν, θα μπλεχτούν μα και θα συγκρουστούν αναδεικνύοντας το χάσμα μεταξύ μνήμης και αλήθειας.
Η επώδυνη ενηλικίωση που φέρνει ο γονεϊκός θάνατος, ο χρόνος που χαράζει σώματα και σχέσεις και οι αθέατες ρίζες που μας καθορίζουν γίνονται το κέντρο μιας πολύπτυχης αφήγησης για όσα κληρονομούμε και όσα επιλέγουμε ν’ αφήσουμε πίσω.
Ένα τρυφερό μα και σκληρό μυθιστόρημα που διερευνά την έννοια της επιστροφής, τη δυσκολία του αποχαιρετισμού, το πένθος και τη συγχώρεση αλλά και τη στερεότητα της μνήμης ως δομικό υλικό της ζωής.




