«Στη Νέα Υόρκη με θεωρούν φρικιό λόγω της ομορφιάς μου, αλλά στην Αθήνα έκανα θραύση. Με ζωγράφισαν. Με σμίλεψαν. Έγραψαν για εμένα και είπαν ότι είμαι μετενσάρκωση του Απόλλωνα!» Paul Swan. The World Magazine, Νέα Υόρκη 1915 Ο Παύλος Σουάν μεγάλωσε στη Νεμπράσκα. Από μικρό παιδί ονειρευόταν την Ελλάδα και τον κόσμο των μύθων της. Όταν ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Αθήνα τα όσα συνέβησαν διαμόρφωσαν την καλλιτεχνική του πορεία καθοριστικά. Θα έλεγε: «Η Ακρόπολη είναι το σπίτι μου». Στις αρχές του 1911 παρουσίασε μια έκθεση ζωγραφικών έργων, στο δωμάτιο της πανσιόν όπου έμενε, στην οδό Σταδίου. Τον παρομοίασαν με τον Απόλλωνα και τον Λόρδο Βύρωνα. Η έκθεση αποτέλεσε προσκύνημα για τον κόσμο των γραμμάτων και των τεχνών εκείνης της εποχής. Πολλοί θαύμασαν τα έργα του και τον ίδιο που, μάλιστα, επιχείρησε να μιλήσει με μια δημιουργική εμμεσότητα περί σεξουαλικότητας. Άλλωστε η σαγήνη του ομοκλασικού ερωτισμού θα πρέπει να συνέβαλε στο να θεωρήσει την Ελλάδα πνευματική του πατρίδα. Η Αθήνα των πολλαπλών ταυτοτήτων τον εμψύχωσε: εκτός από ζωγράφος θα γίνει γλύπτης, χορευτής, ποιητής, ηθοποιός, νάρκισσος και εραστής της εξιδανίκευσης στην τέχνη, εστέτ και έπειτα κοινωνικός οραματιστής, ο «Λεονάρντο ντα Βίντσι της Αμερικής» ή ο «πιο όμορφος άντρας στον κόσμο» σύμφωνα με τις εφημερίδες του καιρού του. Μέχρι που, μερικές δεκαετίες αργότερα, όταν ο αρχέγονα queer πρωταγωνιστής μας είναι πια ηλικιωμένος και λησμονημένος, τον ανακαλύπτει ο Άντι Γούορχολ με αμφιλεγόμενες προθέσεις: η εποχή έχει αλλάξει και η σπίθα της νεωτερικότητας έφτασε στην πυρίτιδα. Η παρούσα μελέτη ακολουθεί βηματισμούς πριν, κατά τη διάρκεια, και μετά από τις αθηναϊκές ημέρες του Σουάν, με κύρια, ωστόσο, επικέντρωση σε αυτές και τον σύγχρονο ορίζοντα υποδοχής, μέσα από πρωτογενή και δευτερογενή έρευνα, ενώ συνάμα διακλαδώνεται σε θέματα φύλου και ιστορίας της τέχνης.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Γιώργος Νικολαΐδης
Μια κοινωνία που αλλάζει, η καθημερινότητα, οι δρόμοι, οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις, η ανήσυχη νέα γενιά που αναδύεται, σαν μια νέα φωνή, μέσα από τον συνδυασμό μουσικής και κοινωνικών ανησυχιών και που συγκρούεται με το κράτος και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς· όλα περνούν μέσα από τις σκληρά ρεαλιστικές, σχεδόν γυμνές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες ενός ανθρώπου που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του βουερού ποταμιού της δεκαετίας του ’80.
Το φωτογραφικό αποτύπωμα μιας δεκαετίας που, ενώ δεν τη νοσταλγούμε, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: «Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη;».
Εισαγωγικά κείμενα: Νίκος Γ. Ξυδάκης, Μιχαήλ Πρωτοψάλτης, Αλέξης Καλοφωλιάς
Τζούλι Άκερμαν
Ακραία ποπ για ακραίους καιρούς. Τι συμβαίνει όταν η ποπ μουσική τρελαίνεται; Όταν οι φωνές γίνονται τσιριχτές, τα synths εκρήγνυνται και το γλυκό περιτύλιγμα του καπιταλισμού σπάει σε χίλια κομμάτια; Η απάντηση είναι η hyperpop – ένα μουσικό κίνημα που γεννήθηκε στο Λονδίνο με την PC Music και την SOPHIE, και αναγεννήθηκε στις ΗΠΑ με τους 100 gecs, για να κατακτήσει το διαδίκτυο και να ανατρέψει τα πάντα. Το Hyperpop: Η μουσική του ψηφιακού καπιταλισμού εξερευνά την hyperpop ως πολιτισμικό φαινόμενο της εποχής μας: μια μουσική που αγκαλιάζει την τεχνητότητα, τα simulacra και την υπερ-εμπορευματοποίηση, όχι για να τα χλευάσει, αλλά για να βρει μέσα τους χώρο για ειλικρινή έκφραση. Από τον «καρτούν καπιταλισμό» μέχρι τη queer ευαισθησία, από τις παραμορφωμένες baby voices μέχρι τα πλαστικά εξώφυλλα, η hyperpop αποκαλύπτει τα χάσματα του σύγχρονου κόσμου – την απόσταση ανάμεσα στη γυαλιστερή επιφάνεια και τη σκοτεινή πραγματικότητα, ανάμεσα στην υπόσχεση της ατέλειωτης κατανάλωσης και τη βία της. Μέσα από προσωπικές μαρτυρίες, πολιτισμική κριτική και θεωρητικές αναλύσεις, το βιβλίο της Julie Ackermann χαρτογραφεί μια αισθητική που γεννήθηκε στις διαδικτυακές υποκουλτούρες και εξελίχθηκε σε μια ηχητική πολιτική δήλωση. Μια ποπ που δεν υπόσχεται το μέλλον, αλλά που ζει πλήρως στο εξαντλητικό παρόν. Μια μουσική που ρωτά: Πώς νιώθουμε ζωντανοί μέσα σε έναν θανατερό κόσμο;
Κέιτι Κιταμούρα
Μια γυναίκα, μια καθοριστική παράσταση. Ή δύο;
Ένα συναρπαστικό, αποσταθεροποιητικό μυθιστόρημα που μας κάνει να αναρωτηθούμε αν γνωρίζουμε πραγματικά τους ανθρώπους που αγαπάμε.
Δύο άνθρωποι συναντιούνται για μεσημεριανό σε ένα εστιατόριο του Μανχάταν. Αυτή είναι μια καταξιωμένη ηθοποιός που κάνει πρόβες για μια επερχόμενη πρεμιέρα. Αυτός είναι ελκυστικός, προβληματικός, νέος – αρκετά νέος για να είναι γιος της. Ποιος είναι αυτός για εκείνη και ποια είναι αυτή για εκείνον;
Σε αυτό το λαμπρά δομημένο μυθιστόρημα, δύο ανταγωνιστικές αφηγήσεις ξετυλίγονται, ξαναγράφοντας την αντίληψή μας για τους ρόλους που παίζουμε κάθε μέρα –σύντροφος, γονιός, δημιουργός, μούσα– και τις αλήθειες που κάθε παράσταση κρύβει, ειδικά από εκείνους που νομίζουν ότι μας γνωρίζουν πιο καλά.
Σφιχτοδεμένο και καθηλωτικό, το Οντισιόν, είναι η Katie Kitamura στα καλύτερά της.
Είπαν για το βιβλίο
Η πιο συναρπαστική μέχρι τώρα εξέταση της απάτης που είναι εγγενής στις ανθρώπινες σχέσεις… Λίγοι συγγραφείς έχουν καταφέρει να αποτυπώσουν το διαπροσωπικό θρίλερ καλύτερα από την Kitamura.
New York Times
Η Katie Kitamura είναι μια συγγραφέας με εκπληκτική δεξιοτεχνία, της οποίας τα μυθιστορήματα φαίνεται να επιτυγχάνουν πάντα δύο αντιφατικά αποτελέσματα: μια ευέλικτη, σαγηνευτική επιφάνεια, κάτω από την οποία σιγοβράζει το χάος των μυαλών και της καταπιεσμένης πραγματικότητας. Είναι πρωτότυπη, έχοντας δημιουργήσει ένα ολόκληρο δικό της είδος.
Rachel Kushner
Δεν έχετε διαβάσει ποτέ κάτι παρόμοιο με αυτό το υπέροχα ανησυχητικό βιβλίο. Το Οντισιόν αμφισβητεί τις προκαταλήψεις μας για τον έρωτα, την τέχνη και την ταυτότητα – και, με θαυμάσιο τρόπο, την ίδια μας την αντίληψη για το πώς πρέπει να εξελίσσεται ένα μυθιστόρημα. Αν όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή, η Kitamura μας υπενθυμίζει ότι δεν σταματάμε ποτέ να κάνουμε οντισιόν για τους ρόλους μας.
Herman Diaz




